OΡΘΟΔΟΞΑ  ΠΟΝΗΜΑΤΑ

 

 

 

 

Η ΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

 

 

 

EMΦΑΝΙΣΗ ΨΥΧΩΝ (ΑΥΤΗ ΕΙΝΙΑ Η ΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΓΛΑΦΥΡΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ) ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ .

ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΘΕΩΘΗΚΑΝ... 

 

 

Εισαγωγή

 Μωϋσής άφοΰ έπέρασε τους Ίσραηλίτας από Υ-7 την Έρυθράν θάλασσαν με εκείνον τον θαυ-μαστόν τρόπον, τους ώδήγησεν έπειτα εις την έρημον Σούρ. Τρεις ημέρας έβάδιζον εις την έρημον αυτήν καί δεν εύρισκαν νερόν να πιουν. ΤΗλθον έπειτα εις την Μερρά, Οπου ύπήρχεν ΰδωρ, αλλά δεν ημπορού­σαν να το πιουν, διότι ήτο πικρόν. Δια τοϋτο ώνύμα-σεν τον τόπον αυτόν ό Μωϋσής «Πικρία».

Ό λαός τότε ένεκα της δίψης πού τον έβασάνι-ζεν, ήρχισε να γογγύζη κατά του Μωϋσέως. Τότε ό Μωϋσής προσηυχήθη βαθύτατα προς τον Κύριον και ό Κύριος απαντών είς την προσευχήν του εδειξεν εις αύτύν ένα ξύλον καί εβαλεν ό Μωϋσής το ξύλον αυτό εις το ύδωρ καί αμέσως το ύδωρ έγλυκάνθη, έγινε εΰ-γεστον καί πόσιμον.

Διερχόμενοι καί ημείς το πέλαγος της Άγιας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστής καί ταλαιπωρούμενοι και πικραινύμενοι από το βάρος των παθών καί τύν πύλε-μο των πονηρών δαιμύνων, ας ένισχύσωμεν την ψυ-Χήν μας δια των μυστηρίων της Εκκλησίας μας καί αζ Χαροποιήσωμεν αυτήν με τα γλυκύτατα νάματα της Ορθοδύξου πίστεως μας καί τους παρήγορους λύγους των θεοφύρων Πατέρων μας.

 

Το θέμα της ομιλίας αυτής είναι: Ή στολή της

ψυχής. Ή μελέτη καί ή έρευνα της ψυχής είναι θέμα ώφελιμώτατον αλλά συγχρόνως καί δυσκολώτατον. θα προσπαθήσωμεν όμως, άφοϋ κάνωμεν βαθειές το­μές, να είσέλθωμεν εις το βάθος αυτής καί άφοϋ ϊδω-μεν το κάλλος, αλλά καί το σκότος αυτής να άνεύρω-μεν τρόπους θεραπείας αυτής.

Δια μιας εισαγωγικής διηγήσεως εκ του Γεροντι­κού θα προσπαθήσωμεν να ρίψωμεν φως εις όλον το πλάτος του θέματος καί ακολούθως θα τύ άναλύσωμεν λεπτομερέστερα δια να έχωμεν καί την άνάλογον ώφέ-λειαν.

"Ενας μοναχύς μελετούσε ένα στίχο άπύ τύ Εύαγ-γέλιον του Ιωάννου του θεολόγου «εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί εισιν» (Ίωάν. ιδ' 2), αλλά δεν μπορούσε να καταλάβη καλά όλο τύ νύημα. Εννο­ούσε βέβαια ότι «πολλαί μοναί» θα είναι οί διάφοροι τύποι διαμονής των πιστών εις τύν παράδεισον, αλλά πάλι απορούσε και έλεγε: Δεν θα είναι όλοι μέσα εις τύν παράδεισον, θα υπάρχουν καί εκεί διακρίσεις; Πώς τέλος πάντων θα είναι εκεί τα πράγματα;

Ενώ προσηύχετο με τύ κομβοσχοίνι, δια να τύν φώτιση Ο θεύς να καταλάβη τύ νύημα του στίχου, ευ­ρέθη είς έκστασιν. "Αρπάχτηκε Ο νους του καί εύρέθη-κεν εις τύν ούρανύν.

Ξεναγός εκεί ήταν Ο φύλακας "Αγγελος του, ό ό-ποΐος άρχισε να του δεΐχνη τίς καταπαύσεις των α­γίων. Ήλθαν, λοιπόν, είς ένα πανέμορφον τόπον, 6-που εύωδίαζε καί έκεΐ είδε μια ψυχή ή Οποία είχε ά-φθαρτοποιημένο καί δοξασμένο σώμα. Πλησιάζουν κοντά καί την ερωτούν: "Ανθρωπε μου τι έκανες εσύ

όταν ήσουν εις την γήν και ό θεός σου έχάρισε εδώ αυτήν την δόξαν; Και ή ψυχή εκείνη άπαντα. Εγώ εις τον κόσμον ήμουν μοναχός καί δεν έκαμα τίποτε το ι­διαίτερο* απλώς εκτελούσα τα μοναχικά μου καθήκο­ντα καί έτήρησα τίς μοναχικές μου υποσχέσεις καί ό φιλάνθρωπος θεός μου έχάρισε αυτόν τον τόπον όπου βλέπετε.

Προχωρούν πιο πέρα καί βλέπουν άλλη ψυχή' καί αυτή πολλή δοξασμένη με άφθαρτοποιημένο καί διάφανο σώμα' καί την ερωτούν. Ποίαν άρετήν απέ­κτησες είς τον κύσμον καί ό θεύς σου έχάρισε αυτήν την δύξαν; Εγώ -είπε ή ψυχή εκείνη- είς τύν κύ­σμον ήμουν Δεσπύτης. Πρώτα όμως ήμουν μοναχύς' αλλά δια τίς ανάγκες της Εκκλησίας με παρεβίασαν καί έγινα Επίσκοπος. Έποίμανα τους Χριστιανούς μου όπως θέλει ό θεύς, έκήρυξα το Εύαγγέλιον του Χρίστου καί ό καλός θεός από την πολλήν του αγά­πη μου έφερε εδώ οπού βλέπετε.

Καθώς έπροχώρησαν είς άλλον τόπον είδαν μια ψυχή, όχι βέβαια με την δόξαν των δύο προηγουμέ­νων ψυχών, αλλά καί αυτή έλαμπε κυριολεκτικά καί την ερωτούν. Εσύ ψυχή μου τί έκαμες εις τον κύσμον καί ήλθες εδώ είς αυτήν την ομορφιά καί την ωραιό­τητα;

.βγω είς τον κύσμον δεν έκανα απολύτως τίποτε, ούτε καί μπορούσα να κάνω καμμΐα καλή πράξι, διότι εγεννήθηκα παράλυτος. Καί σαν παράλυτος οπού ή­μουν τί μπορούσα να κάνω; Μύνο παρακαλούσα τύν θεύ να μου δίδη υπομονή να μη γογγύξω καί είπώ: θεέ μου διατί με έκαμες έτσι; Καί ό Πανάγαθος θεύς δια την υπομονή μου αυτή μου έχάρισε αύτη την κα-τάπαυσι.

 

Λίγο πιο πέρα είδαν μια άλλη δοξασμένη ψυχή ή οποία τους είπε τα έξης: Εγώ είς τον κόσμον ήμουν οικογενειάρχης. Με την σύζυγο μου έζούσαμε πολύ ειρηνικά. Είς την ζωήν μου άλλη γυναίκα δεν έγνώρι-σα. Αποκτήσαμε παιδιά τα όποια με πολλή φροντίδα τα μεγαλώσαμε και με την βοήθεια του θεοΰ τα έπα-ντρέψαμε καί τα νοικοκυρέψαμε. Καί ό καλός θεός μου έφερε εδώ δια να τον δοξάζω πάντοτε.

Έ βάδιζαν, ό "Αγγελος καί ό μοναχός, αρκετά μέ­σα είς τον Παράδεισον, θαυμάζοντας τα κάλλη καί τίς ώραιύτητες του Παραδείσου καί όταν έφθασαν σε μια άκρη είδαν έκεΐ συναγμένες πολλές ψυχές. Δεν είχαν τάσο δοξασμένο σώμα όπως οι προηγούμενες, αλλά το σώμα τους είχε την παχύτητα καί τύ χρώμα του ΐδι-κοϋ μας σώματος. Καί τους ερωτούν. Έσεΐς πώς έμπή-κατε μέσα είς τον Παράδεισον;

Εκείνοι τότε με μια φωνή απαντούν: Έμεΐς όταν είμεθα είς τον κόσμον έπράξαμε όλα τα αμαρτήματα. Έπρολάβαμε όμως από την πολλήν μακροθυμίαν του θεοϋ καί είς τα έσχατα μας εξομολογηθήκαμε όλα τα αμαρτήματα μας. Κ,αί ό καλύς θεύς μας έχάρισε αυ­τόν τον τύπον να χαιρώμεθα πάντοτε.

Εδώ σταμάτησε ό "Αγγελος να όδηγή την ψυχήν του μονάχου. Ό θαυμαστύς αύτύς περίπατος είς τύν χώρον του παραδείσου έτελείωσε και ό μοναχός ήλθε πάλι εις τον εαυτόν του καί ευρέθηκε πάλι έκεϊ οπού έκαθότανε με το κομποσχοίνι είς τα χέρια του, ενώ τα ροΰχα του ήταν βρεγμένα άπύ τα δάκρυα πού προήλ­θαν άπύ την πολλήν συγκίνησιν του θαυμαστού αύτοϋ οράματος.

Ανοίγει  πάλι το  Εύαγγέλιον και  ξαναδιαβάζειτον στίχον: «εν τη οίκία του Πατρός μου μοναί πολ-λαί εισιν». Τώρα πλέον δεν χρειάζεται άλλη ερμη­νεία. Τα είδε καί τα έκατάλαβε όλα. Κατά το μέτρον της δεκτικότητας καί καθαρότητας που απέκτησε κά­θε ψυχή θα δέχεται καί θα άπολαμβάνη την δόξαν της αιωνίου ζωής. Κατά την δεκτικότητα καί χωρητικότη­τα εκάστης ψυχής ό "Αγιος θεός θα πλουτίζη τίς ψυ­χές από το φως της απροσίτου δόξης του. "Επειτα από τον φιλοκαλικόν αυτόν περίπατον εις τα πλάτη του παραδείσου ας έλθωμεν καί εις τον έπίγειον παράδει-σον να ερευνήσουμε τα πράγματα από την αρχή.

 

 

Ή πλάσις του ανθρώπου

"Αγιος θεός από την άπειρον αύτοΰ άγαθύτη-τα έδημιούργησε εις πέντε ημέρας τον ούρα-νόν και την γήν και όλα όσα υπάρχουν εις τον ούρα-νόν καί την γήν. Ό άνθρωπος, το μέγα τοΰτο και πο­λύτιμο αγαθό, δεν υπήρχε ακόμη μέσα εις τον κόσμον των όντων «άπας ό κατά την κτίσιν πλούτος, κατά γήν τε καί θάλασσαν έτοιμος ην, άλλ' ό μετέχων ουκ ην»1.

Δεν ήταν φυσικό να φανή ό άρχων πριν από τους αρχόμενους. Πρώτα ετοιμάζεται το βασίλειον καί με­τά έρχεται ό βασιλεύς. Ό ποιητής του σύμπαντος, ό "Αγιος θεός, προευτρέπισε ένα είδος βασιλικού ανα­κτόρου, δια τον μέλλοντα να βασιλεύση. Καί αυτό ή­ταν ή γη, ή θάλασσα, αί νήσοι καί επάνω από δλα αυ­τά ό κυρτωμένος σαν οροφή ουρανός. Πάρα πολύς καί ποικίλος πλούτος υπήρχε εις αυτά τα ανάκτορα.

Τελευταίος εις την τάξιν της δημιουργίας έρχεται ό άνθρωπος, ό όποιος είναι ή κορωνίδα της δημιουρ­γίας, διότι αποτελείται από το νοερύν καί αίσθητύν καί δια τοϋτο θεωρείται περίληψις όλης της δημιουρ­γίας. Ό άγιος Γρηγύριος ό θεολύγος λέγει' «"Εδει γαρ, ώσπερ βασιλεΐ προϋποστήναι τα βασίλεια, καί ούτως είσαχθήναι τΰν βασιλέα πασιν ήδη δορυφορού-μενον»2.

Ετοιμάσθηκαν πρώτα τα βασίλεια καί μετά δη-

1. Γρηγορίου Νύσσης έργα, ΕΠΕ, Τόμος 5ος, σελίς 30.

2. Γρηγορίου θεολόγου έργα, ΕΠΕ, Τόμος 5ος, σελίς 224.

 

αιουργήθηκε ό άνθρωπος δια να δορυφορήται από δ­λα. Είς την σημερινήν πραγματικότητα τοϋτο σημαί­νει, δτι ό άνθρωπος έχει χρέος να αναβίβαση την κτί­σιν εις τον θεόν και να την άγιάση. Αυτό το εκφράζει καλύτερα ό Άπύστολος Παύλος λέγοντας, δτι ή κτί-σις προσδοκά καί αναμένει με πολύ πύθο «την άποκά-λυψιν των υίών του θεού» (Ρωμ. η' 19), διότι με την πτώσιν του ανθρώπου «ή κτίσις συστενάζει καί συνω-δίνει άχρι του νυν» (Ρωμ. η' 22). Αυτό όμως το θέμα θα τύ άναλύσωμεν προσεκτικότερα παρακάτω.

Την εκτην ήμέραν έπλασεν ό θεύς τύν άνθρωπον καί τον κατέστησε κύριον και βασιλέα όλης της κτί­σεως «και εϊπεν ό θεός ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' ει­κόνα ήμετέραν καί καθ' όμοίωσιν, καί άρχέτωσαν των ιχθύων της θαλάσσης καί των πετεινών του ουρανού καί των κτηνών καί πάσης της γης καί πάντων των ερ­πετών των ερπόντων επί της γης» (Γεν. α' 26).

Δημιουργεί ό θεός τον άνθρωπον με τα ίδικά του χέρια από όρατήν καί άόρατον φύσιν, σύμφωνα με την ΐδικήν του εικόνα, με την δυνατότητα να όμοιάση με αυτόν, πλάθοντας το σώμα του από την γήν καί δί­δοντας εις αυτόν με το εμφύσημα του ψυχήν λογικήν καί πνευματικήν, το όποιον όνομάζομεν «κατ1 εικό­να». Ή εκφρασις «κατ' εΐκύνα» φανερώνει τύ νοερύν και το αύτεξούσιον, ή δε εκφρασις «καθ' όμοίωσιν» φανερώνει την όμοίωσιν κατά τύ δυνατύν πρύς την ά-ρετήν. Ό άνθρωπος λοιπύν ήταν μέτοχος κάθε άγα-οοΟ, δια τοΰτο καί Ο λύγος της Γραφής τύ έδήλωσε περιληπτικά με το να είπή, δτι ό άθρωπος έγινε κατ' εικόνα θεού. Διύτι τοΰτο είναι τύ 'ίδιο με το να ειπή °τι έκαμε την ανθρώπινη φύσι μέτοχο κάθε άγαθοΰ. «Πράγματι αν τύ θεϊον είναι πλήρωμα των αγαθών, ε-

 

 

κείνου δε είκών είναι ό άνθρωπος, αρά ή εικόνα έχει την ομοιότητα προς το αρχέτυπο κατά το ότι είναι πλήρης παντός άγαθοΰ»3.

Ετοποθέτησεν ό θεός τον άνθρωπον μετά είς τον παράδεισον τύν νοητόν καί τύν αίσθητόν. Οί καρποί του παραδείσου δεν έφθείροντο ποτέ, ούτε έτελείωναν αλλά ήσαν πάντοτε γλυκείς καί τρυφεροί καί έπροξε-νοϋσαν εις τους πρωτοπλάστους μεγάλην ευχάριστη-σιν. "Επρεπε να δοθή τροφή άφθαρτος εις εκείνα τα ά­φθαρτα σώματα των πρωτοπλάστων. Ό Αδάμ έπλά-σθηκε από τον "Αγιον θεόν με σώμα άφθαρτον, πλην ύλικόν καί όχι ακόμη τέλειον.

Οί πρωτόπλαστοι ζούσαν μέσα είς τον παράδει­σον, συνανεστρέφοντο με τους αγγέλους καλλιεργώ­ντας θεία νοήματα και τρεφόμενοι με αυτά. Ήσαν γυ­μνοί καί δεν το ένοιωθαν αυτό, διότι ό νους των με την βοήθειαν των δημιουργημάτων ανέβαινε πρύς τον Δημιουργόν θεόν καί ήσθάνοντο άπειρη χαρά καί γλυκύτητα από την θεωρίαν του Αγίου θεού. Αυτή ή θεωρία του προσώπου του θεού έχει όνομασθή από τους Αγίους Πατέρας «δένδρον της Ζωής».

Ολος ό προ της πτώσεως βίος των πρωτοπλά­στων κινείται και αυξάνει γύρω άπύ την σφαίρα του Τριαδικού θεοϋ. Αυτό το δηλώνει ή Αγία Γραφή με όσα διδάσκει δια την «κατ' είκόνα» δημιουργία του άνθρωπου. Ή μυστική εστία της προσωπικής υπάρξε­ως του άνθρωπου συγκεντρώνεται εϊς αυτήν την είκό­να ή όποια δίδει είς τον Αδάμ άπειρη τιμή καί δόξα.

Η νοερή καί λογική φύσις της ψυχής, επειδή μό-

3. Γρηγορίου Νύσσης έργα, ΕΠΕ, Τόμος 5ος, σελίς 121.

νη αυτή έχει νου καί λύγο καί πνεύμα ζωοποιύ, αύτη μόνον έχει δημιουργηθή κατ' είκόνα θεού περισσότε­ρο καί από τους ασωμάτους αγγέλους. Ή μετά την Ύ-περτάτη Αγία Τριάδα, τριαδική φύσις, δηλαδή ή αν­θρώπινη ψυχή, έχει δημιουργηθή από Εκείνη κατ' ει­κόνα της περισσότερο από τίς άλλες φύσεις4. Δια τοΰ-το οφείλει ή ψυχή να κρατά την τάξιν της καί να ακό­λουθη μόνον τον θεό καί είς αυτόν να υποτάσσεται καί αυτόν να υπάκουη. Ακόμη πρέπει μόνο είς τον θεύν να άποβλέπη καί να στολίζη τον εαυτόν της με την ακατάπαυστη μνήμη καί θεωρία του καί με την διάπυρη αγάπη προς αυτόν.

/"Λ Αδάμ υπερέχει από όλη την δημιουργία καί \^/ είς αυτόν μόνον αναπαύεται ό θεύς. «Μεγά­λου γαρ άξιώματύς εστίν ό άνθρωπος! "Ιδε πύσος ε­στίν ό ούρανύς καί ή γη, ό ήλιος καί ή σελήνη καί ουκ ηϋδύκησεν εν αύτοϊς ό Κύριος, ει μη εν τω άν-θρώπω μύνω έπαναπαύεσθαι. Τιμιώτερος ούν εστίν ό άνθρωπος υπέρ πάντα τα δημιουργήματα»5.

Ή κατ' είκόνα θεοΰ πλασθεΐσα ψυχή του ανθρώ­που ανήκει όχι είς τον έαυτύν της αλλά είς τύν θεόν. Ή αληθινή ζωή της ψυχής προέρχεται από τον θεόν και εκ της χάριτος του Αγίου Πνεύματος έχει βρώσιν καί πύσιν πνευματικήν καί ενδύματα ουράνια τα ό­ποια είναι ή όντως ζωή της ψυχής. Ή άφθαρτη αξία

4.^ «Οΰ γαρ περί Μιχαήλ καί Γαβριήλ των "Αρχαγγέλων εΐπεν: οτ ποιήσωμεν κατ' εικόνα καί όμοΐωσιν ήμετέραν" (Γεν. α' 26), περί της νοερας ουσίας του ανθρώπου, της αθανάτου ψυ-. Μακαρίου του Αιγυπτίου: Όμιλίαι πνευματικοί, εκδοσις Σ. , Όμιλία ΙΕ', σελίς 76. Γρηγορίου Παλαμά: Φιλοκαλία, Δ', σελίς 147, λθ'. Μακαρίου του Αιγυπτίου: ένθ. ανωτέρω, Όμιλία ΙΕ', σελ. 76.

 

Αδάμ που ει; Τα αποτελέσματα της παρακοής

ταν οί Πρωτύπλαστοι έ'φαγον από του ξύλου της γνώσεως του καλού καί του κάκου «διη-νοίχθησαν οί Οφθαλμοί των δύο, και έγνωσαν ότι γυ­μνοί ήσαν» (Γεν. γ' 7). Έντράπηκαν δια την γυμνύτη-τά των καί έκοψαν φύλλα συκής, τα ερραψαν προχεί-ρως καί έκάλυψαν την γυμνύτητά των.

Τοΰτο οί Πατέρες τύ έθεώρησαν ως απώλεια της άθωότητος την Οποίαν είχον. Ή χάρις, ή Οποία ως φωτεινή νεφέλη περιέσκεπε τους πρωτοπλάστους και ενίσχυε αυτούς είς την άρετήν άπεμακρύνθη. Έστερή-θησαν δε και της παρρησίας μετά της Οποίας συνωμΐ-λουν μετά του θεοΰ.

Και έρωτα Ο ιερός Χρυσόστομος; Τώρα άνοιξαν τα μάτια των οί πρωτόπλαστοι καί έκατάλαβαν ότι ή­σαν γυμνοί; Προηγουμένως κλειστά είχαν τα μάτια τους; Φυσικά το κείμενο εδώ της Γενέσεως δεν εννοεί τα μάτια του σώματος, αλλά της ψυχής. Ό νους, Ο ό­ποιος είναι Ο οφθαλμός της ψυχής, εϊδεν την πνευμα-τικήν γύμνωσιν, ή Οποία είναι ή στέρησις της χάρι­τος του Αγίου Πνεύματος" καί έπειτα έπρύσεξαν και την γύμνωσιν του σώματος10.

Εξ αίτιας της παραβάσεως της εντολής, άφοΰ έ-γυμνώθησαν άπύ την χάριν του θεοϋ, αντιλαμβάνο­νται καί την αϊσθητήν γυμνύτητά, δια να γνωρίσουν

10. Ίωάν. Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, Τόμος Β', σελίς 423.

23

ως, είς ποίον μέγα σφάλμα τους ώδήγησεν ή πα-ράβασίς της εντολής του Κυρίου, δια της έντροπής πού κατέλαβεν αυτούς.

Διατί δεν έπαθε τίποτε ή Εύα, πρίν άπύ την συμ-βουλήν του πονηρού δαίμονος, ούτε κατενόησε τύ δένδρον, ούτε είδε την ώραιύτητα αυτού; Επειδή έκα­νε ύπακοήν είς την έντολήν του θεοΰ καί έφοβεϊτο την τιμωρίαν. Τώρα όμως πού ήπατήθη άπύ τύ πονη-ρόν θηρίον, δτι δηλαδή, όχι μόνον δεν θα πάθουν τί­ποτε, αλλά θα γίνουν ίσοι με τύν θεύν άνοιξαν τα μά­τια τους καί έκατάλαβαν το παράπτωμα τους" «καί ή-κουσαν της φωνής του θεοΰ περιπατοϋντος εν παρα­δείσω τύ δειλινύν, και έκρύβησαν» (Γεν. γ'8). Διατί έ-φοβήθησαν καί έκρύβησαν; Άπύ τύν ελεγχον της συ­νειδήσεως φοβούνται να άντικρύσουν τύ πρόσωπον του θεού, τύ Οποιον πρύ της πτώσεως με οΐκειύτητα και εμπιστοσύνη εβλεπον. Ό νους Ο όποιος προηγου­μένως εντρυφούσε είς την θεωρίαν καί είς την γνώσιν του Δημιουργού τώρα έσκοτίσθη. Καί καθώς ήταν σκοτισμένος πλέον Ο νους τους προσεπάθησαν να α­ποκρύβουν άπύ τύ παντέφορον βλέμμα του θεοΰ. «...Άγάλλου ό Αδάμ συν τη προμήτορΓ μη κρύπτετε εαυτούς ως εν τω παραδείσω τύ πρίν και γαρ γυμνούς ιδων υμάς έπέφανεν, ϊνα ένδυση την πρώτην στολήν. Χριστός έφάνη, την πάσαν κτίσιν, θέλων ανακαινί­σει» (Προεύρτιον θεοφανεΐων).

Ακούγεται όμως μέσα είς τύν Παράδεισον τύ δει­λινύν ή φωνή του θεοΰ: «Αδάμ που είσαι;» Ώ ή γλυ­κύτατη αυτή φωνή του θεοΰ Πατέρα! Φανερώνει με­γάλη στοργή δια τύ πρωτόπλαστο παιδί του. Περιέχει "κόμη καί ελεγχον καί παρακΐνησιν προς μετάνοιαν.

αι τ° ίδιο ερώτημα πού θα κάνη αργότερα 0 θεύς

 

καί προς τον Κάϊν: «Καί είπε Κύριος ό θεός προς Καιν που εστίν "Αβελ ό αδελφός σου;» (Γεν. Δ'9).

Ό Αδάμ τότε απήντησε εις τον θεύν: «της φω­νής σου ήκουσα περιπατοϋντος εν τω παραδείσφ καί έφοβήθην, ότι γυμνός ειμί, καί έκρύβην» (Γεν. γ' 10).

Ή ρώτησεν δε αυτόν πάλιν ό θεύς: «ποίος σου ά-νήγγειλεν ότι είσαι γυμνύς; Μήπως καί έφαγες από το δένδρον άπύ τύ όποιον καί μύνον σου άπηγύρευσα να φάγης;» (Γεν, γ' 11).

Ή σύγχυσις του νου όπου επαθον από την παρα-κοήν δεν τους βοηθεΐ να ομολογήσουν μετά ταπεινώ-σεως το σφάλμα των καί προσπαθούν να τύ συγκαλύ­ψουν έπιρρΐπτοντες την εύθύνην ό Αδάμ είς την Εΰαν καί ή Εύα είς τύν οφιν.

Έ πηκολούθησαν έπειτα οί γνωστές τιμωρίες δια τον Αδάμ και την Εύα. Το σώμα των πρωτοπλάστων ευθύς μετά την παράβασιν έγινε όχι μόνον θνητόν, αλλά καί παθητόν. Έβλάστησε πολλά ελαττώματα καί έγινε νοσώδες καί βαρύ. Α! κακαΐ έπιθυμίαι κα­θώς και ή γενετήσιος ορμή έκυριάρχησαν του ανθρω­πίνου λογικού καί κατέστησαν δούλην την άνθρωπί-νην ψυχήν. Ό ελεύθερος και αυτεξούσιος άνθρωπος, γυμνωθείς ύπύ της χάριτος του θεοΰ κατεδουλώθη εις τα πάθη καί ύπύ πολλών καί ποικίλων κακών κυριεύε­ται. Ή κτίσις, ένεκα της παρακοής δεν υπακούει πλέ­ον είς τύν Αδάμ ως Βασιλέα, αλλά επαναστατεί ενα­ντίον αύτοΰ.

Ο ί πρωτύπλαστοι έγιναν υποχείριοι της φθοράς καί του θανάτου. Ό θεύς δεν δημιούργησε θάνατο ού­τε ψυχής, οϋτε σώματος. «Ό θεύς έκτισε τύν ανθρω-πον έπ' αφθαρσία καί εικόνα της ιδίας ΐδιύτητος έποί-

 

 

 

ν αύτύν' φθύνφ δε διαβύλου θάνατος είσήλθεν είς τον κόσμον» (Σοφία Σολ. β' 23-24).

Καί ό μεν πνευματικύς θάνατος, ό χωρισμός από τοΰ θεού επήλθε αμέσως μετά την παρακοήν;«ή δ' αν ήμερα φάγητε άπ' αύτοΰ, θανάτω άποθανεΐσθε» (Γεν. β' Π)*. «Τον δε σωματικόν θάνατον ανέστειλε καί άνέ-βαλεν. Άλλα «ω βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώ­σεως θεοΰ!» (Ρωμ. ια', 33). "Αν δεν ύπήρχεν θάνατος καί αν το ανθρώπινο γένος δεν ήταν τώρα θνητό καί πριν άπύ τύν θάνατο -διατί είναι άπύ ρίζα θνητή-δέν θα αποκτούσαμε είς την πράξιν μέσω Χρίστου την άπαρχήν της αθανασίας μας. Δεν θα είχαμε άνακληθή εις τύν ούρανύν, δεν θα είχε ένθρονισθή ή ανθρωπινή φύσις είς τα δεξιά της θείας μεγαλωσύνης είς τους ου­ρανούς» πιύ πάνω άπύ κάθε αγγελική αρχή καί εξου­σία. "Ετσι ξέρει ό θεός να μετατρέπη από φιλανθρω­πία είς το καλύτερον τα ολισθήματα της αυτεξουσίου παρεκτροπής μας, με την σοφίαν καί την δύναμίν Του»11.

Εύδύκησε δε Ο ίδιος ό θεύς να γίνη άνθρωπος ό­πως καί έμεΐς, αλλά χωρίς αμαρτία, δια να σώση ως ό­μοιος τον ομοιον καί μας έδωσε την σωτήρια συμβου­λή καί εντολή της μετανοίας, λέγοντας: «Μετανοείτε, διατί έφθασε ή Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. δ' 17).

ΙΙρίν άπύ την ένανθρώπησι του Λύγου τοΰ θεοΰ, όσο απέχει ό ούρανύς άπύ την γη, τόσον απείχε άπύ ^^ζ ή βασιλεία των ουρανών. 'Αφοΰ όμως ό Βασι­λεύς των ουρανών ήρθε καί εύδύκησε να ένωθή μαζύ έφθασε εις όλους ή βασιλεία των ουρανών.

·

Παλαμά: 150 κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, 54. Φι-, Τόμος 4ος, σελ. 154.

 

Το ξύλον της Ζωής έφυλάττετο με μεγάλην άσφά-λειαν. Έδιώρισεν ό θεός τα Χερουβείμ να φυλάττουν με την περιστρεφόμενη ν πυρΐνην ρομφαίαν την όδόν του ξύλου της ζωής καί του παραδείσου. Και δια ποίον λόγον; Δια να μη εισέλθη ό Αδάμ εις αυτόν καί φάγη από το ξύλον της Ζωής και μείνη αθάνατος, εν τη παραβάσει καί τη φθορά ευρισκόμενος, πράγμα το όποιον ήτο μέγιστον κακόν «μη ποτέ έκτείνη την χεϊ-ρα αύτοΰ καί λαβή από του ξύλου της ζωής καί φάγη καί ζήσεται εις τον αϊώνα» (Γεν. γ' 22).

Δια να μη γίνη λοιπόν έργαστήριον της κακίας ό θεϊκός εκείνος χώρος «έξέβαλε τον Αδάμ και κατώκι-σεν αυτόν απέναντι του Παραδείσου της τρυφής» (Γεν.γ'24).

«Πρόσεξε, λέγει, ό ίερός Χρυσόστομος, πώς ό,τι-δήποτε έκαμε ό Κύριος ήταν ύπόθεσις φιλανθρωπίας καί κάθε είδος τιμωρίας ήταν γεμάτο από πολλή αγα­θότητα. Ή έκδίωξις εκ του παραδείσου δεν ήτο μόνον δείγμα φιλανθρωπίας καί άγαθύτητος. Τον έτοποθέτη-σεν αυτόν να κατοίκηση απέναντι του παραδείσου, δια να αισθάνεται συνεχώς θλΐψιν, αναλογιζόμενος κάθε ήμέραν από ποία αγαθά είχε εκπέσει καί εις ποίαν κατάστασιν ώδήγησεν τον εαυτόν του»12.

Ή θέα του παραδείσου έπροξενοϋσεν εις τον Α­δάμ άνυπόφορον θλΐψιν, ή οποία όμως ήτο και ύπόθε­σις μεγάλης ασφαλείας, Ή θέα του παραδείσου θα έ-γίνετο εϊς το μέλλον ασφάλεια δια τους πρωτοπλά­στους, δια να μη περιπέσουν πάλιν είς τα ίδια σφάλ­ματα. Επομένως επειδή ό θεός ένδιεφέρετο δια τους

12. Ίωάν. Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, Τόμος 2ος, σελίς 513.

 

27

πρωτοπλάστους, διέταξεν να φύγουν άπύ τύν παράδει-σον.

Επειδή ή περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής την οποίαν διανύομεν, είναι άποδεκάτωσις του όλου χρόνου καί συμβολίζει την εξοδον του Αδάμ εκ του Παραδείσου, αλλά εκ παραλλήλου καί την ΐδικήν μας, ας θρηνήσωμεν μαζύ με τύν Αδάμ, δια να ενθυ­μούμεθα τί επαθεν ό Αδάμ δια να μη νηστεύση εκ του ξύλου της γνώσεως του καλού καί του κάκου. Όδυρό-μενοι καί ταπεινούμενοι και νηστεύοντες εκ πάντων των πονηρών ας διέλθωμεν το στάδιον αύτύ του κατα­νυκτικού Τριωδίου, καθώς καί όλον τον ύπύλοιπον χρόνον της ζωής μας, δια να μας αξίωση ό "Αγιος θε­ός, ως φιλάνθρωπος, της τρυφής του ουρανίου Παρα­δείσου.

Ας παρακολουθήσωμεν τον θρήνον του Αδάμ καί ας θρηνήσωμεν μαζύ «Ίδών Αδάμ τύν "Αγγελον ώθήσαντα καί κλείσαντα την θύραν του θείου κήπου, άνεστέναξε καί ελεγεν Έλεήμον έλέησύν με τον πα-ραπεσόντα. "Επειτα στενάζων εξ όλης ψυχής καί σείων την κεφαλήν αύτοΰ, έλεγε μετά πόνου καρδίας.

Οΐμοι τω άμαρτωλώ, τί επαθον; Οΐμοι, τί ήμουν και τί έγινα. Οΐμοι τί απώλεσα καί τί εύρον; Αντί του παραδείσου, τύν φθαρτύν τούτον κόσμον" αντί του θερΰ καί της μετά Αγγέλων διαγωγής, τον διάβολον και τους ακάθαρτους δαίμονας* αντί της αναπαύσεως, τ°ν κόπο ν αντί της άπολαύσεως καί της χαράς, την Μετά του κύσμου θλΐψιν και λύπην' αντί της ειρήνης και της άληκτου ευφροσύνης, τον φόβον καί τα έπίπο-

δάκρυα" αντί των αρετών καί της δικαιοσύνης, τάς ^ικιας καί τάς αμαρτίας· αντί της αγαθότητας καί

απάθειας, την πονηρίαν καί τα πάθη' αντί της σο-

 

28

φίας καί της εις θεόν οίκειώσεως, την άγνωσίαν καί την έξορίαν1 αντί της άμεριμνΐας καί ελευθερίας, την πολυμέριμνον ζωήν καί την κακίστην δουλεΐαν. Οϊμοι πώς βασιλεύς έκτίσθην καί κατήντησα δούλος εις τα πάθη από την αφροσύνη μου!

"Γνώρισαν μοι, Κύριε, όδόν, εν ή πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου"13 "μη έγκαταλίπης με, Κύριε ό θεός μου, μη άποστης άπ' εμού, πρόσχες εις την βοήθειάν μου, Κύριε της σωτηρίας μου"14' Καί έ­τσι συντρίβεται ή ψυχή και έρχεται είς αϊσθησιν με­τανοίας»15.

13. Ψαλμ. 142,8.

14. Ψαλμ. 37, 22.

15. Πέτρου του Δαμάσκηνου: Φιλοκαλϊα, Τόμος Γ', σελίς 34.

 

29

Οί Πρωτόπλαστοι καί ή μερίμνα.

αγάπη καί ή θεωρία του Αγίου θεοΰ ήταν ή τροφή, ή σκέπη καί ή προστασία των πρωτο­πλάστων. Δεν εΐχον καμμίαν μέριμναν. Κέντρον των σκέψεων καί των ενεργειών αυτών ήταν ό θεός. Από της στιγμής όμως της παραβάσεως κέντρον των απο­φάσεων των ήταν το ίδιον εγώ.

Ό θεός πού έδημιούργησε τον άνθρωπο δεν ήθε­λε να εχη καμμία μέριμνα. "Ηθελε τύ πλάσμα του να είναι κοντά του καί να ζή μόνο με την στοργική του αγάπη. Προσέξατε, όμως, πώς ή αμαρτία έφερε την μέριμνα. Μόλις έγεύθησαν οί πρωτόπλαστοι τον καρ-πόν αντελήφθησαν ότι ήσαν γυμνοί' «καί διηνοΐχθη-σαν οί οφθαλμοί των δύο, καί έγνωσαν δτι γυμνοί ή­σαν καί Ιρραψαν φύλλα συκής καί εποίησαν έαυτοΐς περιζώματα»(Γεν. γ' 17).

Ο Μέγας Βασίλειος παρατηρεί δτι «είς την βρώ­σιν δεν έπικολούθησεν μύνον ή παραβίασις της εντο­λής, αλλά καί ή έπίγνωσις της γυμνότητας. "Επρεπε δε να μη γνωρίζουν την γύμνωσιν, δια να μην άπη-σχολεΐτο ό νους του ανθρώπου να αναπλήρωση την ελλειψιν, με το να έπινοη ενδύματα δια τύν εαυτόν του καί θαλπωρήν της γυμνότητας καί γενικά την Φροντίδα της σαρκός, αποσπώμενος από την ένατένι-<*ιν του θεοΰ»16.

Αιά. τον λόγον αυτόν καί δεν κατασκευάσθησαν α­ς με την πλάσιν του ανθρώπου και τα ενδύματα.

ίου έργα, ΕΠΕ, Τόμος 7ος, σελίς 118.

 

30

Διότι αί άσχολίαι αύταί θα προξενούσαν φροντίδα εϊγ τον ανθρωπον. «"Επρεπε να έπιφανούν εις τον άνθρω-πον με την χάριν του θεοΰ, έφ' όσον έπεδείκνυε άρε-την, κάποια φωτεινά ενδύματα, όπως τα ενδύματα των Αγγέλων, πού ξεπερνούν είς ποικιλίαν τα άνθη καί είς λαμπρότητα καί στιλπνύτητα τα άστρα. Δια τούτο δεν του έδύθησαν συγχρύνως τα ενδύματα αυτά, επει­δή ήσαν βραβεία αρετής, πού έναπέκειντο εις τύν αν­θρωπον καί τα όποια λόγω της διαβολικής επήρειας δεν ήμπύρεσε να φθάση»17.

"Ηθελε μάλιστα ό θεύς να είμεθα απαθείς και α­μέριμνοι, έχοντας ένα έργον, τύ άγγελικόν, να ύμνοϋ-μεν δηλαδή ακατάπαυστα τον Δημιουργόν καί να άπο-λαμβάνωμεν την θεωρίαν του προσώπου του καί να ά-ναθέτωμεν εις αύτύν την μέριμνάν μας.

Δια τοΰτο ό Κύριος μας προσκαλεί εκ νέου εις την παραδεισιακήν ζωήν καί μας λέγει: «Μη μεριμνά­τε τη ψυχή υμών, τί φάγητε, μηδέ τω σώματι υμών τί ένδύσησθε» (Ματθαίου 6, 25). Καί πάλιν «αιτείτε την βασιλείαν του θεοΰ και την δικαιοσύνην αυτού, και ταΰτα πάντα προστεθήσεται ύμΐν» (Ματθαίου 6, 33).

Ή περιβολή των ιματίων ας γΐνη εις όλους μας μια συνεχής ένθύμησις της απώλειας των αγαθών και διδασκαλία από την τιμωρίαν την οποίαν εδέχθη το άνθρώπινον γένος εξ αιτίας της παρακοής.

 

31

Ή αμαρτία διαλύει την ενότητα της ψυχής

φυσική κατάστασις της ψυχής είναι να εύρί-σκεται ενωμένη με τον θεό. Μόλις ό άνθρω­πος αρχίζει να άμαρτάνη ή θεία αυτή κατάστασις κα­ταστρέφεται.

"Οταν ή ψυχή αποσπάται από τον θεόν ό άνθρω­πος απομονώνεται καί γίνεται ό ίδιος κέντρον του ε­αυτού του. Αύτη ή αποκοπή καί άπομάκρυνσις του αν­θρώπου από τον θεόν κάνει γυμνό τον άνθρωπο και ζή «τη ίδια φύσει»18. Εγκαταλείπει τον κατ' εικόνα θεοΰ βίο καί πορεύεται κατά την εικόνα της κακίας του.

Ή αμαρτία του "Αδάμ απλώνεται καί προς δλα τα κτίσματα. Ό Αδάμ εμφανίζεται ως ισορροπία μεταξύ του πνευματικού και φυσικού κόσμου. Με την πτώσι του όμως μολύνεται καί όλη ή κτίσις. Ό Απόστολος Παύλος αισθάνεται «ότι πάσα ή κτίσις συστενάζει καί συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμαίους η'22) καί με σφο-δράν έπιθυμίαν περιμένει «την άποκάλυψιν των υίών του θεοΰ» (Ρωμαίους η' 19).

Η αμαρτία προσβάλλει την εικόνα του θεοΰ καί διαλύει την ένύτητα της ψυχής, του νου και της βου-ήσεως. Ή ψυχή άπομακρυνομένη από τον θεόν όδη-Υειται^ρύς τον θάνατον. Άφοΰ ό θεός είναι ή ζωή και ή αμαρτία είναι θάνατος, έπακόλουθον της άπομα-κΡυνσεως από την ζωήν είναι ό θάνατος.

17. Μ. Βασιλείου έργα, ΕΠΕ, Τόμος 7ος, σελίς 119.

18.

Μακάρι

ίου του Αιγυπτίου; ένθ. άνωτ., Όμιλία ΙΖ', σελ. 93.

32

"Οταν ή ψυχή επικοινωνεί με την αμαρτία, συνδέ^ εται με κάτι ξένο. Ή αμαρτία είναι ξένη και αλλότρια άπύ την φύσι της ψυχής: «Ξένον γαρ της φύσεως η­μών, την κακίαν των παθών δια της παρακοής του πρώτου ανθρώπου εν έαυτοΐς έδεξάμεθα»19.

Ή αμαρτία βαθμιαία εισδύει μέσα είς την ψυχήν καί απλώνεται είς ολας τάς αισθήσεις καί τα μέρη αυ­τής. Όπως ένα δένδρο απλώνει τίς ρίζες του και ριζώ­νει είς τα βάθη της γης, έτσι καί ή αμαρτία κατέρχε­ται μέχρι «τα βαθύτατα της ψυχής ταμεία»20.

Μετά άπύ την διείσδυσι της αμαρτίας είς τα βάθη της ψυχής, ή ψυχή χάνει το φως καί την ώραιύτητα της θεϊκής της είκύνος και αρχίζει να μορφώνεται σύμφωνα με την εΐκύνα της αμαρτίας. Πρώτα ήταν 6-λη φως καί όφθαλμύς τώρα γίνεται σκοτεινή καί τυ­φλή.

Ή αμαρτία είναι τύ νέφος, τύ σκύτος πού τοποθε­τεί έξυπνα ό διάβολος ανάμεσα εις την ψυχήν καί την θεία είκύνα της ψυχής του ανθρώπου. Ή σύγχυσις, ή ταραχή, ή πλάνη και τύ σκότος είναι ό χώρος όπου α­ρέσκεται να εργάζεται ό διάβολος καί κάθε ένας οποο πράττει τα έργα της αμαρτίας: «πάς γαρ ό φαϋλα πράσσων μισεΐ το φως καί ουκ έρχεται πρύς τύ φως, ί­να μη έλεγχθή τα έργα αύτοϋ* ό δε ποιών την άλή-θειαν έρχεται πρύς τύ φως, ϊνα φανερωθή αύτοΰ τα έρ­γα, ότι εν θεώ εστίν είργασμένα» (Ίωάν. γ'20-21).

Ή αμαρτία τραυματίζει θανάσιμα την ψυχήν. Ή τραυματισμένη ψυχή άπύ την αμαρτία θυμίζει τύν αν-

33

ολλ«το πού πλήγωσαν οί ληστές εις τον δρόμον από

ΗΟΪΙί"^ ,                        Γ                ς.                                 ψ

^Ιερουσαλήμ προς την Ιεριχώ.

Ή αμαρτία αρρωσταίνει την ψυχήν καί ευρίσκε­ται αδύναμη καί ανίσχυρη εις τα χέρια των δαιμύνων. Ή αμαρτία απομακρύνει την ψυχήν από τον θεό καί ή ψυχή γίνεται, δυσώδης καί σκοτεινή. Ή αμαρτία κάνει τον άνθρωπο εγωιστή. Τον αποκόπτει από την κοινωνία και τον κάνει να κλείνεται μέσα εις τύν εαυ­τόν του. Είναι αύτύ ακριβώς πού θέλει ό διάβολος. Να εμπιστεύεται κανείς είς τύν εαυτόν του καί να α­ποκόπτεται άπύ την Εκκλησία.

Ή ψυχή πού στερείται την Χάριν του Αγίου Πνεύματος καί δεν συντηρείται από το άλας τύ ούρά-νιον σήπεται. Ή δυσωδία δε των ματαίων καί πονη­ρών λογισμών την καθιστούν «σώμα θανάτου»21. Ή αμαρτία ξεσχίζει καί ξεγυμνώνει τελείως την θεοΰφα-ντον στολήν της ψυχής.

Ως όργανο με τύ Οποιον γίνεται ή μυστική μετά-βασι του ψυχικού εις το σωματικύ χρησιμοποιείται ή καρδία. Ή καρδία κατά τύν "Αγιο Μακάριο «ηγεμο­νεύει καί βασιλεύει όλου του σωματικού οργάνου»22. ^Ετσι ή αμαρτία βασιλεύει είς την καρδίαν καί έπειτα απλώνεται είς όλα τα μέρη αυτής. Άπύ την καρδίαν ε­ξέρχονται οί πονηροί λογισμοί πού σκοτίζουν τύν νουν καί^ μολύνουν όλον τύν άνθρωπο* «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοι­χείας πορνεΐαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρία!, βλασφημίαΓ ταύτα εστί τα κοινοΰντα τύν άνθρωπον» (Ματθαίου ιε'

19. Μακαρίου του Αιγυπτίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλία Δ', σελ. 31.

20. Μακαρίου του Αιγυπτίου: ένθ. ανωτέρω, "Ομιλία ΜΑ, σελ. 155.

22 ??ΟΚΟρι'ου το° Αιγυπτίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλία Α', σελ. 21. -Μακαρίου του Αιγυπτίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλία ΙΕ', σελ. 75.

 

34

Ή καρδία συνδέει μέσα της την ψυχή, τύν νουν καί την βούλησι. Δια τύν λόγον αυτόν ή καρδία είναι συνώνυμη εκφρασι των λέξεων ψυχή, νους καί βούλη­σι.

Ό νους είναι ό Οφθαλμός της ψυχής, ό όποιος ε­πιβλέπει την εσωτερική ζωή αυτής. «Ό λύχνος του σώματος εστίν ό οφθαλμός· εάν ουν ο οφθαλμός σου απλούς ή, όλον τύ σώμα σου φωτεινύν εσταΓ εάν δε ό όφθαλμύς σου πονηρύς ή, όλον τύ σώμα σου σκοτει-νόν εσται. Ει ουν τύ φως τύ εν σοί σκύτος εστί, τύ σκύτος πόσον;» (Ματθαίου στ' 22-23).

Ή καρδία όταν είναι πλημμυρισμένη από αμαρ­τωλούς λογισμούς, δεν είναι παρά ένα μνημεϊον πού όδηγεΐ την προσωπικότητα είς την άποσύνθεσι καί τον θάνατο.

Ή συμμετοχή της αμαρτίας μέσα είς τίς δραστη-ριύτητες του ανθρώπου είναι φανερή. Ό σκοτισμένος νους του ανθρώπου εκδηλώνεται σαφέστατα εις την φιλοσοφία, την ποΐησι, την ιστορία, την παιδεία, την τέχνη, την ενδυμασία, αλλά κυρίως είς τύ ήθος και την συμπεριφορά της ψυχής είς τύν καθ' ήμέραν βίον.

Τύ ανίατο τραύμα της αμαρτίας δεν μπορούν να τύ θεραπεύσουν ούτε ό νόμος, ούτε ο! Προφήτες, πα­ρά μόνον ό Χριστός.

Ή λύσις της ταλαιπωρίας της προσωπικότητας του ανθρώπου γίνεται με την άπομάκρυνσι της αμαρ­τίας από την εικόνα του" θεοΰ. Τοΰτο γίνεται μόνον με τύν Χριστό. Ό Χριστός είναι ή μόνη σωτηρία. Με την σάρκωσι του θεοΰ Λύγου αρχίζει ή οικονομία της λυτρώσεως του άνθρωπου. Απεστάλη ό Λύγος εν-δυσάμενος την σάρκα καί κρυπτών την θεότητα κάτω

35

από τήν σάρκα δια να σώση δια του όμοιου το 6-αοιον. Όριστικύς σκοπύς της σαρκώσεως του θεοΰ Λόγου είναι ή ένωσις της ψυχής του άνθρωπου με τον Δημιουργόν της.

Ό Χριστός ήλθε δια να κάμη την ψυχήν καθαρή καί άναμάρτητον. Ήλθε δια να δώση την δυνατότητα εις τον άνθρωπο να άντιπαλαίση κατά της αμαρτίας καί να αποτίναξη, με την βοήθεια του Κυρίου, τον βα-σανιστικύν ζυγύν αυτής. «Τύ μεν γαρ άντιλέγειν τη α­μαρτία δύναται ή ψυχή, άνευ θεοΰ νικήσαι ή έκριζώ-σαι τύ κακόν ου δύναται»23. Ή σημασία της σαρκώ­σεως του θεοΰ Λόγου είναι δια τον "Αγιον Μακάριον το πιύ βαθύ μυστικύ καί βιωματικύ γεγονύς. «Ό άπει­ρος θεύς τη χρηστύτητι αύτοΰ έσμίκρυνεν αύτύν καί ένεδύσατο τα μέλη του σώματος τούτου καί περιέλα-βεν εαυτόν από της απροσίτου δόξης καί δια ήμερό-τητα καί φιλανθρωπίαν μεταμορφούμενος σωματο­ποιεί εαυτόν καί παραλαμβάνει τάς αγίας καί εόαρέ-στους καί πίστας ψυχάς καί γίνεται μετ' αυτών είς εν πνεΰμα, κατά τον λύγον του Αποστόλου Παύλου (Α' Κορ. 6,17)»24.

24

-

υ το° Αιγαίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλΐο Γ', σελ. 27. ίου του Αιγυπτίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλία Δ', σελ. 31.

 

 

36

Μια προσεκτική ματιά εις το βάθος της ψυχής

αν *δής τιίν κατάστασιν του εαυτού σου δεν £-χεις να άσχοληθής με τίποτε άλλο, παρά μόνον με τν εαυτόν σου.

Εάν ίδής το βάθος της ψυχής σου δεν έχεις παρά να αίσθανθής πόνον και θλϊψιν. Ό πόνος όμως αυτός καί ή θλίψις θεραπεύουν την ψυχήν.

Εάν ΐδής το βάθος της ψυχής σου θα χύσης δά­κρυα πικρά -διαφέρουν αυτά από τα δάκρυα της αγά­πης του θεοϋ- καί θα ζήτησης εκ βαθέων το έλεος του θεοϋ.

Εάν ίδής την εικόνα της ψυχής σου θα απόκτη­σης αύτογνωσίαν καί ταπείνωσιν ειλικρινή" πλην τοΰ-το γίνεται ολίγον κατ' ολίγον καί εξαρτάται από τον φωτισμόν του νοός σου. Ό δε φωτισμΰς του νοός σου από την καθαρότητα οπού έχεις.

Εάν ίδής το βάθος της ψυχής σου θα αίσθανθής τον θρήνον του Αδάμ, όταν έξήλθεν του Παραδείσου, διύτι καί ή ιδική σου ψυχή, ως έχει τώρα, ευρίσκεται έκτύς του παραδείσου.

Εάν ίδής τύ βάθος του εαυτού σου θα είπής μαζύ με τύν ίερύν ψαλμωδύν: «προσελεύσεται άνθρωπος καί καρδία βαθεΐα» (Ψαλμός 63, 7).

Εάν ίδής τύ βάθος της ψυχής σου θα εΐπής πάλι: «ουκ εστίν ειρήνη εν τοις όστέοις μου από προσώπου των αμαρτιών μου» και «προσώζεσαν καί έσάπησαν οί μώλωπες μου από προσώπου της αφροσύνης μ°υ>) (Ψαλμός 37, 4, 6).

37

Εάν ίδής τύ βάθος της ψυχής θα είπής πάλι: Κύ-

πολλή είναι ή αμαρτία μου. Τί θα απογίνω; Λύ-

,%λρ αε εκ του βυθού της απώλειας «μη καταπιέτω

ΈΡΦΟ&      \Κ' ,*,·>'·                           ι                      ι·                            5

με βυθύς, μηδέ συσχετω επ  εμε φρεαρ το στόμα αυ-τοϋ»(Ψαλμ.68, 16).

Εάν ίδής τύ βάθος της ψυχής σου θα γίνης επιει­κής καί συγκαταβατικός προς τους άλλους καί πολύ αυστηρός προς τον εαυτόν σου.

Εάν ίδής το βάθος της ψυχής σου, τίς πληγές, τα τραύματα, την δυσωδίαν, τύ σκύτος και δλην την άκα-θαρσίαν της ψυχής, πίστευε πώς κάνεις αρχήν μετα­νοίας και έχεις ανάγκην πολλών δακρύων25.

Εάν ίδής τα βάθος της ψυχής σου μην αποθαρρύ­νεσαι. Αγάπη καί ευδοκία θεοϋ είναι δια να σώσης εκ του θανάτου την μονογενήν σου. Ψάλε ικετευτικά μαζύ με τον προφήτην: «Μη άποστρέψης το πρόσω­πον σου άπύ του παιδός σου, ότι θλίβομαι, ταχύ έπά-κουσόν μου. Πρόσχες τη ψυχή μου καί λύτρωσαι αυ­τήν» (Ψαλμός 68, 18, 19).

Και πώς όλα αυτά γίνονται καί άλλα όσα δεν πε­ριγράφονται; Ό νους όρα, εν αίσθήσει ψυχής, κατά την ωραν της προσευχής την κατάστασιν αυτής.

*Γ^      -     *

^ νους είναι το φως της ψυχής καί θεωρύς αυ­τής.

^ *° κροαποτεθείς ιός εν ήμϊν της κακίας, πολύς ων, πολύ καί τω   ,** α|:>α> το καθαρτικόν δια δακρύων χρήζει της μετανοίας και εκουσίων της ασκήσεως πόνων». Νικήτα του Στηθάτου; Φι-Καλνα· Τόμος 3ος, σελΐς 300 θ'.

 

38

Ή επιμέλεια της ψυχής , δια την άποκατάστασιν της υγείας αυτής

Πρώτος σκοπός του άνθρωπου εις τον κόσμον αυ­τόν είναι να φθάση ολίγον κατ' ολίγον εϊς ήλι-κίαν πνευματικήν δια της καλλιέργειας των αρετών «μέχρι καταντήσωμεν... εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χρίστου» (Έφεσ. δ' 13). Καί ό δεύτερος σκοπός καί προορισμός του ανθρώ­που είναι να γίνη άξιος να κατοίκηση εις τάς ουρά­νιους σκηνάς, να ευρέθη εις τον παράδεισον, να συνα-ριθμηθή εις τον χορόν όλων των άγιων και να ψάλη με όλους τους Αγγέλους καί τους Αγίους τον έπινί-κιον ΰμνιον προς την 'Αγίαν Τριάδα.

Δια να επιτυχή αυτούς τους δύο σκοπούς ό άν­θρωπος πρέπει να άσκηθή εις δύο μεγάλους αγώνας.

Πρώτος άγων είναι να λαβή την χάριν του Άγιοι) Πνεύματος. Ή χάρις του Αγίου Πνεύματος συγκρατεί και ζωογονεί την ψυχήν. Το Άγιον Πνεύμα είναι ή ψυχή της ψυχής. Κάθε αγωνιζόμενος χριστιανός εν τω μετρώ του δυνατού πρέπει να γίνη δεκτικός Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δια να επιτυχή προορισμόν του.

Δεύτερος άγων είναι ή διατήρησις της χάριτοζ του Αγίου Πνεύματος, το όποιον είναι καί δυσκολω-τερον. Χωρίς την χάριν του Αγίου Πνεύματος παρα­λύουν καί διαφθείρονται όλα τα αγαθά νοήματα τηζ ψυχής. Εκτρέπεται ή ψυχή εκ της ευθείας όδοΰ" ο αν-θρωπος δεν ορθοφρονεϊ καί γίνεται χοϊκός «Ό πρ">"

39

το, «νθρωπος εκ της γης χοϊκός, ό δεύτερος άνθρω-ε δ Κύριος εξ ουρανού" οίος ό χοϊκός τοιούτοι καί ί χοΐκοί, καί οίος ό επουράνιος, τοιούτοι καί οι έ-^ουράνΐοΐ»(Α'Κορ.ιε'47,48).

Καί ποίος είναι ό χοϊκύς; Είναι ό υπερήφανος, ό κενόδοξος, ό φιλήδονος, ό φιλάργυρος, Ο μνησίκα­κος, ό ψεύστης, ό άδικος, καί ό φορεύς κάθε άλλης Β κακ(ας. Από όλα αυτά τα κακά ό άνθρωπος φθάνει να μην είναι πλέον κατ' εικόνα καί όμοίωσιν θεοΰ, οπού έπλάσθη εξ αρχής, αλλά κατ' είκύνα του διαβόλου, ό­που έδημιούργησε την κακίαν.

Καί ποιος είναι ό επουράνιος; Είναι ό ευθύς, ό δί­καιος, ό όσιος, ό αληθής, ό αγαθός, ό ελεήμων, ό εΰ-σπλαγχνος, ό μακρύθυμος, ό άνεξΐκακος, Ο φιλάνθρω­πος. Αυτά είναι τα ιδιώματα του επουρανίου ανθρώ­που, του Χρίστου, ό όποιος φωτίζει τον νουν μας να βλέπη καί να έννοή Ορθά καί καθαρά. Διύτι χωρίς τύν φωτισμόν του θεοΰ έκτρεπόμεθα εκ της ευθείας όδοϋ καί πλανώμεθα είς τα σκοτεινά μονοπάτια της αμαρ­τίας, άλλος όλιγώτερον καί άλλος περισσύτερον.

"Γΐ

νΛκας ο παλαιός άνθρωπος «φορεΐ ένδυμα βασι­λείας του σκότους, ένδυμα βλασφημίας, απιστίας, ά-ψρβιας, κενοδοξίας, υπερηφάνειας, φιλαργυρίας καί τα αλλά ομοίως της βασιλείας του σκότους, φορέματα ρακωδη, ακάθαρτα καί μιαρά. Οΰτω πάλιν όσοι άπε-υσαντο τον παλαιύν καί καταχθύνιον άνθρωπον καί εξεόυσεν ό Ιησούς τα ενδύματα της βασιλείας του

ΟΚΟΤΟΠι*    *      Χ ' '          ι                          π   γ                     '

>ϊ ενεουσατο τον νέον καί έπουράνιον άνθρω-ένδύ ησ°°ν ΧΡιστον· Καί ένέδυσεν αυτούς ό Κύριος, £_ υ*ί^τα Ρασιλεΐ«ς φωτύς αρρήτου, ενδύματα πίστε-

ελπίδος, αγάπης, χαράς, ειρήνης, άγαθωσύνης,

 

40

χρηστότητας καί πάντα ομοίως τα έξης, φωτός, ζωής θεϊκά, ζώντα, αναπαύσεως άνεκλαλήτου»26.

Ή φροντίδα και ή επιμέλεια δια την άποκατάστα-σιν της υγείας της ψυχής είναι το κυριώτερον μέλημα του ανθρώπου. Εάν κανείς δεν αίσθανθή την άσθέ-νειαν της ψυχής του, πώς θα ελθη εις έπίγνωσιν του έ-αυτοΰ του; Καί πώς θα προστρέξη εις τον μόνον ΐα-τρόν, τον "Ιησουν Χριστόν, εάν άγνοή, την ψυχικήν του κατάστασιν;

Ή ψυχή όμως ή οποία βαδίζει την όδόν της μετα­νοίας, έπιγινώσκει τα τραύματα αυτής καί το σκότος των παθών πού την καλύπτει καί διαπαντός επιζητεί τον Κύριον, δια να εύρη την θεραπεΐαν αυτής. Ή ψυ­χή ή οποία βλέπει την πτωχείαν της εννοεί, ότι εξ αι­τίας της αμαρτίας είναι γυμνή καί έρημος από της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος.

Κατά την θεόσδοτη οικονομία της ζωής, ούτε το σώμα, ούτε ή ψυχή ζουν αποκλειστικά από την ιδική τους φύσι. Διότι όπως το σώμα εάν μείνη μόνον είς την φύσιν του καί δεν λαβή έξωθεν κάποια τροφή δια­φθείρεται καί καταστρέφεται. «Κατά τον ίδιον τρόπον καί ή ψυχή, ή μη έχουσα φως θείον, κτισθεϊσα δε κατ' εικόνα θεοϋ. Ούτω γαρ ώκονύμησε καί εύδόκησεν ε-χειν την ζωήν' ουκ εκ της ιδίας φύσεως, άλλ' εκ της ε-αυτοΰ θεότητος, εκ του ίδίου πνεύματος, εκ του ιδίου φωτός, έχει βρώσιν καί πόσιν πνευματικήν και ενδύ­ματα ουράνια, α εστίν ή όντως ζωή της ψυχής» τούτο είναι φρόνιμες οί πέντε εκείνες παρθένες Ευαγγελίου (Ματθαίου κε' 2-4) πού ζητούν καί

41

26. Μακαρίου του Αιγυπτίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλ. Β', σελ. 25.

27. Μακαρίου του Αιγυπτίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλία Α', σελ. 23.

Ρίνον τήζ εαυτών φύσεως... τουτέστιν την ά­νουν «τ° ν**^       „    , ,   ~    γ »·« .         .         τ ωθεν χάριν του Πνεύματος», ενώ οι άλλες πέντε εί-

ναι μωρές, διότι έμειναν «εν τη ιδία φύσει»28.

Όταν ό άνθρωπος εμπιστεύεται τύν εαυτόν του εϊ- τον θεόν καί καλλιεργεί τάς άρετάς διπλασιάζει τήν δύναμίν του, διότι συνδέεται με τον θεόν. Το 6-μοιον ενώνεται με το δμοιον καί έτσι γίνεται μέτοχος του Αγίου Πνεύματος. Ή ψυχή ή οποία είναι δεμένη από τα πνεύματα τίς πονηρίας καί τίς δυνάμεις του σκότους δεν είναι Ικανή χωρίς την θεία χάρι «ως θέ­λει αγαπάν τον Κύριον καί ως θέλει πιστεύειν»29.

Εκ των ανωτέρω συμπεραίνεται δτι δια να γίνη ι­κανός Ο άνθρωπος να άποδεχθή την θείαν χάριν οφεί­λει να άγιάση όλες του τίς αισθήσεις, της ψυχής καί του σώματος* να ξεντυθή τον παλαιύν ανθρωπον καί να ένδυθή τύν νέον της χάριτος, τον Χριστόν, κατά την συμβουλήν του Αποστόλου Παύλου λέγοντος1 «άπεκδυσάμενοι τύν παλαιόν ανθρωπον συν ταΐς πρά-ξεσιν αυτού καί ένδυσάμενοι τύν νέον τύν άνακαινού-μενον είς έπίγνωσιν κατ* εικόνα του κτίσαντος αυτόν» (Κολασ.γ'9-10).

^λη, λοιπόν, ή επιμέλεια καί ή βία καί ή ασκη-οις του ανθρώπου γίνεται δια την διακόσμησιν της ΨυΧής δια των αρετών αϊ όποϊαι χαρίζουν την καθα-

ρότητα είς την ψυχήν. <γτ

γι προσευχή είναι ό μεγαλύτερος οδηγός καί δι-

^ασκαλος είς τήν ζωήν το0 ανθρώπου. Με την προσ-

*?ν αΡΧίζει να συγκεντρώνεται ό νους ό Οποιος εί-

ι<ϊσκορπισθή από τήν αμαρτία. Ή νοερά προσευ-

 

 

τ°ϋ Αίγυπτίου: ^νθ· ανωτέρω, Όμιλία Δ', σελ. 30. το° Αιγυπτίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλ. ΙΕ', σελ. 76.

 

 

42

43

χή -Το Κύριε Ίησοΰ Χριστέ, Έλέησύν με- είναι 6 πιο σύντομος δρόμος δια την έπιστροφήν του νοός ε( την ψυχήν καί δια την διακοπήν του μετεωρισμού Με την έπιστροφήν του νοός είς την ψυχήν άρχίζει α άνθρωπος να ελευθερώνεται από τα πάθη, να λειτουο, γοΰν αί δυνάμεις της ψυχής καί να διορθώνεται ή σ^ νείδησις, Ό καθαρισμός καί ό φωτισμός της ψυχής κινείται σύμφωνα με τον ρυθμό της προσευχής. "Οσο περισσότερο καί καθαρώτερα προσεύχεται κανείς, τό­σο περισσότερο καθαρίζεται καί φωτίζεται καί γίνεται ή ψυχή ναός του θεού.

θα χρησιμοποιήσωμεν τώρα τρία παραδείγματα δια να γίνη περισσότερον κατανοητή καί σαφής ή ε­πιμέλεια της ψυχής.

Ό φιλόσοφος Σωκράτης εις την αρχαία Αθήνα κατεδικάσθη είς θάνατον καί από την φυλακήν όπου εύρίσκετο απηύθυνε προς τους κατηγόρους του τα α­κόλουθα αξιοπρόσεκτα λόγια περί της φροντΐδος της ψυχής;

«Εγώ, ώ άνδρες Αθηναίοι, σας εκτιμώ καί σας α­γαπώ, αλλά θα συμμορφωθώ περισσότερον με την δια-ταγήν του θεού, παρά με την ίδικήν σας. Και εν όσο) αναπνέω καί έχω δύναμιν δεν θα παύσω να φιλοσοφώ καί να σας παρακινώ καί να σας προτρέπω, οποίον α­πό σας συναντώ καί να λέγω αυτά πού συνηθίζω, δη­λαδή: ΤΩ άριστε άνθρωπε, συ που είσαι Αθηναίος, πο­λίτης πόλεως μεγίστης καί φημισμένης δια την σο- Λ φίαν της και το μεγαλεΐόν της, δεν έντρέπεσαι να φροντίζης δια χρήματα, πώς να απόκτησης περισσό­τερα και δια δύξαν καί κοινωνικήν ύπύληψιν, να μήν ενδιαφέρεσαι δε και να μη φροντίζης καθύλου δια την πνευματικήν σου άνάπτυξιν καί δια την άλήθειαν κα

* · «Αν Μ/υχήν σου, πώς να γίνη όσον τύ δυνατόν κα-ι   *βα· Διότι εγώ περιέρχομαι την πόλιν χωρίς να 'ττο) τίποτε άλλο παρά να συμβουλεύω καί τους νε-

*Ρέοους καί τους πρεσβυτέρους από σας, να μη φρο-ν^ζετε οΰτε δια τα σώματα σας ούτε δια χρήματα πρωτύτερα καί περισσύτερον από την ψυχήν σας, πώς να γίνη όσον είναι δυνατύν αρίστη. Καί λέγω ότι με τα χρήματα δέν αποκτάται αρετή, αλλά με την αρετή ν αποκτούν οί άνθρωποι καί χρήματα καί όλα τα άλλα αγαθά, τόσον είς τον ίδιωτικόν όσον καί είς τον δημύ-σιον βίον των. Αν λοιπύν λέγων αυτά διαφθείρω τους νέους, ας τα θεωρήσωμεν βλαβερά. Αν όμως ίσχυρι-σθη κανείς ότι λέγω άλλα καί όχι αυτά, δέν λέγει κα­θόλου την άλήθειαν»30.

Ό Μέγας Βασίλειος είς την όμιλίαν εις τύ «Πρόσεχε σεαυτω»31 με πολύ παραστατικό τρόπο εισ­δύει εις το βάθος της ψυχής καί αναλύει όλες τίς ενέρ­γειες καί τίς εκδηλώσεις αυτής καί μας προτρέπει να έπιδεικνύωμεν μεγάλο ενδιαφέρον καί φροντίδα δια να εύπρεπίζωμεν τύ κάλλος αυτής δια της αρετής. «Πρόσεχε σεαυτω». Δηλαδή οΰτε τα δικά σου, οΰτε τα

δια- γύρω από έσέ, αλλά πρύσεξε μύνον τύν έαυτύν σου.

οσφ  ψ Διότι άλλο πράγμα είμεθα ημείς οί ίδιοι καί άλλο πράγμα τα δικά μας καί άλλο τα γύρω άπύ μας. Ημείς είμεθα η ψυχή καί ό νους, διύτι εχομεν πλασθή σύμ­φωνα με την εικόνα του κτιστού μας. Τί λοιπύν λέγει 0 λόγος της ^Γραφής; Μη δίδης σημασίαν είς την σάρ-?* ούτε να έπιζητής με κάθε τρόπον δ,τι είναι αγαθόν ^αυτήν, δηλαδή όμορφιάν καί απολαύσεις ήδονικάς οΰτε να θαυμάζης χρήματα καί δόξαν

 

 

*Απολ°νία Σωκράτους, κεφ. Δ'.

°ο έργα, ΕΠΕ, Τόμος 6ος, σελίς 223.

44

καί έξουσίαν. Άλλα πρόσεχε τον εαυτόν σου, την ψυχήν σου. Αυτήν στόλιζε και αυτήν φρόντιζε στε δια της προσοχής να κατορθώνης να την άπ'α)ν. λάσσης από ολόκληρο ν τον ρύπο ν πού έπικάθεται εί-αύτήν από την πονηρίαν, να άποκαθαίρεται κάθε αί­σχος κακίας καί να την κοσμής καί να την φαιδρύνης με όλον το κάλλος της αρετής. Εξέτασε τον εαυτόν σου' ποιος είσαι; γνώρισε την φύσιν σου, ότι το μεν σώμα σου είναι θνητόν, ή δε ψυχή σου αθάνατος καί ότι ή ζωή μας είναι διπλή. Ή μεν προσιδιάζει εις την σάρκα καί περνά γρήγορα, ή δε άλλη συγγενεύει με την ψυχήν καί δεν επιδέχεται περιγραφήν. Πρόσεχε, λοιπύν, τον εαυτόν σου καί μη προσκολληθής εις τα θνητά ωσάν σε αιώνια, μήτε να καταφρόνησης τα αιώ­νια ωσάν περαστικά.

Τώρα θα άναλύσωμεν το τρίτον παράδειγμα καί θα άνέλθωμεν άκύμη υψηλότερα, διότι θα μελετήσω-μεν ένα μικρό κείμενο από το Άσμα "Ασμάτων, Το έρ­γο αυτό του Σοφοΰ Σολομώντος μας οδηγεί εις την τε­λειότητα της αρετής.

Δια να έξέλθη Ο νους μας από την φαντασία και την ματαιότητα του κόσμου τούτου Ο Κύριος μας προ­στάζει να άποτινάξωμεν από τα μάτια της ψυχής ^μαζ τον βαρύ ύπνο της αγνοίας καί αμελείας. Μας υπο­βάλλει δε να εύρισκώμεθα σε ετοιμότητα και εγρτ γορσι λέγοντας: «έστωσαν αί όσφύες υμών περιεζρ)· σμέναι καί οι λύχνοι καιόμενοι» (Λουκά ιβ' 35). Δίο** το φως διώχνει άπύ τα μάτια τύν ύ'πνο καί ή μέση ποο την σφίγγει ή ζώνη κάνει τύ σώμα να μη μπορή ν κοιμηθή. λ

Αν θέλωμεν να κληρονομήσωμεν την βασιλεία των ουρανών, πρέπει να είμεθα πάντοτε έτοιμοι και

45

οι δια να εκτελούμε είς πάσαν περίστασιν τα πα-

ΥΡυγέλαατα του Κυρίου μας καί να είμεθα πρύθυμοι

Ρ^ τόν υπηρετήσουμε" «μακάριοι οι δούλοι εκείνοι,

ηΰί Ιλθών ό Κύριος εύρήσει γρηγοροΰντας, αμήν λέ-

ίν.',αϊν δτι περιζώσεται και άνακλινεΐ αυτούς, καί πα-

ΤΓΙΖ*        γ ΐ             *               /Α                    "**        Γϊ'  *Π\

ρελθών διακονήσει αυτούς» (Λουκά ιβ 37).

Επειδή είναι άξιομακάριστο να υπάκουη κανείς είς τόν Κύριον, όταν χτυπά ή πύρτα της ψυχής, ας πα­ρακολουθήσουμε πώς υπακούει ή Νύμφη εις τύν Λύ-γον, πώς τύν υποδέχεται καί πώς ανοίγει την θύραν.

«Φωνή του άδελφιδοϋ μου κρούει επί την θύραν». "Εβγαλα τύ πουκάμισο μου, πώς να το ξαναφορέσω; Έπλυνα τα πύδια μου, πώς να τα λερώσω; Έςεδυσάμην τύν χιτώνα μου, πώς ένδύσομαι αύτύν; Ένιψάμην τους πόδας μου, πώς μολύνω αυτούς;

(Άσμα Ασμάτων Ε' 5-7)

—εντύθηκε ή Νύμφη εκείνον τόν δερμάτινον χιτώ­να, πού ντύθηκε από την αμαρτία καί έπλυνε από τα ποδιά της τα χώματα πού την έλέρωσαν και υποδέχε­ται τόν θεόν Λόγον. Αύτύς πού ξεντύθηκε τύν πα-λαιύν ανθρωπον, άνοιξε την θύραν της ψυχής του είς τον θείον Λύγο ν. Όταν ό Κύριος είσέλθη μέσα, ή ψυχή τόν κάνει ένδυμα της κατά την συμβουλή του Α­ποστόλου Παύλου, πού διατάζει" οποίος ξεντυθή την ^ουρελιασμένη οΊΤολή του παλαιού ανθρώπου να φο-καινούργιο χιτώνα πού δημιουργήθηκε 6-μέ όσιότητα καί δικαιοσύνη" «άπο-τήν προτέραν άναστροφήν τόν πα-ίΤΚ απ' ' Τ0ν Ψ^Φόμενον κατά τάς επιθυμίας μών Κί£τΊ)ς',!*νανεοϋσθαι δε τω πνεύματι του νοός ύ-ενόυσασθαι τόν καινόν ανθρωπον τύν κατά 

46

θεόν κτισθέντα εν δικαιοσύνη καί όσιότητι της α θείας» (Έφεσίους δ' 22-24).

Τύ φύρεμα αύτό είναι ό Χριστός. Δια τοΰτο λένει ή Νύμφη: «"Εβγαλα τον χιτώνα μου πώς νά τον ξανά-φορέσω;» Ποιος βλέποντας επάνω του τον ήλιόμορφ0 χιτώνα του Κυρίου πού είναι με καθαρύτητα και α­φθαρσία, τέτοιο πού τύν έδειξε εις την Μεταμόρφο». σιν επάνω είς τύ όρος Θαβώρ, θα καταδεχθή νά φορέ-ση τύν φτωχύ καί κουρελιασμένο χιτώνα της αμαρ­τίας;

Αυτή είναι ή αρετή, ή καθαρύτης και ή αφθαρσία της ψυχής" καί όταν ή ψυχή τα αίσθανθή αυτά δεν δέ­χεται πλέον επάνω της τις λάσπες της ηδονής καί τήν άπάτην της πολυποίκιλου αμαρτίας.

"Ας παρακολουθήσωμεν τώρα τήν Νύμφην δια νά θαυμάσωμεν τό υψος της αρετής. "Εβγαλε λοιπόν έ-κεΐνον τον δερμάτινον χιτώνα καί έπλυνε άπό τήν α­καθαρσία τα πόδια της. Δεν φοράει πια εκείνο τό κα-ταξεσχισμένο φύρεμα, ούτε πατάει τα πύδια της είς τήν γη.

"Ακουσε τότε τήν φωνήν του άδελφιδοϋ της: «&" νοιξόν μοι, αδελφή μου, ή πλησίον μου». Και ανοίγει τήν πύλη της ψυχής της δια νά είσέλθη ό Βασιλεύς της δόξης. Άλλα τό πλάτος της θυρίδος πού άνοίχθη· κε ήταν ένα μικρό τρύπημα, μια μικρή θυρίδα, άπό τήν οποίαν, όχι βέβαια ό Νυμφίος, αλλά μόλις τ ρι του έχώρεσε νά πέραση. "Ετσι ή Νύμφη παρ' τήν ετοιμασία αυτής κατόρθωσε νά ίδή μόνο το του Νυμφίου. «Ό άδελφιδός μου έβαλε τύ χέρι του α­πό τήν θυρίδα».

Καί τοΰτο διύτι δεν μπορεί ή ανθρωπινή

47

 

ργθή μέσα της την απεριόριστη καί άπερίλη-'Λ^, &^_,  ^α[ ^ Νύμφη απο τό θέαμα αύτό

απο τ       αμα ατ

Ή ταραχή αυτή σημαίνει την εκπληξι άπό πού έφανερώθηκε, διότι ή Νύμφη κατενόησε -π τό κοντό τα έδημιούργησε αυτό τό χέρι του θεοϋ. <°Η κτίσις των όντων είναι έργο εκείνου του χεριού πού έφανερώθηκε εις τό άνοιγμα της οπής, όπως ό Ιω­άννης ό θεολόγος τό λέγει εις την αρχήν του Ευαγγε­λίου του: «πάντα δι' αύτοϋ έγένετο» (Ιωάννου Α, 3). Καί ό προφήτης Ησαΐας λέγει; «Ή χείρ μου έποίησε πάντα ταϋτα» (Ησαΐας 66, 2). Δια τον λόγον αυτόν τα­ράζεται καί έκπλήτεται ή καρδία, επειδή, αν δεν μπο-ρή να καταλάβη τί είναι εις την ούσίαν του ό ουρανός ή ό ήλιος, πώς θα καταλάβη την θεία φύσι πού είναι επάνω άπό όλα αυτά;

Τό ίδιο γεγονός συνέβη και εις τον Μωϋσήν. Εί­πε ό Μωϋσής προς τον θεύν: «Σύ μου είπες. Γνωρίζω δτι συ είσαι άπό όλους τους ανθρώπους ό πλέον εκλε­κτός καί δι' αύτό έχεις την άγάπην μου και την εϋ-νοιάν μου. Εάν λοιπόν εύρήκα χάριν ενώπιον σου, φανέρωσε εις έμέ τον έαυτύν σου κατά ένα τρύπον αί-σθητόν δια να σε ϊδω με τα ίδια μου τα μάτια και έτσι να πεισθώ δτι έχω εΰρει χάρι ένώπιύν σου καί ότι το

μεγα.τ°δτο ^θν°ζ ε*ναι λα°ς ιδικός σου». Καί του ά­παντα ό θεός: «Δεν θα ήμπορέσης να ίδής τό πρύσω

πον μοιτ διότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να με αντί-εΐς

.^αί συνέχισεν ό Κύριος" «Ιδού τύπος εδώ πλη--„. - , &σου όρθιος επάνω εις αύτύν τύν βράνον. Ό-

•υ»    Πΐί/\·νρ*.ν £     λ

μου τ'      ,     ^,   ια ^ου δύξα, θα σκεπάσω με τύ χέρι

σο τό π'Ρ°σωπ°^ σου» έως ότου περάσω, θα άφαιρέ-

Χερι μου άπό τό πρύσωπύν σου καί θα με ϊδης

 

 

49

εκ των όπισθεν, αλλά τύ πρόσωπον μου δεν θα το Ι  ψ ν θεωρεί ως άνεσι καί ευκαιρία δια να άτενίζη δης» (Έξοδος 33, 20-23).                                          £           "^,Ι™ τύ θείον κάλλος, άφοΰ πλέον δεν θα την έ-

(/ τ

υ Μωϋσής είδε τόσα θαυμαστά γεγονότα από τον θεό. Παρ1 δλα ταύτα ή επιθυμία του δια την γνώ­σιν του θεοΰ δεν σταματά" ζητά κάτι περισσότερο α-κύμη. Καί εις την άκύρεστη αυτή επιθυμία του περνά άπύ μπροστά του ό θεός, σκεπάζει το πρόσωπον του με τύ θειο χέρι καί βλέπει μΰνο τα νώτα του θεοΰ ό Μωϋσής μετά άπύ τύ πέρασμα του.

Άλλα καί ή Νύμφη δεν σταματά έως εδώ. "Ετρεξε άπύ πίσω του να τύν εΰρη είς την πύλι:

«Τύν ζήτησα μα δεν τον βρήκα,

τύν φώναξα μα δεν μου ακούσε.

Με συνάντησαν οι φρουροί πού γυροφέρνουν

εις την πύλι, με χτύπησαν, με πλήγωσαν,

πήραν τύ πέπλο μου οί φρουροί του κάστρου»

(Άσμα Ασμάτων ε')

Φύλακας της πόλεως εκείνης είναι ό Κύριος δια τύν όποιον ό προφήτης λέγει: «Εάν μη Κύριος φύλα­ξη πύλιν, είς μάτην ήγρύπνησεν ό φυλάσσων» (Ψαλ­μός 126, 1). Φρουροί είναι οί άγγελοι οί όποιοι κυ-κλοφέρνουν καί φυλάγουν την πύλιν. Πύλις είναι η ψυχή. Είναι καλύ λοιπύν πού ή ψυχή βρέθηκε άπο τους αγγέλους. Όπως κάποτε τύ άπολωλύς πρόβατο βρέθηκε άπύ τον καλύν ποιμένα καί έγινε μεγάλη χα­ρά από τους αγγέλους είς τον ούρανύ.

Ή Νύμφη δεν λυπεΐται οΰτε δια το τραύμα ούτε δια την άφαίρεσι του πέπλου. Διότι θεωρεί το μεν τραύμα καύχησι καί παράκλησι του Άγιου Πνεύμα· τος: «ή ράβδος σου καί ή βακτηρία σου, αύται με π®' ρεκάλεσαν» (Ψαλ. 22, 4). Την δε άφαίρεσιν του #ε"

τό

μποδίζη το σκέπασμα του πέπλου.

Άλλα ας ανακεφαλαιώσουμε όμως με δύο λύγια το νόημα όλων όσων είπαμε έως εδώ.

Ή ψυχή ή οποία αγαπά τον θεύ δεν παύει ποτέ να ελκύεται καί να τρέχη πρύς τύ θείον κάλλος. Ό θείος πύθος ποτέ δεν διακύπτεται καί ή ψυχή θέλει πάντα να προχωρή πρύς τα έμπρύς λησμονώντας δ,τι μέχρι τώρα έγνώρισε δια τύν θεύν. Είναι αύτύ τύ ό­ποιον αισθάνεται ό Απόστολος Παύλος; «τα μεν οπί­σω έπιλανθανόμενος τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμε­νος» (Φιλιπ. γ'14).

«Στολήν με ένέδυσας θεοΰφαντον Σωτήρ' Εν τη Εδέμ ως εϋσπλαγχνος, εγώ δε σου παρεΐδον την έντολήν, πεισθείς τω άλάστορι καί γυμνός καθωράθην ό ταλαίπωρος».

Τροπάριον στ' Ωδής Κυριακής της Τυρινής

50

51

Ή εικόνα της ψυχής

 

θεύς προώρισε τους Χριστιανούς να γίνουν ό­μοιοι πρύς αύτύν καί να αποκτήσουν την αυ­τήν ήθικήν καί πνευματικήν μορφήν πρύς την άγίαν καί ένδοξον είκύνα του Υίοϋ του. Να ομοιάσουν δηλα­δή πρύς τύν χαρακτήρα, την αγιότητα, αλλά καί την ένδοξον κατάστασιν του Υίοϋ του θεοΰ. «Προώρισε συμμόρφους της είκύνος του υίοϋ αύτοΰ» (Ρωμ. η'29).

Ό άνθρωπος ευρίσκει τύ ΐδικύν του «κατ' εικό­να» εις τύν θεάνθρωπον Ίησοΰν. Ό ίδιος ό Χριστός αποκαθιστά την είκύνα του ανθρώπου καί ό ϊδιος σαν καλύς ζωγράφος «ζωγραφεϊ κατά την είκύνα αύτοΰ έ­πουράνιον άνθρωπον, εκ του αύτοΰ Πνεύματος" εκ της υποστάσεως αύτοΰ του φωτός του άνεκλαλήτου γρά­φει είκύνα ούράνιον»32.

Ή πραγματική ζωή της ψυχής εξαρτάται άμεσα α­πό την εικόνα του Χρίστου. Οί Χριστιανοί από το "Α­γιο Πνεύμα γνωρίζουν ότι έχουν την είκύνα του Χρί­στου. Ή ψυχή ή Οποία δεν έχει τύ "Αγιον Πνεύμα είναι νεκρή. Αν, λοιπύν, κάποιος δεν γεννηθή από το Αγιον Πνεϋμα δεν μπορεί να φορέση τον έπουράνιον καί πο-λύτιμον μαργαρίτην, πού είναι ό Χριστύς ό Κύριος.

Οί χριστιανοί δια του Αγίου Πνεύματος φέρουν την είκύνα του επουρανίου ανθρώπου πού είναι ό > στύς' και με τύ Αγιον Πνεϋμα μεταμορφώνονται είκύνα του Χρίστου. Δια τύν σκοπύν αύτύν ήλθε Χριστός εις τύν κόσμον.

32. Μακαρίου του Αιγυπτίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλΐα Λ', σελ.

 

) Χριστιανός ξεντύνεται τύν παλαιύν άνθρωπον '^ρτπι τον έπουράνιον καί καινύν άνθρωπον, ό ντίί"**1,     ι ·>  '     *       « Ανοιας ε{ναι ό Χρίστος. Αυτός είναι ο προαιώνιος

οορίσμός του ανθρώπου" «Ό Αδάμ την έντολην πΡ κατά δύο τρόπους άπώλετο, ένα μεν ότι άπώ-

ατού τ    ω-

ς το κτήμα το καθαρύν της φύσεως αυ

κατ' είκύνα καί όμοίωσιν θεοΰ, έτερον δε α­π υτήν την εικόνα, εν ή άπέκειτο αύτω κατ' έ-παγγελίαν ή επουράνιος κληρονομιά»33. Όπως ακρι-

ραϊον

βώς ένα χρυσό νόμισμα το όποιον έχει την είκνα το Βασιλέως, εάν παραχαραχθή, ό χρυσός ^καί ή είκύνα του Βασιλέως δεν χρησιμεύει πλέον. Αυτό έπαθε καί ό Αδάμ. «Από θεοΰ απέθανε, τη δε ιδία φύσει ζή»34.

Από αυτήν την θείαν έλλαμψιν καί λαμπρότητα, βλέποντας την φύσι μας γυμνωμένην με την παράβα-σιν, ό Λόγος του θεοΰ, την συμπόνεσε δια την άσχη-μοσύνην της καί, άφοϋ την επήρε επάνω του από την μεγάλη του εύσπλαγχνΐα, την έδειξε πάλι επάνω εις το δρος Θαβώρ ντυμένη με λαμπρότητα εις τους τρεις εκλεκτούς μαθητάς του. «Παρουσίασε δηλαδή ποίοι είμεθα καί ποιοι θα είμεθα δι* Αύτοΰ εις τον μέλλοντα αιώνα, εάν προτιμήσωμεν να ζήσωμεν εδώ κατά τύ θέ­λημα του»33.

-.    ζ ^τ?ν Υ θείαν έλλαμψιν καί λαμπρότητα με-τειχε καί ό *Αδάμ πρίν από την παράβασιν και έφαίνε-ο ότι φορούσε δοξασμένη στολή. Καί έτσι δεν ήταν 0ςϊ ,^4 ήταν στολισμένος καλύτερα άπύ έκεί-που φορούν στέμματα στολισμένα με χρυσύ καί

 

Τ°- Αίγυπτίου:

τ°υ Α^υπτί°υ: το0 Παλαμδ

ΙΒ

. ανωτέρω, Όμιλ. ΙΒ'5 σελ. 61.

. ανωτέρω, Όμιλ. ΙΒ', σελ. 61. ) τόμος Δ. σελίς 158

 

 

52

λαμπερά πετράδια. Αυτό το θεϊον φως, αυτήν τήν θείαν έλλαμψιν καί χάριν ό Άπύστολος Παύλος τήν αποκαλεί ούράνιον κατοικίαν λέγοντας: «Δια τοΟτ0 στενάζαμε, ποθώντας να ντυθούμε τήν ούράνιον κα­τοικίαν μας' καί αν τήν φορέσουμε δεν θα ευρεθούμε γυμνοί» (Β'Κορ. ε'2-3).

Ή ψυχή, όταν υποτάσσεται εις τύν θεύν έχει 6-λην τήν ομορφιά καί τήν αρχοντιά της. Καί τούτο διύτι ή υπακοή χαρίζει εις τήν ψυχήν τήν ακατάπαυ­στη μνήμη, τήν θεωρίαν καί τήν διάπυρη αγάπη τοΟ θεού. Αυτό είναι καί ό πραγματικός στολισμός της Λ ψυχής. Τότε ή ψυχή επιτυγχάνει πραγματικά το «κατ' εικόνα καί καθ1 όμοΐωσιν» θεού και γίνεται χαριτω­μένη καί πολύ συνετή. Φωτιζόμενη δε ή ψυχή από τήν χάριν του Αγίου Πνεύματος διδάσκεται να αγαπά τον θεύν περισσύτερον άπύ τύν εαυτόν της καί τον πλησίον όπως τον έαυτύν της. Κατ' αύτύν τύν τρόπον διατηρεί τήν τάξιν καί τήν ωραιότητα της.

Αντιθέτως, όταν κάποιος αγαπά τήν άδικΐαν μι-σεΐ τήν ψυχήν του, κατά τον λύγον του ιερού ψαλμω­δού: «ό αγαπών τήν άδικΐαν μισεί τήν εαυτού ψυχήν» (Ψαλ. 10, 5). «Ξεσχίζει καί αχρηστεύει τύ «κατ' εικό­να θεού» πού έχει καί παθαίνει κάτι παραπλήσιο με εκείνους πού από παραφροσύνη χωρίς να το αισθάνο­νται καταξεσχΐζουν ελεεινά τίς σάρκες τους. Διύτι και αύτύς, χωρίς να το αισθάνεται, καταστρέφει και κατά-ξεσχίζει αθλιότατα τήν έμφυτη καλλονή του, τήν ω-( ραιότητα της ψυχής του" κατασυντρΐβει ανόητα τον ε­σωτερικό τριαδικό καί ύπερκόσμιο στολισμό της Ψϋ-χής, τον όποιον δημιουργεί ή αγάπη του θεού»36.

36. Γρηγορίου του Παλαμά, Φιλοκαλΐα, Τόμος Δ*, σελίς 148.

53

Αυτό τύ ίδιο θα πάθουμε καί εμείς σήμερα εάν ά-• δειλία, ή ανάγκη ή από διάφορες σκοπιμότητες άρ-ν^θοϋμε τον Κύριο καί δεχθούμε τα σχέδια του Αντί-!ρίστου τα όποια παραβιάζουν κατά τύν πιο βάναυσο τρόπο τύ αύτεξούσιον του ανθρώπου καί βεβηλώνουν τήν είκύνα της ψυχής μας κατά τύν πιύ επαίσχυντο τρόπο.

ΟΙ πρωτόπλαστοι άπεμάκρυναν θεληματικά τον ε­αυτόν τους από τήν μνήμη καί τήν θεωρίαν του θεοϋ' παρήκουσαν εις την έντολήν του καί συμφώνησαν με το νεκρό πνεύμα του σατανά καί εφαγον από το άπη-γορευμένο δένδρο.

Τότε όμως έγυμνώθησαν άπύ τα ζωηφόρα καί φω­τεινά ενδύματα της ουρανίου λάμψεως καί έγιναν καί αυτοί σαν τύν σατανά νεκροί κατά τύ πνεύμα. Επειδή ό διάβολος δεν είναι μόνον νεκρόν πνεύμα, αλλά νε­κρώνει καί εκείνους πού τον πλησιάζουν.

Αυτά τα όποια αναφέραμε έως εδώ δια τήν εικόνα της ψυχής θα προσπαθήσουμε με δύο απλές γεροντι­κές διηγήσεις να τα καταστήσουμε πιο σαφή καί φα­νερά.

«Διερρηξα νυν τήν στολήν τήν πρώτην, ην έξυφάνατό μοι ό Πλαστουργός εξ *Ρχής, και ένθεν κεϊμαι γυμνός»

Τροπάριον Β'ώδής Μ. Κανόνος.

Ενας γέροντας θέλοντας να δείξη τί μεγάλη ζη-προξενεί ή αμαρτία είς τήν ψυχήν του ανθρώπου διόβηΐ    κ°*-ασμένος άνθρωπος είναι ίδιος σαν τον τΐοα ^ιάβολος  καί  κολασμένος  είναι  το  ίδιο Οέα^" ^ ^πάρ^ει πι<^ άποτροπιαστικύ καί φοβερύ μα από τοϋ να ιδής κολασμένο άνθρωπο. Δεν άντε-

 

 

54 [=

χει εύκολα κανείς να άντικρύση αυτές τίς καταστά-σεις. Και τοϋτο διότι, όπως προαναφέραμε ό διάβολοο μεταφέρει τα ιδικά του ιδιώματα εϊς αυτούς πού τον α­κολουθούν.

"Ενας άλλος γέροντας μου διηγήθηκε ένα θαυμα­στό γεγονός, ακριβώς αντίθετο από το προηγούμενο το όποιον πολλή χαρά και ειρήνη θα φέρη εις την ψυ-χήν μας.

Έδιάβαζα, είπε ό γέροντας, ένα πατερικό βιβλίο καί ή ψυχή μου είχε θερμανθή από τα νοήματα του βι­βλίου εκείνου καί άρχισε μέσα μου να λειτουργή ή νοερά προσευχή. Επειδή όμως κουράσθηκε το σώμα μου έγειρα λίγο να ξεκουρασθώ. Με κατέλαβε έπειτα, χωρίς να το καταλάβω, έ'νας ελαφρός ύπνος. Μετά ό νους μου αρπάχτηκε είς τον ουρανό καί ευρέθηκα σε έκστασι. Πέρασα επάνω άπ' όλα τα Μοναστήρια του Αγίου Όρους καί μετά ανέβηκα πιο υψηλά. Ευρέθη­κα είς ένα υπέροχο τόπο, όπου έβασίλευε ή ειρήνη.

Ενώ έμεινα γοητευμένος άπύ τον θαυμάσιον αυ­τόν τόπον, συνεχίζει ό γέροντας, παίρνουν εμπρός μου δύο "Αγγελοι, οι όποιοι φορούσαν μια θαυμάσια καί υπέροχη ενδυμασία και έλαμπαν από το θείον φως. Τους κοιτούσα με πολύ θαυμασμό και αγάπη καί προσπάθησα τότε να τους φωτογραφίσω, νομίζοντας πώς έχω μαζύ μου φωτογραφική μηχανή. Έπρόσεξαν την κίνησί μου οι "Αγγελοι καί μου λέει ό ένας από τους δύο. Εμάς δεν μπορούν να μας φωτογραφίσουν αυτά τα μηχανήματα. ι

Δεν ημπόρεσα άλλο να κρατήσω τον μου και τους ερωτώ:

"Αγγελοι μου σας παρακαλώ, είπήτε μου, τί ο

 

55

, αυτή ή φορεσιά πού φοράτε; Καί μου άπα-{?η - - Γιατί σου φαίνεται παράξενο; Τέτοια θα γίνη ^Τδική σας φορεσιά. Καλά πήγαινε τώρα να προ-Κα4νήσης την Παναγία. Μετά από το δράμα αύτύ, πο­λύ συγκινημένος ό γέροντας είπε, ότι ήλθα πάλι είς τόν εαυτόν μου καί είδα δτι είχα δια μαξιλάρι το βι­βλίο αύτύ πού διάβαζα. ΈδΟξαζα έπειτα συνέχεια τύν Άγιον θεόν και Πατέρα μας δια την άπειρη αγάπη καί τιμή πού δείχνει είς τα πλάσματα του.

* * *

Έσπίλωσα, τύν της σαρκύς μου χιτώνα καί κατερ-ρύπωσα, το κατ' εικόνα Σωτήρ καί καθ' όμοίωσιν.

Τροπάριον Β' Ωδής Μ. Κανόνος

«Τόν κατ' εικόνα και όμοίωσιν, ρεύσαντα εκ πα­ραβάσεως, ίδών ό Ιησούς κατέβη, καί ώκησεν εν μή­τρα παρθενική αναλλοίωτος" ϊνα εν αύτη τόν φθαρέ-ντα "Αδάμ, ανάπλαση κράζοντα' Δύξα τη επιφάνεια σου, ό λυτρωτής μου και θεός».

Στιχηρύν ίδιύμελον είς την Αιτήν των Χριστουγέννων

 

56

Αΐσθησις καί ειλικρινής επιμέλεια ψυχής

3'Δ   ς κατέλθωμεν, ψυχή μου, εις τύ ταμεΐον σου -/Χ να ΐδωμεν τα έ'ργα σου' ας είσέλθωμεν εις την κατάπαυσίν σου, δια να μας δείξης την στολήν σου. θα μας οδήγηση έκεΐ ό Οφθαλμός σου1 ό νους θα εί­ναι ό ξεναγύς. Αύτύς είναι ό τροφοδότης σου' ό φωτι­σμός σου ή το σκύτος σου. «Ό λύχνος του σώματος εστίν ό όφθαλμύς' εάν ούν ό όφθαλμύς σου άπλοϋς ή, όλον τύ σώμα σου φωτεινόν εσται' Εάν δε ό οφθαλ­μός σου πονηρός ή, όλον το σώμα σου σκοτεινόν ε-σται» (Ματθ. στ'22).

θα γίνωμεν ίσως έκεΐ θεαταί φρικτού θεάματος. θα παρατηρήσωμεν τι μετέφερεν έκεΐ ό νους, όσα χρύνια ευρίσκεσαι εις αυτήν την ζωήν. θα άποκτήσω-μεν ιδίαν έπίγνωσιν της αμαρτίας ή οποία ευρίσκεται άποτεθειμένη έκεΐ. θα κλαύσωμεν πικρά καί θα πονέ-σωμεν φρικτά, διότι θα άντικρύσωμεν την εικόνα σου παραμορφωμένην. Δεν έτήρησες το ένδυμα σου άσπι-λον, αλλά κατέφθειρες αύτύ άπύ τίς απάτες του αιώ­νος τούτου.

«Ή καρδία έχει βάθος άπέραντον' έκεΐ εστίν ό θά­νατος, έκεΐ ή ζωή, έκεΐ εστίν ή αγαθή εμπορία καί ή ε­ναντία. Ώσπερ εάν ή παλάτιον μέγιστον και τούτο ε-ρημωθή καί πληρωθή πάσης δυσωδίας και νεκρών πολλών, ούτω καί τύ παλάτιον του Χρίστου ή καρδία εστί καί γέμει πάσης ακαθαρσίας και πολλών πονη­ρών πνευμάτων. Χρή ούν τοΰτο άνακαινισθηναι και α' νοικοδομηθήναι καί εύτρεπισθήναι τα ταμεία» ·

37. Μακαρίου του Αιγυπτίου: έ"νθ. ανωτέρω, Όμιλ. ΙΕ', σελ. 79.

ρα κα

$7

Βλέπω ψυχή μ°υ σκότος πολύ" βλέπω τραύματα φοβέρας. Ακαθαρσία ανυπόφορος είναι έκεΐ' τόπος δυσώδης καί φοβερός. Τώ-

εννοώ διατΐ τόσοι εμπαθείς λογισμοί αναβαίνουν

κατακλύζουν δλας μου τάς αισθήσεις «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοι­χεία, πορνεϊαι, κλοπαΐ, ψευδομαρτυρίας βλασφημίαι. Ταύτα έση τα κοινοϋντα ( = μολύνοντα) τον άνθρω-πον» (Ματθαίου ιε' 19-20).

ψυχή μου, ψυχή μου δεν γνωρίζεις τύ ποιόν σου" αγνοείς το βάθος σου. Καί ό "Αγιος θεύς δια να σε καθαρίση καί δια να απόκτησης ιδίαν πεΐραν της κα­ταστάσεως σου επιτρέπει να σε προσβάλουν οί πειρα­σμοί. Επιτρέπει να ταραχθή το βάθος σου' δια να ελ-θη ό βόρβορος εις την επιφάνεια" δια να ιδής ποια εί­ναι ή πραγματικότητα" δια να μην αύταπατάσαι καί ύ-περαίρεσαι' δια να απόκτησης φόβον ιερόν και μερι-μνήσης δια την σωτηρΐαν σου' δια να βάλης αρχήν μετανοίας καί νήψεως. «"Εστί πηγή ρέουσα ύδωρ κα-θαρόν καί υπόκειται βόρβορος· όταν ταράξη τις τον βόρβορον, όλη ή πηγή θολοΰται. Ούτω καί ή ψυχή ό­ταν ταράσσηται θολοΰται και κιρνάται τη κακία»38.

Τί  '

Λ,αι πως συνέβη τοΰτο ψυχή μου να ευρίσκεται ε-

ντός σου τόση αμαρτία;

Ή

δι'Λ ι παΡακ°η του Αδάμ έγινε αφορμή να γίνη ό

εϊν      α  Κ^ρΐ0ς τοΰ οΐκου σου· Καΐ 6λτ) ή τέ*ντ1 του α\ν« κρύπτεται· να ενεργή εκ των ενδοθεν, αλλά

φαίνετ?ι δτι υπάρχει. "Εγινε ή αμαρτία δευτέ-Ε^ Τ0ν ^νθΡωπον> ό όποιος δυσκολεύεται να την πλάνην καί την άπάτην των λογισμών.

°Καρΐ0υ το° Αιγυπτίου: ενθ. ανωτέρω, Όμιλ. ΙΣΤ', σελ. 85.

58

«Τούτο το πάθος είναι πολύ δεινόν και όλέθρίον  ' πειδή ό εχθρός μου σέρνει το νουν μου τον ίδικόν ύο» οπού θέλει καί εγώ νομίζω, πώς εκείνα τα περιτριγορί σματα του νοός μου καί οί μέριμνες καί οί φροντίδες είναι αναγκαίες καί ιδικές μου... Αυτή είναι ή πρώτη και μεγαλύτερη από όλες τις ψυχικές αρρώστιες»39.

Καί τώρα τι πρέπει να κάνης ψυχή μου; Να πο­ρεύεσαι μετά πολλής διακρίσεως και να παραμείνης άσυνδύαστος, άσύνθετος καί αφάνταστος. Καί εάν ϊδη ό Κύριος, δτι μετά γενναιότητας καί οργής αποστρέ­φεσαι τους γήινους και ρυπαρούς λογισμούς, ταχέως θα σου άποστεΐλη την εξ ύψους δύναμιν να υπέρτερη-σης καί καταφρόνησης την δύναμιν του διαβόλου. Καί ό φύλαξ άγγελος σου μετά περισσοτέρου σεβα­σμού θα ϊσταται πλησίον σου φρουρών καί ένισχύων σε εις τον αγώνα σου.

Δια τον λύγον αυτόν, ψυχή μου, πρέπει να χύσης -άφοΰ είδες πλέον την κατάστασίν σου- πολλά δά­κρυα μετανοίας, δια να διαλυθή το σκύτος καί να θα-νατωθή ό ιός της αμαρτίας40. "Αν εσύ δεν κοπιάση; θα σου προσφέρη ακουσίως δριμύτερον ποτήριον δια να καθαρισθής41.

39. Συμεών του Νέου θεολόγου: Τα ευρισκόμενα, έ"κδ. Βασ. ΡΠΥ°" πούλου, θεσσαλονίκη 1977, σελίς 63.

40. «Επειδή ό ιός της αμαρτίας πού έχει συσσωρευθή μέσα μας εί ναι πολύς, έχει ανάγκη λοιπόν καί από πολλή καθαρτική φ®τι της μετανοίας με δάκρυα καί εκουσίους κόπους της ασκήσεως»·

41. «Καθαριζόμαστε από τους μολυσμούς της αμαρτίας ή με **· σΐους κόπους, ή" με ακούσιες οδύνες πού επιτρέπει ό ®εος. προηγούνται οί εκούσιοι κόποι, δεν έρχονται οί ακούσιες ψεις. Όταν όμως οί εκούσιοι κόποι δεν καθαρίζουν το έσω κόν του ποτηριού, τότε έρχονται σφοδρότερες θλίψεις αι °    . , συντελούν εις την άποκατάστασί μας εις το άρχαΐον

59

Προσπάθησε να είσέλθης εις το ταμεϊον σου' ά-{£ον να ευρέθης είς το βάθος της καρδίας σου42. Ή βασιλεία του θεοΰ έντύς υμών εστίν» (Λουκά ιζ' 9?7 Μεγαλύτερα ωφέλεια άπύ αΰτύ πουθενά δεν θα βρης Ό θησαυρύς είναι κρυμμένος εϊς τύ βάθος της καρδίας σου. «Σπούδασον να είσέλθης εντός του τα­μείου της καρδίας σου καί θέλεις ίδή τύ ταμεϊον τύ ούράνιον' διότι εν είναι καί τα δύο και δια μιας εισό­δου συγχρόνως βλέπονται»   .

Κυρίως, ψυχή μου, πρέπει να προσέλθης μετά πί­στεως, ταπεινώσεως πολλής καί θρήνου εις τον Ίη-σοΰν Χριστόν, δια να ίατρεύσης δια της ευχής τύ ά-νΐατον τραϋμα της αμαρτίας καί δια να ξηράνης την πηγήν των ακαθάρτων λογισμών. Είναι αδύνατον με άλλον τρόπον να εϋρης την ύγείαν σου.

Φρόντισε ψυχή μου δια την σωτηρίαν σου. Γνώ­ρισαν την προτέραν εύγένειάν σου και δια της ασκή­σεως σπεϋσον να εύπρεπίσης την στολήν σου, δια να μη αΐσχυνθής ματαίως εν ημέρα της κρίσεως ενώπιον των Αγίων καί των Αγγέλων.

Ιώρα οπού έχεις καιρόν αίσχύνθητι δια την γυ­μνότητα σου καί ζήτησε μετά πίστεως να ένδυθής «ί-ματιον σωτηρίου» (Ησαΐας ξα', 10). Έπεζήτησε να α­πόκτησης την καθαρότητα δια του υπέρ ημών σταυ-

εντος 'ϊησοθ Χρίστου. Αύτύς είναι το άρρητον

. ,

° Οΐ*?ν6μησε ό τεχνίτης θεός» (Νικήτα του Στηθάτου, Φι-

«Έ*1-   ·°* Γ' Οελΐς 300)·

'δίαΤ^,^00 νοδζ καί πάντες οι λογισμοί της ψυχής. Ή Μ* Φι) η "ΐ'·        τ° το" λ°7ιστικοϋ ταμεϊον» (Γρηγορίου Παλα-™! ',Τόμος Δ'= σελΐζ 125).

ϊκ; "Εκδοσις Παπαδημητρίου

 

60

φως, ή οδός, ή αλήθεια καί ή ζωή καί εις αυτόν πρέ­πει πασά δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αίώνας. Αμήν.

, ήχος β'.

Εν άβύσσω πταισμάτων κυκλούμενος, την άνεξι-χνίαστον της ευσπλαχνίας σου επικαλούμαι άβυσσον εκ φθοράς, ό θεός με άνάγαγε.

 

 

61

Ή συνεργασία της θείας Χάριτος καί της θελήσεως του ανθρώπου

άνθρωπος αμάρτησε καί είναι πλέον αδύναμος να έλευθερωθή μόνος του από τα δεσμά του σκότους των πονηρών πνευμάτων, τα όποια είναι αί κρυπταί ένέργειαι των παθών. Είναι απαραίτητη ή θεία χάρις πού είναι ή δύναμις του Αγίου Πνεύματος. Ή σωτηρία επομένως του ανθρώπου εξαρτάται άμεσα από την συνεργασία δύο παραγόντων, της ανθρωπινής βουλήσεως καί της θείας Χάριτος.

Ή λυτρωτική αΰξησι της ψυχής δια μέσου της καλλιέργειας των αρετών κινείται κατά τον ρυθμό της συνεργασίας της θελήσεως του άνθρωπου καί της θείας χάριτος. Ή συνεργασία αυτή στηρίζεται εις την ελεύθερη άπόφασι του ανθρώπου να δεχθή την χάριν του θεοΰ. Ή θεία χάρις είναι προτρεπτική προς το αγαθόν καί όχι αναγκαστική. Καί δια του τρόπου αυτού διασώζεται το ελεύθερον καί το αύτε-ξούσιον του ανθρώπου. Είναι να θαυμάζη κανείς πό­σον σεβαστή είναι ή ελευθερία του ανθρώπου! Καί πόσον μεγάλη τιμή δίδει εις τον άνθρωπον το αύτε-ξούσιον αύτοΰ!

Η κεκλεισμένη πύλη του παραδείσου ανοίγεται καί ή πύρινη ρομφαία πού φυλάττει την εϊσοδον αυ­τής απομακρύνεται καί ή φωνή του Δεσπύτου Χρί­στου προσκαλεί τον αποκλεισθέντα άνθρωπον να εΐ-σελθη εις τύν τόπον της καταπαύσεως, αλλά ό άνθρω­πος αφίνεται ελεύθερος. Είναι ελεύθερος να άποφασί-ση εάν θέλη να εϊσέλθη ή όχι.

 

62

Όντως μεγάλη τιμή αποδίδεται είς τον άνθρωπθν άπύ τύ άνεπηρέαστον του αυτεξουσίου αυτού! 'Η τΐίιΐ: όμως αυτή μας προσδίδει συγχρύνως εύθύνην και ΰπο-χρέωσιν, δτι δεν πρέπει να ύποδουλώνωμεν τύ αυτέ-ξούσιον εις τα ταπεινωτικά πάθη καί τίς αμαρτωλές ε­πιθυμίες.

Ή άναγνώρισις υπό του Σωτήρος Χριστού της ε­λευθερίας του ανθρώπου μας διδάσκει, δτι ή σωτηρία μας δεν πραγματοποιείται μόνον υπό της απολύτου ε­νεργείας της χάριτος του θεού, αλλά καί υπό της συγ-καταθέσεως καί της συγχρόνου θελήσεως του ανθρώ­που. Βεβαίως πρωτεύει ή χάρις του θεού εις την σω-τηρίαν των ψυχών μας, διότι ό Σωτήρ διέχυσε το φως της χάριτος προς τους εν σκύτει καί σκιά θανάτου κα­θήμενους καί έπεζήτησε τύ άπολωλύς πρύβατον, τον πλανηθέντα άνθρωπον καί τύν άνεκάλεσε είς την ό-δύν της σωτηρίας, αλλά δχι όλιγώτερον καί ή θέλη-σις του ανθρώπου είναι βασικός παράγων εις το κεφά-λαιον της σωτηρίας.

Ή θεία χάρις μας φωτίζει, μας προσκαλεί εις με-τάνοιαν, αλλά ό άνθρωπος άπύ αμέλεια, άπύ άγνοια, -άπύ άκηδία, άπύ τύ φρύνημα της σαρκός πολεμοΰμί-νος μπορεί να παράκουση καί να βαδίση άντίθετον δρόμον πού οδηγεί είς την άπώλειαν της ψυχής του.

Δια τούτο λοιπόν είναι ανάγκη να άκούσωμεν την φωνήν του καλούντος Χρίστου" είναι ανάγκη να άνοι-ξωμεν τους οφθαλμούς μας να ϊδωμεν τύ φως το όλη-θινύν' είναι ανάγκη να θελήσωμεν να άπαρνηθώμεν τύν παλαιύν άνθρωπον τύν βαρυνόμενον άπύ τα πονη* ρά πάθη καί να άναλάβωμεν έπ' ώμων τον σταυρόν της σωτηρίας" είναι ανάγκη να θελήσωμεν να μεν την στενήν καί τεθλιμμένην όδόν, δια να εΐ

 

63

•Λε στενής πύλης είς την εύρυχωρίαν του Πα-μεν οίο ι|ΐ'»

ραδείσου.

Ή ανθρωπινή βούλησις πρέπει να προηγηθή, δια οΰτο καί ό Κύριος καλεί τους βουλομένους να ακο­λουθήσουν αύτύν: «Ει τις θέλει οπίσω μου έλθεΐν ά-παρνησάσθω έαυτύν καί άράτω τύν σταυρύν αυτού κ*αί άκολουθείτω μοι» (Ματθαίου ιστ' 24). Παρέχεται μεν ή θεία χάρις, αλλά απαιτείται ή βούλησις και ή συγκατάθεσις του άνθρωπου να άποδεχθή αυτήν. Καί μάλιστα χρειάζεται πολλές φορές καί αύταπάρνησις καί αυτοθυσία καί υπακοή είς την φωνήν του προσκα-λοΰντος Σωτήρος Χριστού.

Ή χάρις του θεού είναι άπειρος καί σώζει μύνη της τον άνθρωπο, επειδή όμως δεν θέλει να παραβία­ση το αύτεξούσιον του ανθρώπου δεν ενεργεί μύνη της. Εάν ή συγκατάθεσις του άνθρωπου προς σωτη-ρίαν δεν ήταν σπουδαιότατος λόγος, ό φιλάνθρωπος θεός θα έσωζε δλους τους ανθρώπους, χωρίς να προ-σκαλέση κανένα. Άλλα δεν το κάνει αύτύ. Δια ποίον λογον; Διότι είς την βασιλείαν του θεού δεν μπορεί να εισέλθη ό παλαιός άνθρωπος. Μόνον ό αναγεννη­μένος άνθρωπος εν Χριστώ Ιησού εισέρχεται είς τύν Παράδεισον.

Δια τοΰτο πρέπει να άπεκδυθή τον παλαιύν άν-3υν τοις πάθεσι καί ταΐς έπιθυμίαις καί να έν-,   ,ν νεον> τον άνακαινούμενον είς έπίγνωσιν τ εικόνα του κτίσαντος αυτόν. Δια να άπεκδυθή 6-6II Ον(π^λαιόν άνθρωπον, πρέπει πρώτον να θέληση θίχί>   ** ° αν,^Ρωπ°ζ· Επομένως ή συνεργασία του αν-

Κι ' Ια

, ^ιετα τ^^ Χάριτος του θεού είναι άναγκαιοτά-

 

64

Όφείλει επομένως ό άνθρωπος να φροντίση καί να έργασθή δια την σωτηρίαν της ψυχής του. Διότι ό­πως ή αμαρτία μολύνει όλον τον άνθρωπον, διότι κα­τέρχεται μέχρι τα βαθύτατα ταμεία αυτής, κατά παρύ-μοιον τρόπον καί ή χάρις διέρχεται όλα τα μέλη του σώματος καί τάς αισθήσεις της ψυχής καί καθαρίζει καί αγιάζει όλον τον άνθρωπον.

Ή αποδοχή της θείας χάριτος δεν είναι άλλο πα­ρά ή βαθμιαία εξωσις της αμαρτίας από την ψυχήν καί το σώμα του ανθρώπου. Ή θεία χάρις έχει την δύ-ναμιν να καθαρίση όλο το αμαρτωλό περιεχόμενον της ψυχής. Δια να γίνη όμως αύτύ πρέπει ό Χριστια­νός να παραδώση την ψυχήν του είς τον Δεσπύτην Χριστύν. «Ός γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν ός δ' αν άπολέση την ψυχήν αύτοΰ έ­νεκεν έμοΟ, εύρήσει αυτήν» (Ματθαίου ιστ'25).

Ή απώλεια αυτή της ψυχής είναι ή άρνησις των αμαρτωλών επιθυμιών και των πονηρών πράξεων πού απαιτούν όμως θυσίαν χάριν του Χρίστου. Αύτύ είναι τύ νόημα της παραγγελίας του Χρίστου πού μας προ­σκαλεί να άπαρνηθώμεν τον εαυτόν μας καί να αρω-μεν τον σταυρύν έπ' ώμων και να άκολουθήσωμεν αυ­τόν. Αυτήν την άρνησιν των αμαρτωλών επιθυμιών ό Απόστολος Παύλος την ονομάζει κόσμον «έμοί κό­σμος έσταύρωται κάγώ τω κοσμώ» (Γαλ. στ' 14). Αυτή ή σταύρωσις του αμαρτωλού εαυτού μας είναι τύ κα-θημερινύ βίωμα του Άποστύλου Παύλου. Δια τοΰτο καί συμβουλεύει τους Κορινθίους1 «ουκ οϊδατε, δτι ά­δικοι βασιλείαν θεοΰ ου κληρονομήσουσι; Μη πλα-νάσθε1 ούτε πόρνοι, ούτε είδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε άρσενοκοΐται, ούτε πλεονέκται, ούτε κλέπται, ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ούχ αρπα-

65 ^ - βασιλείαν θεοΰ ου κληρονομοΰσι» (Α' Κορ. στ'

9-Π).

Με αύτη όμως την σταύρωσιν καί τύν θάνατον των αμαρτωλών επιθυμιών εισέρχεται κανείς εις την ζωήν. Εάν ζουν μέσα μας τα πάθη πώς θα είσέλθωμεν εμπαθείς καί αθεράπευτοι είς την Βασιλείαν των ου­ρανών; Εάν δεν πεθάνουν αυτά τα πάθη, πώς θα καθα­ρισθούμε; Καί εάν δεν καθαρισθούμε, πώς θα άποκτή-σωμεν την ύγείαν της ψυχής μας; Καί εάν δεν άποκτή-σωμεν την ύγείαν της ψυχής μας, πώς θα εΰρωμεν την θεοΰφαντον στολήν της ψυχής μας δια να μας ανα­γνωρίσουν οί Άγγελοι και να μας παραλάβουν δια να οδηγήσουν δια της στενής πύλης είς τύ πλάτος καί την εύρυχωρίαν της ουρανίου μακαριύτητος;

Τύ συμπέρασμα εξ αυτών είναι, ότι οφείλει ό άν­θρωπος να χρησιμοποίηση καλώς τύ αύτεξούσιον καί την έλευθερίαν του. "Εχει χρέος να έναγκαλισθή, να άποδεχθή καί να συνεργασθή με την θεΐαν χάριν δια την σωτηρίαν του. Διότι εάν δεν ένεργήση έτσι ή νι-κηθή από αμέλεια θα χάση την ψυχήν του καί θα κλη-ρονομήση την αίώνιον κόλασιν, εκ της Οποίας τύ έλε­ος του θεού είθε να μας λύτρωση.

 

66

Αΐσθησις καί επιμέλεια της Χάριτος του θεοϋ

Βρώσις και πόσις καί ένδυμα της ψυχής είναι ή Χάρις του θεοΰ. Βρώσις μεν, δτι τρεφόμενη δι' αυτής ή ψυχή άναγεννάται καί κατά την πνευματικήν κατάστασιν αυτής συνεχώς αυξάνει μέχρις ότου κατα­ντήσει «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χρί­στου» (Έφεσίους δ' 13).

Τρεφόμενη δε ή ψυχή εκ της χάριτος του θεοΰ α­πορρίπτει μετά βδελυγμίας την ήδυπάθειαν του αιώ­νος τούτου καί αποστρέφεται τα εμπαθή νοήματα, διό­τι παρέχεται εις αυτήν τράπεζα πνευματική πλουσιό­τατη.

Πόσις δε, ότι κιρνάται τη ψυχή οίνος κατανύξεως πνευματικός" «καί το ποτήριόν σου μεθύσκον με ώσεί κράτιστον» (Ψαλ. 22, 5). Γευομένη αυτόν ή ψυχή ευ­φραίνεται και άγάλλεται. Δεν πίνει εκ των ηδονών του κόσμου τούτου, αλλά εκ των πανευφροσύνων χα­ρίτων, πού προσφέρονται είς την πλουσίαν πνευματι­κήν τράπεζαν του Κυρίου.

"Ενδυμα, δτι καλύπτεται ή ψυχή υπό φωτός ουρα­νίου καί εγκαταλείπει τα ράκη της αμαρτίας με τα ό­ποια ήτο το πρώτον ένδεδυμένη καί τώρα ευρίσκεται ίματισμένη και σωφρονοΰσα μετά πολλής προσοχής ενώπιον του Κυρίου. Καλυπτόμενη ή ψυχή υπό της χάριτος του Όεοϋ ελέγχει πλήρως τους λογισμούς οι όποιοι την προσβάλλουν. Κάθε εμπαθής λογισμός ο όποιος προσβάλλει την ψυχήν γίνεται αντιληπτός.

67

διότι εισέρχεται εντός του φωτός υπό του Οποίου αυτή καταλάμπεται. Αποδιώκεται δε αμέσως καί ή ψυχή παραμένει άναμάρτητος ως μη συγκατατεθεί μένη είς τον πονηρόν λογισμόν. «Πάς γαρ ό τα φαΰλα πράσ-σων μισεί το φως καί ουκ έρχεται πρύς το φως, ίνα μη έλεγχθή τα έργα αότοϋ» (Ιωάννου γ'20).

Μύνον είς αυτήν την κατάστασιν ευρισκομένη ή ψυχή έχει την άπαιτουμένην άνδρείαν καί φυσικήν όργήν, δια να άπομακρύνη την προσβολήν καί να δια­τήρηση την άγνύτητα αυτής44.

Ή Χάρις του Αγίου Πνεύματος εκπαιδεύει άρι­στα την ψυχήν. Εγκαταλείπει αυτήν παιδαγωγικώς, Ο­σάκις άπροσεκτεΐ καί δέχεται εμπαθείς λογισμούς. Α­πομακρύνεται άκύμη από την ψυχήν, δια να μη νομΐ-ση δτι έχει τίποτε ιδικό της καί όδηγηθή είς κενοδο-ξίαν, αλλά να μάθη καλά, δτι τα πάντα είναι δώρα του Αγίου Πνεύματος.

Έστερημένη ή ψυχή των κυμάτων της Χάριτος αισθάνεται γυμνή καί πτωχή, θρηνεί δε δια την άπώ-λειαν αυτήν καί έτσι γίνεται συνετή καί προσέχει του λοιποϋ να μην λύπη το Πνεύμα τύ Άγιον καί στερεί­ται των πλουσίων δωρεών του Άγιου Πνεύματος.

Πηγή του Αγίου Πνεύματος καθίσταται ή ψυχή, όταν δέχεται την Χάριν Αύτοϋ. Καταρδευομένη δε εκ ^ων θεϊκών δωρεών έκπλύνε,ι τα δυσώδη των παθών νοσήματα.

οξεία είναι ή Χάρις του Αγίου Πνεύμα-

νοός εστίν ή οργή κατά φύσιν εν τοις πάθεσιν. Και χο>-όΡ7ής, ουδέ άγνεία γίνεται τω άνθρώπφ» (Φιλοκαλία, Α' Τό-Ησαΐου του άναχωρητοΰ: Περί τηρήσεως του νοός, σελ. 30).

 

68

τος, διότι έκτέμνει τα χρόνια έλκη των παθών. Είναι το πτύον το όποιον λικμίζει το άχυρον των εμπαθών λογισμών και παραμένει είς τον άλωνα της ψυχής ό καθαρός σίτος, δια του οποίου τρέφεται ή ψυχή.

"Ενδυμα ταπεινώσεως καί πραότητος χαρίζει είς την ψυχήν ή χάρις του Αγίου Πνεύματος και τότε ε­ορτάζει έορτήν μυστικήν καί εύφρύσυνον.

Φώτισον Κύριε την «κλείδα της γνώσεως» (Λου­κά ια', 52) τύν νουν μου, δια να ορά την κατάστασιν της ψυχής μου καί να Οδηγούμαι εις άληθινήν μετά-νοιαν καί ταπείνωσιν' δια να κατανοώ τα κείμενα των Γραφών και να διδάσκωμαι καί να έλέγχωμαι' δια να εμπνέεται ή ψυχή μου και να εύχεται συνεχώς.

Σπεϋδε ψυχή μου προθΰμως να καλλιεργήσης τάς άρετάς. Αγωνίσου μετά πίστεως καί υπομονής να α­πόκτησης την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος. Διότι όταν καταλυθή ο οίκος σου} όταν άποθάνης, ή χάρις του "Αγίου Πνεύματος, την Οποίαν εις τύν κόσμον αυ­τόν απέκτησες θα σε ζωοποιήση και θα σε στολίση. «Ό έγείρας Χριστόν εκ νεκρών, ζωοποιήσει καί τα θνητά σώματα υμών δια το ένοικοΰν αύτοϋ Πνεύματος εν ύμΐν» (Ρωμ. η' 11). Πρύφθασε ψυχή μου1 καθάρισε τον ρύπον κάθε κακίας δια να σε ένδυση ή χάρις του Αγίου Πνεύματος καί να μη φαίνεται ή άσχημοσύνη σου, κατά την άνάστασιν των νεκρών «ε'ίγε και ένδυ-σάμενοι, ου γυμνοί εύρεθησύμεθα» (Β'Κορ. ε'3).

69

Οϊ βαθμίδες της θείας χάριτος

Εις τρεις τάξεις διήρεσαν οί πατέρες την πνευμα-τικήν κατάστασιν της ψυχής. Είς την καθαρτι-κήν, την φωτιστικήν καί την τελειωτικήν.

Ή πρώτη κατάστασις λέγεται καθαρτική, διότι καθαρίζει τον ανθρωπον άπύ τίς αμαρτίες του παρελ­θόντος. Αρχίζει από την καθαράν μετάνοιαν καί έξο-μολύγησιν καί ακολουθείται από την πρακτικήν άρε-τήν. Από την ασκησιν της προσευχής, τον πνευματι­κόν κανύνα, την άνάγνωσιν, την έλεημοσύνην καί την πνευματικήν βΐαν δια να λυτρωθή ή ψυχή από τύν ζυγύν της αμαρτίας. Πρακτική αρετή είναι τα έργα τα όποια τελούνται δια του σώματος, τα Οποία όμως όλα τα υποκινεί ή καθαρτική Χάρις.

Ή προθυμία αυτή καί ή διαρκής μετάνοια άνα-πτει τον θείον ζήλον καί ή ψυχή προκύπτει είς την ά-ρετήν καί εις την άγάπην του θεοΰ. Αποστρέφεται ή ψυχή δλα τα πονηρά έργα της αμαρτίας τα Οποία έ­πραξε και αρχίζει να βαδΐζη με πολλή σύνεσι καί να προσεχή την κίνησιν των λογισμών πού άναβρύουν μέσα είς την ψυχήν.

Ανεπαίσθητα εισέρχεται ή ψυχή είς την δευτέραν κατάστασιν, ή Οποία λέγεται φωτιστική, Κατ' αυτήν Ο νους λαμβάνει φως γνώσεως, διαύγεια, καθαρότητα λογισμών, ελεγχον της εσωτερικής καταστάσεως της Ψ^χής καί κατανόησιν των ιερών κειμένων. Ή πράξις «ναι τυφλή, ενώ 0 φωτισμύς είναι οφθαλμοί δια των οποίων Ο νους βλέπει αυτά τα Οποια προηγουμένως δεν έβλεπε.

 

70 1

Ή χάρις της πράξεως καλή είναι αλλά δεν αρκεί. Με τον φωτισμόν ή ψυχή αποκτά δεκαπλασίαν χάριν, διότι έχει λύχνον όπου βλέπει. «Ό λύχνος του σώμα­τος εστίν ό οφθαλμός" εάν ούν ό οφθαλμός σου ά. πλους ή, όλον το σώμα σου φωτεινόν εσται» (Ματθ. στ' 22). Ό νους είς την αρχήν είναι σαν νήπιο. «Ούαί σοι, πόλις, ης ό βασιλεύς σου νεώτερος» (Εκκλησια­στής ι' 16). Άλλοίμονον είς το έθνος εκείνο, του ό­ποιου ό βασιλεύς είναι ασύνετος καί άμυαλος Οπως το μικρό παιδί. Καί άλλοΐμονον καί εις την ψυχήν, όπου ό νους είναι απαίδευτος είς την ασκησιν. Ή πνευματι­κή όμως μελέτη καί ή προσευχή βοηθούν τύν νουν να μη μετεωρίζεται καί αρχίζει ολίγον κατ' ολίγον να διακρίνη τους πονηρούς λογισμούς και να προσεχή την καθαρότητα της ψυχής. Αυξάνει ή χάρις, καθαρί­ζει το σώμα από τα πάθη καί ειρηνεύει ή ψυχή.

Ό νους είναι ό τροφοδύτης της ψυχής. Αυτός με­ταφέρει είς την ψυχήν ότι έμεϊς του προσφέρουμε. Ρ.ί ναι όμως και θυρωρός «καί τω θυρωρω ένετεΐλατο ι'νν γρήγορη» (Μάρκ. ιγ' 34). Όταν είναι γυμνασμένος ό νους ελέγχει αυτό το όποιον διοχετεύεται είς την ψυ­χήν. Απομακρύνει ό,τι μολύνει αυτήν καί δέχεται αυ­τά τα όποια την ωφελούν. Αυτήν την προσοχήν του νου οί πατέρες την ονομάζουν νήψιν. Είς αυτήν την νηπτικήν έργασίαν, ή όποια είναι πολύτιμος, βοηθεϊ πάρα πολύ ή νοερά προσευχή. ΤΟ Κύριε Ιησού Χρι­στέ, ελέησαν με.

Ό νους λοιπόν αυτύς ό πιστός οικονόμος της ψυ­χής καθαρίζει την ψυχήν από τίς προλήψεις καί αρχί­ζει να έκβάλη κάθε αισχρότητα και πονηρίαν και ά-καθαρσίαν πού υπάρχει είς την ψυχήν. Όταν λοιπόν παρατηρήσουμε ότι ή ψυχή μας αποστρέφεται και μι-

71

τ *Α πονηρά καί ακάθαρτα, τότε εννοούμε ότι άρχι­σε»  1" "^           -                              Ε(~                        ,                         γ,

σε ή κάθαρσις της ψυχής. Ο νους τώρα φωτιζόμενος κύοίσκει την άρχαίαν του στολήν καί με άνδρείαν στήνει πόλεμον με τα πάθη καί τα δαιμόνια οπού τό­σα χρόνια ήταν θρονιασμένα είς τα βάθη της ψυχής καί δεν τα ήξερε ούτε τα έβλεπε. Τώρα λοιπόν ως κύ­ριος καί φύλαξ του διανοητικού μέρους της ψυχής τα βλέπει όλα καί αρχίζει ό πόλεμος των λογισμών. Το μαρτύριον της συνειδήσεως.

Χρύνια τώρα πύσες αμαρτωλές συγκαταθέσεις και άσεμνες παραστάσεις έπέρασαν από την αμέλεια μας είς την ψυχήν μας! Όλη αυτή ή λάσπη καί ή 6υ-σωδία της ψυχής αποκαλείται από τους πατέρας σκό­τος.

Αυτό το σκότος το ψηλαφητύ βλέπει τώρα ό νους καί αγωνίζεται να καθαρίση την ψυχήν δια να ελθη το φως. Από εδώ καί πέρα αρχίζει να ενεργή ή φωτι­στική Χάρις. Καί πράγματι είναι μεγάλη χάρις, διύτι γνωρίζει την ψυχήν του. Βλέπει τί άπεθησαύρισε είς τα βαθύτατα ταμεία αυτής. Τύν πιάνει φρίκη όταν ά-ντικρύζει αύτύ τύ ένυπόστατο σκότος της ψυχής. Ή επίγνωσις όμως αυτής της καταστάσεως της ψυχής γί­νεται αρχή μετανοίας καί ταπεινώσεως καί αρχή του πνευματικού οικοδομήματος της ψυχής.

Αέν αποθαρρύνεται ή ψυχή παρατηρώντας αυτήν ^ν κατάστασιν, διότι αρχίζουν να εμφανίζονται εκ παραλλήλου είς αυτήν καί οί αλλοιώσεις της θείας Χάριτος. Ή χαρά, ή ειρήνη και ή αγάπη πλημμυρί­ζουν την ψυχήν. Δεν υπάρχει σταθερόν σημεΐον εις το οποίον τελειώνει ή κάθαρσις καί αρχίζει ό φωτισμός, διότι αυτά δεν τελειώνουν ποτέ. Όσον καθαριζύμεθα καί φωτιζύμεθα.

 

72

Τώρα ημπορούμε να εννοήσουμε τον λόγον του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Παναγία μου, φώτι-σον μου το σκότος», τον όποιον έφώναζε μήνες συνέ­χεια δια να τον βοηθήση ή Παναγία μας. Τώρα εννο­ούμε αυτό πού είπε ό Άββάς Ισαάκ ό Σύρος: «Εάν ϊ-δης τα αμαρτήματα σου ως την άμμον της θαλάσσης, αρχή μετανοίας κάνεις αδελφέ». Εάν δεν φωτισθή ό νους, πώς θα ίδή αυτήν την κατάστασιν; Εάν δεν φω-τίση την ψυχήν ό προβολέας της θείας χάριτος, πώς θα γίνη αυτή ή ακτινογραφία της ψυχής;

Τώρα αντιλαμβανόμεθα διατί εχομεν μέσα είς την ψυχήν μας λύπη, μελαγχολία, άκηδία, δειλία, ταραχή, θυμό και πνευματική ανορεξία. Πώς μπορούμε να ε-χωμεν υγεία, άφοϋ υπάρχει τόση δυσωδία καί τόσο σκότος είς την ψυχήν μας! Αφού οί πονηροί λογι­σμοί ωσάν τα άπομυζητικά έντομα, τα κουνούπια καί τους ψιλούς μας απορροφούν το αίμα, πώς είναι δυνα­τόν να μην εχωμεν πνευματικήν άναιμίαν! Αυτό το νι> φος προέρχεται «εκ της άναθυμιάσεως των γενικωτά-των παθών, της φιληδονίας, φιλαργυρίας καί φιλοδο­ξίας», λέγει ό "Αγιος Θεόδωρος Επίσκοπος Έδέσ-σης45.

Ό νους είναι ό τροφοδότης της ψυχής και μετα­φέρει τα νοήματα είς την καρδίαν, ή δε καρδία τα διυ­λίζει και τα δίδει είς την διάνοιαν. 'Αφοϋ όμως ό νους παιδαγωγηθή αγωνιζόμενος δια της πράξεως καί υπο­μείνει πειρασμούς καί δοκιμασίες τύν ακολουθεί θεΐος φωτισμός καί βλέπει καθαρά τα πράγματα. Ή ψυχή ευρίσκει ειρήνη καί άνάπαυσιν εκ των ματαίων λογισμών καί πειρασμών. Ή ψυχή χαίρεται διότι μέ-

73

τικ ενεργεί ή Χάρις ή φωτιστική. Εάν δε ενεργή ή ευχή του Ίησοΰ, τότε οί θείες δωρεές δεν περι­γράφονται.

Αναλόγως δε με την κάθαρσιν της ψυχής καί τον ωωτισμόν αυτής, οπού θα επιτυχή κάθε άνθρωπος, κα­τά τον χρύνον της επιγείου ζωής του, θα προετοιμαση καί την στολήν αυτής, καί κατά την χωρητικύτητα καί δεκτικότητα, πού έχει ή ψυχή, θα δέχεται το θείον φως καί θα άπολαμβάνη το κάλλος της μακαριάς Α­γίας Τριάδος.

θεοτοκίον ήχος πλ. δ'

Φώτισον πύλη του φωτύς της καρδίας μου τα όμ­ματα δέομαι, απερ ήμαύρωσε της αμαρτίας σκύ-τος βαθύτατον καί της εκείθεν κοινωνύν, δεΐξύν μοι λαμπρότητας καί μη έάσης με πειραζόμενον αεί άπρο-

45. Φιλοκαλία, Τόμος Α', σελίς 328.

74

Ή άνακαίνισις της κτίσεως

Καθώς αναφέραμε εις την αρχήν πρώτα έγινε ή κτίσις καί μετά έπλάσθη ό άνθρωπος δια να ά-πολαμβάνη ως βασιλεύς δλην την δημιουργίαν. Κατά παρόμοιον τρόπον θα γίνη καί εις τον μέλλοντα αιώ­να. Πρέπει πάλιν πρώτον ή κτίσις να γίνη άφθαρτος καί τότε μαζύ με αυτήν να ανακαινισθούν καί να γί­νουν άφθαρτα τα σώματα των ανθρώπων, δια να γίνη πάλιν ό άνθρωπος πνευματικός καί αθάνατος καί να κατοική εις άφθαρτον καί πνευματικήν κατοικΐαν. Τοΰτο λέγει ό Απόστολος Πέτρος' «ήξει δε ή ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν ή ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται. καί γη καί τα εν αύτη έργα κατακαήσεται» (Β'Πέτρου γ' 10), καί προσθέτει" «καινούς ουρανούς καί γήν και-νήν κατά το επάγγελμα αύτοϋ προσδοκώμεν, εν οΐς δι­καιοσύνη κατοικεί» (Β' Πέτρου γ' 13). Ό δε Ιωάννης ό θεολόγος εις την Άποκάλυψιν τα ίδια τονίζει παρα-στατικώτερα: «και εΐδον ούρανόν καινόν καί γήν και-νήν' ό γαρ πρώτος ουρανός καί ή πρώτη γη παρήλ-θον» (Άποκ. κα' 1).

Δεν πρόκειται ό ουρανός, ή γη και όλα τα στοι­χεία να εξαφανισθούν, αλλά θα ανανεωθούν, θα ανα­καινισθούν, θα έλθουν είς καλυτέραν καί άφθαρτον κατάστασιν. Τοΰτο έπροφήτευσε καί ό Δαβίδ λέγων: «κατ' αρχάς συ, Κύριε, την γήν έθεμελίωσας, καί έρ­γα των χειρών σου είσιν οί ουρανοί" αυτοί άπολοί-νται, συ δε διαμένεις, καί πάντες ως ίμάτιον παλαιο)-θήσονται, και ώσεΐ περιβόλαιον ελίξεις αυτούς και

75

αλ. 101, 26-27), καί πάλιν «έξαπο-ΐς το πνεύμα σου, και κτισθήσονται, καί άνακαι-ϊς το πρόσωπον της γης» (Ψαλ. 103, 30).

Επειδή ή κτίσις έπαλαιώθη καί κατεμολύνθη από τίς αμαρτίες μας θα διαλυθή από τον Δημιουργόν με φωτιά, δια να γίνη καινούργια καί λαμπρότερα, θα εί­ναι δηλαδή, άσυγκρίτως καλύτερα από αυτήν πού τώ­ρα βλέπομε.

Πύρινος ποταμός £χει να τρέξη έμπροσθεν του φοβερού καί τρομερού θρόνου του θεού περί του ο­ποίου ό Δαβίδ εΐπεν «Ό θεός εμφανώς ήξει1 ό θεός ημών καί ου παρασιωπήσεται' πυρ ενώπιον αυτού καυθήσεται καί κύκλω αύτοΰ καταιγίς σφόδρα» (Ψαλ. 49, 3), καί πάλιν «πυρ εναντίον αύτοΰ προπορεύεται καί φλογιοΐ κύκλω τους εχθρούς αύτοϋ» (Ψαλ. 96, 3). Ό δε Δανιήλ1 «ποταμός πυρός εϊλκεν έμπροσθεν αύ-τοΰ' χίλιαι χιλιάδες έλειτούργουν αύτω και μύριαι μυ­ριάδες παρειστήκεισαν αύτοΰ* κριτήριον έκάθισε καί βίβλοι ήνεώχθησαν» (Δανιήλ ζ' 10).

Πώς θα ύποφέρωμεν τότε, όταν ϊδωμεν τον πύρι-νον ποταμόν να εξέρχεται με όρμήν ωσάν άγρια θά­λασσα καί να κατατρώγη όρη και βουνά καί ολην την Υην καί τα εν αύτη έργα; Αί δυνάμεις των ουρανών σαλεύονται, ό ήλιος και ή σελήνη θα σκοτισθοΰν, τα άστρα θα πέσουν άπύ τύν ούρανύ καί οί ουρανοί θα έ-ως βιβλΐον.

υ φοβερός Κριτής κάθεται επί θρόνου καί ένώ-

αύτοΰ θα κριθούν πάντα τα έθνη. Ή κρίσις αυτή να^γίνη είς την κοιλάδα του "Ιωσαφάτ, δηλαδή εις την Γεσθημανή καί είς τον χείμαρρον των «καί συνάξω πάντα τα έθνη και κατάξω αυτά

 

 

76

εις την κοιλάδα Ίωσαφάτ, καί διακριθήσομαι προς αυτούς» (Ίωήλ γ' 2). Καί τότε θα φανή εις τον ούρα-νόν το Άγιον σκήπτρον του Μεγάλου Βασιλέως, 6 Τίμιος καί Ζωοποιός Σταυρύς επί του οποίου έσταυ-ρώθη ό Χριστός, πού θα προαναγγέλλη την εντός ολί­γου έλευσιν καί παρουσίαν του Υίοΰ του ανθρώπου. θα θρηνήσουν δλαι αϊ φυλαί της γης, οσαι δεν έπί-στευσαν καί θα ιδούν τον υίόν του θεού να έρχεται καθισμένος εις τα σύννεφα του ουρανού με δύναμιν καί συνοδείαν Αγγέλων καί δόξαν πολλήν. θα προ-τρέχουν αύτοΰ οί χοροί των Αρχαγγέλων καί τα πο-λυόμματα Χερουβείμ καί τα έξαπτέρυγα Σεραφείμ καί με δύναμιν θα κράζουν "Αγιος, "Αγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ.

Ήχος πλ. β'. Όλη ν αποθεμένοι

«Όταν μέλλης έρχεσθαι, κρίσιν δικαίαν ποιήσαι. κριτά δικαιότατε, επί θρόνου δόξης καθεζόμενος, πο­ταμός πύρινος, προ του βήματος, καταπλήττων έλκει απαντάς, παρισταμένων σοι των επουρανίων Δυνάμε­ων, ανθρώπων κρινόμενων τε, φόβω καθ' α έκαστος έ­πραξε" τότε ημών φεΐσαι και μοίρας καταξίωσον Χρι­στέ, των σωζόμενων ως ευσπλαχνος, πίστει δυσωποϋ-μέν σε» (Τριώδιον' Κυριακή της Απόκρεω).

Ή άποκαραδοκία της κτίσεως

γαρ άποκαραδοκία της κτίσεως την άποκάλυ-ψιν των υίών του θεοΰ άπεκδέχεται. Τη γαρ μα-ταιότητι ή κτίσις ύπετάγη, ούχ έκοϋσα, αλλά δια τον ύποτάξαντα έπ' έλπΐδι ότι καί αύτη ή κτίσις έλευθερω-θήσεται από της δουλείας της φθοράς είς την έλευθε-ρίαν της δόξης των τέκνων του θεοΰ» (Ρωμ. η' 19-22).

Ή δημιουργία υποτάχθηκε χωρίς να το θέλη ή ϊ-δια είς την φθορά. Υποτάχθηκε από τον θεό και Δη­μιουργό της με την ελπίδα ότι κάποτε θα έλευθερωθή από την φθορά αυτή καί θα συμμετάσχη καί ή 'ΐδια είς την έλευθερίαν της νέας ενδόξου καταστάσεως των παιδιών του θεοΰ, τα όποια αποτελούν τα μέλη της Εκκλησίας του.

Είμαι στενά συνδεδεμένος με την κτίσι, διότι ή κτίσις είναι ό χώρος μέσα στον όποϊο με έβαλε ό θε­ός να υπάρχω, να ζω καί να κινούμαι. Είμαι σφραγι­σμένος με την πνοή του Δημιουργού, άφοϋ με έπλασε «κατ' είκάνα» του. Έδημιούργησε πρώτα την κτίσι και μετά με έβαλε ως βασιλέα μέσα στην δημιουργία του. Αμάρτησα όμως καί έπεσα από την τιμητική αύ-Τή θέσι πού με έβαλε ό ουράνιος Πατέρας μου. Το ά-'ίειρο όμως έλεος του Δημιουργού μου δεν θέλησε να Μείνω πεσμένος καί έκπτωτος μέσα σε μια κτίσι ανώ­τερη απ<5 εμένα, διύτι είμαι σφραγισμένος με την θεία εικόνα του. ΓΥ αύτύ καί επέτρεψε να πέση και εκείνη φθορά, αν καί ή 'ίδια υπήρξε αναίτια.

Τ

·        θεία αγάπη θέλησε να με λύτρωση άπύ την

 

78

φθορά καί τον θάνατο. Ή ακατάληπτος αγάπη του θε. ου φανερώνει το μυστήριο της θείας Οικονομίας, "ο Λόγος του θεού έγινε άνθρωπος σαν κι* εμένα, δια να κάνη να πάψω να είμαι σαρκικός καί γήινος καί ξένος προς τον θεό, αναμορφώνοντας μέσα μου τύ «άρ-χαΐον κάλλος» καί ανασταίνοντας καί την ΰπύδουλη φύσι μου άπύ την φθορά με την ιδική του Άνάστασι καί με τον θρίαμβο πάνω στο θάνατο, πού τον νίκησε κατά κράτος. Καί όπως λύτρωσε έμενα από την φθο­ρά, έτσι θα λύτρωση και την κτΐσι καί θα την ανακαί­νιση, ώστε ό καινός άνθρωπος να ζή μέσα σε μια και­νή κτίσι' μέσα σε έναν καινούργιο, άφθαρτοποιημένο τώρα κόσμο.

Καί πώς θα γίνη αυτό;

Ό Απόστολος Πέτρος μας τύ εξηγεί: «"Ηξει δ*; ή ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν ή ουρανοί ροι-ζηδύν παρελεύσονται, στοιχεία 5έ καυσούμενα λυθή-σονται, καί γη καί τα εν αύτη έργα κατακαήσεται» (Β' Πέτρου γ' 10-13).

Ό "Αγιος Συμεών ό θεολύγος διαβεβαιώνει πώς δεν θα χαθούν ούτε θα εξαφανισθούν ή γη καί ό ούρα-νύς, αλλά θα γίνουν εντελώς καινούργια. Ή άψυχη φύσις θα άνανεωθή. θα μεταπήδηση με θαυμαστή αλ­λαγή σε κατάστασι αφθαρσίας καί έτσι θα παραμένη αιώνια καί αναλλοίωτη.

Καί ό προφήτης Δαβίδ αύτύ λέγει: «Κατ συ, Κύριε, την γήν έθεμελΐωσας, και έργα των χειρων σου είσιν οι ουρανοί. Αυτοί άπολοΰνται, συ δε διαμέ­νεις, καί πάντες ως ίμάτιον παλαιωθήσονται, καί ώσκί περιβύλαιον ελίξεις αυτούς, καί άλλαγήσονται» (Ψαλμός ρα', 26).

Με τον λύγο του θεοϋ στερεώθηκε ό υλικός κό-

αμέ ν η   , άρχά^Η

79

οζ κα{ αυτός πάλι ό δημιουργικός θεϊκός λόγος θα ανάπλαση και θα άναδημιουργήση τον κόσμο. Ό λό-νεκ: του θεού είναι απόλυτα σαφής και δεν επιδέχεται καμμία παρερμηνεία. «Ό ουρανός καί ή γη παρελεύ­σονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Ματθαίου κδ',35).

Ό Αδάμ έπεσε θεληματικά από την κυριαρχική καί βασιλική θέσι πού τον τοποθέτησε ό θεός καί έγι^ νε αιχμάλωτος της φθοράς καί του θανάτου. Δεν α­μάρτησε όμως μαζύ του καί ή δημιουργία. Το άπειρο έλεος του θεοΰ θέλησε να ελθη καί ή υλική δημιουρ­γία στην φθορά, διύτι ό Αδάμ, ό έξύριστος του Παρα­δείσου, δεν ήταν άξιος να άπολαμβάνη τίς ομορφιές μιας άφθαρτης φύσεως.

'Καί να ή Άνάστασις του Κυρίου μας. Ανοίγο­νται πλέον νέοι ορίζοντες. Ή Άνάστασις του Κυρίου μας είναι ασύλληπτο γεγονός. Είναι ασύγκριτα το πιύ μεγάλο γεγονός, άκύμη καί άπύ αυτήν την Δημιουρ­γία του κύσμου. Είναι πέρα άπύ τον χρΰνο καί δλα 6-σα γίνονται μέσα στύ χρόνο καί τον κόσμο.

«Ό πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκύς, ό δεύτερος άνθρωπος ό Κύριος εξ ούρανοϋ. Οίος ό χοϊκύς, τοιού­τος καί οι χοϊκοί καί οίος ό επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι. Και καθώς έφορέσαμεν την εικόνα του Χοικοβ, φορέσομεν καί την εικόνα του επουρανίου» ΙΑ Κορ. ιε; 47-49).

Κατά την κοινήν άνάστασιν θα μεταβληθή πρώ-°ν ή κτΐσις και έπειτα ή ιδική μας φύσις. «Ούτω και

το**010^^ τών νεκΡων> σπείρεται εν φθορά, εγείρε­ι     ν αΨθαρσία' σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δό-σπεΐρεται εν ασθένεια, εγείρεται εν δυνάμει" σπεί-

 

80

ρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν» (Α'Κορ.ιε', 42-44).

Ή κτίσις θα άποπνευματοποιηθή για να δεχθί) την ανανεωμένη φύσι του ανθρώπου, ή οποία θα είναι σαν των αγίων Αγγέλων, χωρίς όμως να χάση την ι­διομορφία της.

Πώς λοιπόν να μη γίνη καί ή κτίσις αύτη άφθαρ­τη; "Ετσι θα εϊναι κατάλληλη ως κατοικητήριο αυλό καί άφθαρτο και μόνιμο ανταποκρινόμενο προς τίς α­παιτήσεις της νέας φύσεως μας.

Ό ουρανός θα είναι λαμπρότερος καί ή γη ομορ­φότερη, στολισμένη με κάθε πνευματική ομορφιά καί ωραιότητα, άφοϋ θα κατοική σ' αυτήν πλέον ή αρετή καί ή δικαιοσύνη: «Καινούς δε ουρανούς καί γήν και­νή ν κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν, εν οίς δι­καιοσύνη κατοικεί» (Β' Πέτρου γ', 13).

Δόξα τη άφάτω μεγαλοπρέπεια καί συγκαταβάσει σου Κύριε, δόξα σοι.

* * *

Ή άποκαραδοκία της κτίσεως (προσευχή)

Αναρχε, Ανέκφραστε, Ανερμήνευτε Κύριε, Σέ ά-νυμνεΐ το πνεΰμα μου και Σέ δοξολογεί ή καρ­δία μου, τον εκ των νεκρών Πρωτότοκον, τον νικητήν του θανάτου. Σέ δοξολογούν τα σύμπαντα, διότι δια της ενδόξου Αναστάσεως σου χαρίζεις την μεγαλυτέ-ραν ελπίδα, την άσύλληπτον τιμήν καί άπερίγραπτον δόξαν εις έμέ τον χοϊκύν ανθρωπον.

81

£ύ είσαι ό Μονογενής Υιός καί Λόγος του θεοϋ, ό εκ τ°ϋ ουρανού καταβάς καί δια της μεγίστης φι­λανθρωπίας σου ενδύεις έμέ τον πλανηθέντα ανθρω­πον με την εικόνα του επουρανίου. Χωρίς την ένδο-£ον Άνάστασίν σου όλα θα ήταν κενά καί μάταια. Ή Άνάστασίς σου χαρίζει εις το χοϊκό μου σώμα αντί της φθοράς την άφθαρσία' αντί της ασθενείας την δύ-ναμι' αντί τήζ ατιμίας την δόξα. Είναι όλα αυτά τα ό­ποια προσδοκά με αγωνία να ίδη εις τους υιούς των ανθρώπων ή δημιουργία του θεοϋ. «Ή γαρ άποκαρα­δοκία της κτίσεως την άποκάλυψιν των υιών του θε­ού άπεκδέχεται» (Ρωμ. η', 19).

Χωρίς την Άνάστασί σου δεν θα υπήρχε τίποτε" καμία χαρά, καμία ελπίδα καί παρηγοριά. Τώρα όμως δλα έγιναν καινά. Ό "Αγιος θεός θα «μετασχηματίση το σώμα της ταπεινώσεως ημών είς το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού» (Φχλιππ. γ', 21).

Είμεθα ξένοι και πάροικοι καί ο,τι δοκιμάζαμε α­πό την υλική δημιουργία είναι φθαρτό. Φθαρτή ή τρο-ψήϊ το νερύ, τύ φως, οί ομορφιές, τα πάντα φθαρτά. Ό Αδάμ έπεσε θεληματικά άπύ τύν Παράδεισο καί έγινε κίχμάλωτος της φθοράς καί του θανάτου. Καί ή υλική δημιουργία, αν καί αναίτια έφθασε στην φθορά, διότι οί πρωτόπλαστοι, ως εξόριστοι του Παραδείσου δεν ήσαν άξιοι να απολαμβάνουν τίς ομορφιές μιας ά-ψΦαρτης φύσεως.

Κ    Καί αυτή είναι ή μεγάλη, ή σφοδρά αναμονή ( = ή δποκαραδοκία) της αψύχου κτίσεως να περιμένη με ποθον την ενδοξον φανέρωσιν των παιδιών του θεοϋ, οία να έλευθερωθη από την ύποδούλωσίν της εις την

 

82

φθοράν, δια να λαβή μέρος εις την έλευθερίαν της εν­δόξου καταστάσεως των παιδιών του θεοΰ.

Δεν αντέχει ό λογισμός μου να κινήται μέσα σ' αυτά τα νοήματα χωρίς τον κλαυθμό. Ψυχή μου ας κλαύσουμε εδώ στην ερημιά" κανείς δεν ακούει τον στεναγμό σου. Λοιπόν ας μη χάσουμε καιρό...

Ψυχή μου, μη έξετάζης τον τρόπο με τον όποιο θα γίνουν δλα αυτά. "Ενα μόνο σου χρειάζεται: Να πι-στεύης με βεβαιότητα πώς θα γίνουν οπωσδήποτε.

Λησμόνησα όμως το κυριώτερο καί σου υπενθυ­μίζω: "Οφείλεις να προετοιμασθής. Να ευρέθης έτοιμη ψυχή μου να ύποδεχθής αυτή την κοσμογονική αλλα­γή. Όφείλεις να προευτρεπίσης τον χιτώνα σου δια να παρουσιασθής λαμπροστολισμένη μέσα σε μια δη­μιουργία ανακαινισμένη καί άφθαρτοποιημένη.

Ό,τι απόκτησης τώρα εδώ ως καρπό πίστεως καί αγάπης καί υπακοής εις τύν Κύριον 'ϊησοϋν, τον 'Ανα-στάντα εκ νεκρών, ό όποιος είναι ή Κεφαλή της Εκ­κλησίας, θα το απόλαυσης εκεί ως μια απερίγραπτη πραγματικύτητα. Εκεί οπού: «οφθαλμός ουκ εϊδεν. ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ άνέβη. α ήτοίμασεν ό θεός τοις άγαπώσιν αυτόν» (Α' Κορ. β', 9).

Είθε, ψυχή μου, να άξιωθής μιας τοιαύτης τιμής μετά πάντων των σεσωσμένων ψυχών, χάριτι καί φι­λανθρωπία του υπέρ ημών ταφέντος καί Άναστάντος Χρίστου του θεού ημών, ω ή δόξα καί το κράτος συν τω Πατρί καί τω 'Αγίφ Πνεύματι είς τους αιώνας. Α­μήν.

* * *

Οί "Αγγελοι παραλαμβάνουν τις ψυχές των εκλεκτών

αί άποστελεΐ τους αγγέλους αύτοΰ μετά σάλπιγ-γος φωνής μεγάλης, και έπισυνάξουσι τους έ-ούς αύτοΰ εκ των τεσσάρων ανέμων άπ' άκρων ουρανών έως άκρων αυτών» (Ματθαίου κδ'31).

Όταν θα ελθη ό Κύριος κατά την Δευτέραν Πα-ρουσίαν θα προλάβη εις την ζωήν την γενεάν έκείνην των ανθρώπων, πού θα ζουν τότε. Αυτοί δεν θα πεθά­νουν. Πλην όμως όλοι, και αυτοί πού θα ζουν τότε καί όσοι θα εχωμεν αποθάνει, θα άλλάξωμεν σώμα καί θα πάρωμεν αντί φθαρτού το άφθαρτον. Καί θα γί-νη ή αλλαγή αυτή, όταν θα άκουσθή ή εσχάτη σάλ­πιγγα, είς μίαν στιγμήν, δσον χρειάζεται κανείς να ά-νοιγοκλείση τα μάτια του. Διότι θα σαλπίση ό Άγγε­λος καί οι νεκροί θα αναστηθούν άφθαρτοι καί όσοι θα ζώμεν κατά την παρουσίαν του Κυρίου θα άλλάξω-,,ΐιεν, διότι πρέπει «το φθαρτύν τοϋτο ένδύσασθαι ά-[ΐφθαρσίαν καί τύ θνητύν τούτο ένδύσασθαι άθανα-

ορ. ιε'53).

Καί είς την πρώτην προς θεσσαλονικείς έπιστο-ν ό Απόστολος Παύλος υπογραμμίζει ακριβώς τα ι­δία λέγοντας1 Με την φωνήν του Αρχαγγέλου οί νε-|Φθί, πού άπέθανον με πίστιν είς τύν Χριστύν, αυτοί ™& αναστηθούν πρώτον" «"Επειτα ήμεΐς οί ζώντες οί ιλειπόμενοι άμα συν αύτοΐς άρπαγησύμεθα εν νε--αις είς άπάντησιν του Κυρίου είς αέρα, καί οΰτω συν Κυρίω έσύμεθα» (Α'πρύς θεσ. δ' 17).

ά καθώς έγινε φανερόν από τα παραπάνω οί

 

84

"Αγγελοι παραλαμβάνουν μόνον τους εκλεκτούς, του-έχοντας λευκήν στολήν και το όνομα του Κυρίου α. ναι γραμμένον εις τα μέτωπα αυτών καί τους οδηγούν είς την Βασιλεΐαν των ουρανών.

Καί όταν ό Δεσπότης Χριστός κρίνη τον κόσμον θα χαρΐση εις τον καθένα την κατάπαυσίν του καθώς του αρμόζει" κατά την δόξαν καί λαμπρότητα καί κα­θαρότητα πού άπέκτησεν εις τον κόσμον αυτόν από τάς άρετάς του.

Τί γίνεται όμως με αυτούς πού δεν παραλαμβά­νουν οι "Αγγελοι; Αυτοί αποχωρίζονται από τον Χρι-στύν' αποχωρίζονται καί άπύ τους ιδικούς τους. Οί γονείς άπύ τα τέκνα τους, οί φίλοι από τους φίλους τους, οί σύζυγοι από τους συζύγους. «Τότε δύο θα εί­ναι εις τον άγρύν. Ό ένας θα παραλαμβάνεται από τους "Αγγέλους εν ασφάλεια καί Ο άλλος θα άφίνεται εκεί δια να τιμωρηθή. Δύο γυναίκες θα αλέθουν εις τύν μύλον. Ή μία θα παραλαμβάνεται καί ή άλλη θα άφίνεται. Δύο θα κοιμώνται εις τύ αυτό κρεββάτι: ό ί­νας από αυτούς ως δίκαιος και θεοφιλής θα παραλη-φθή προς προϋπάντησιν του Κυρίου καί ό άλλος ως α­νάξιος θα έγκαταλειφθή» (Ματθαίου κδ' 40-41 καί Λουκά ιζ' 34-360.

Όσους εγκαταλείπουν οί Άγγελοι τους παραλαμ­βάνουν τα φοβερά δαιμύνια καί τους οδηγούν εις τύ· διάφορα είδη των κολάσεων καθώς ορίζει τύ Εύαγγέ-λιον. Εις τύ σκύτος τύ εξώτερον, εις την γέενναν τοι· πυρός, εις τον βρυγμύν των όδύντων, είς τον σκώλη-κα τον άκοίμητον (Ματθ. κβ' 13, Μάρκ. θ'43-44).

Δια τοϋτο συμβουλεύει ό Κύριος: «γίνεσθε έτοι­μοι, ότι ή ώρα ου δοκεΐτε ό υίύς του άνθρωπου έ

85

ταΐ»» κα^ <Ψακάριος ό δούλος εκείνος Ον έλθών ό κύ-οίος αύτοΰ εύρήσει ποιοϋντα ούτως» (Ματθαίου κδ' 44, 46).

Ένας γέροντας είδε μια φοβερά οπτασία περί της μελλούσης κρίσεως. Είδε ότι γινότανε ή άνάστασις τ^ν νεκρών. Ή Παναγία, ως Γερόντισσα του Αγίου Όρους, με την ράβδον της έπερνοϋσε από δλα τα Μο­ναστήρια, τίς Σκήτες, τα κελλία καί τα άσκητήρια του Αγίου Όρους. Με την ράβδον της έκτυποϋσε τα κοιμητήρια, οπού άνεπαύοντο άπ' αιώνων οί πατέρες. Μόλις έκτυποϋσε ή Παναγία άνασταίνοντο οί κεκοι-μημένοι πατέρες καί ακολουθούσαν την Παναγία μας. Έτσι σχηματίσθηκε μια μεγάλη πομπή' ήταν ή ποί-μνη της Παναγίας μας, ήταν τα παιδιά της οπού έμό-νασαν αιώνες τώρα είς το περιβύλι της καί κατά την ύπόσχεσίν της, εάν τηρήσουν τίς μοναχικές τους υπο­σχέσεις, αυτή ή Ιδία θα λογοδοτήση είς τον Υίόν της καί θεόν καί θα τους Οδήγηση είς την Βασιλείαν των ουρανών.

Σχηματίσθηκε λοιπόν αυτή ή μεγάλη πομπή των πατέρων, αλλά συνέβη καί το έξης παράδοξο. Άπύ τα διάφορα μέρη όπου περνούσε ή Παναγία ακούγονταν και σπαρακτικές κραυγές (ορισμένων μοναχών πού έ­λεγαν: «Πάρε καί εμένα Παναγία μου, πάρε με». Ή­ταν οί αναστημένες ψυχές των μοναχών οί όποιοι δεν ευηρέστησαν με την ζωήν τους την Παναγίαν μας καί δεν έτήρησαν τίς μοναχικές τους υποσχέσεις. Καί τω-Ρβ ή Παναγία δεν τους παραλαμβάνει είς τύ ποίμνιον καί αυτοί οπίσω δέονται με σπαρακτικές κραυγές.

Επειτα ό γέροντας έκάλεσε τους υποτακτικούς καί τους διηγήθηκε την φοβερή αυτή, αλλά καί πολλή διδακτική οπτασία καί μετά τους είπε: «Παιδιά

 

86

μου έτσι θα γΐνη καί κατά την ήμερα της Παγκοσμίου κρίσεως, δια τούτο ας έτοιμαζώμεθα».

87

Κοντάκιον. ΤΗχος πλ. β'

Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα! Τί καθεύδεις; Το τέ­λος εγγίζει* και μέλλεις θορυβεΐσθαί' άνάνηψον ούν, ϊνα φείσηταί σου Χριστός ό θεός, ό πανταχού παρών, καί τα πάντα πληρών.

Πώς θα έμφανισθή ή ψυχή εν ήμερα της Κρίσεως

Μακάριος ο γρήγορων και τηρών τα ιμάτια αυ­τού, ΐνα μη γυμνός περιπατή καί βλέπωσι την άσχημοσύνην αύτοΰ» ("Αποκ. ιστ' 15).

Όταν ό άνθρωπος άμαρτάνη ό νους καί ή ψυχή μολύνονται και βάφονται από την άμαρτίαν. Εις την φαντασίαν μορφώνεται καί τυπώνεται το πάθος εκείνο είς το όποιον έκλινεν ή'θέλησις της ψυχής. Ή ψυχή ενδύεται το σκοτεινόν καί βρωμερόν ένδυμα της α­μαρτίας, το όποιον πρέπει με κάθε τρόπο να άποφεύ-γωμεν «μισοΰντες Τον άπύ της σαρκύς έσπιλωμένον χιτώνα» (Ιούδα 23). Τα έργα όμως της αρετής χαρί­ζουν είς την ψυχήν ενδύματα φωτεινά καί εύωδιαστά, τα όποια χαροποιούν καί ενισχύουν την ψυχήν' «έν-δύσασθε ούν ως εκλεκτοί θεού άγιοι και ήγαπημένοι σπλάχνα οίκτιρμών, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν» (Κολασ. γ' 12).

Δια τοΰτο ή Αγία Γραφή είς πολλά σημεία πα­ρουσιάζει με ενδύματα τόσον την άρετήν όσον καί τήν κακίαν καί μας προτρέπει να προφθάσουμε έως 6-του ή ψυχή ευρίσκεται είς τον κόσμον αύτύν να έκδυ-«ή το σκοτεινόν ένδυμα της αμαρτίας καί να ένδυθή το φωτεινόν ένδυμα της αρετής.

θα προσπαθήσωμεν να καταστήσωμεν σαφές, ότι °ι αρετές καί τα πάθη θα είναι ορατά εις τον χιτώνα ψυχής κατά τήν ημέρα της κρίσεως.

Αί δυνάμεις και αί ένέργειαι της ψυχής άλλαι μεν

 

ενεργούν χωρίς καμμι'αν βοήθειαν και συνεργΐαν τοπ σώματος, αλλαι δε χρειάζονται και την συνεργΐαν τ0ι σώματος. Ό νους μεν και ή διάνοια και ή δόξα ενερ­γούν καί όταν το σώμα ήρεμη. Ή φαντασία δε και ή αΐσθησις της ψυχής χωρίς της συνεργίας του σώμα­τος δεν ενεργούν επειδή είναι χονδρότεραι καί οϊ-

46

κειουνται και συμπάσχουν με το σώμα   .

Ό Κύριος μας επάνω είς τον Σταυρόν έπασχε καί εις το σώμα καί είς την ψυχήν. Επειδή τα στίγματα των παθών του Κυρίου ήταν αισθητά, δια τοΰτο ήταν κοινά της ψυχής και του σώματος. Έμαστίζετο ή σάρ­κα του Κυρίου καί έπασχε* εικόνες όμως και φαντα-σίαι των μαστιγών καί παθών ύπεχαράττοντο και εις την ψυχήν.

Δια τοΰτο καί αί ψυχαί των αμαρτωλών όταν οδη­γούνται είς τον 'Λδην, περιφέρουν τα στίγματα και τα σημεία των αμαρτιών αυτών. Όμοΐως καί ή ψυχαΐ των δικαίων καί των μαρτύρων φέρουν το κάλλος των αρε­τών καί τα στίγματα του μαρτυρίου. Τοΰτο λέγει καί ό Άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς είς την Ομιλίαν του κα­τά την Κυριακήν του Πάσχα* «ότι οί μάρτυρες φέ­ρουν εις τον εαυτόν τους τύπους των πληγών καί πα­θημάτων οπού ύπέμειναν δια τον Χριστόν και θα έ­χουν αυτά εις δύξαν τους και καλλωπισμόν». Τα μαρ­τύρια καί τα αίματα των μαρτύρων θα είναι το καύχη­μα καί Ο στολισμός της Εκκλησίας Οπως ψάλωμεν

46. Αί αισθήσεις της ψυχής είναι πέντε. Νους, διάνοια, δόξα, φα­ντασία, αΐσθησις (Νικόδημου Άγιορείτου: Έορτοδρόμιον, σελίς 420, Νικήτα του Στηθάτου: Φιλοκαλία, Τόμος Γ', σελίς 275 καί Μακαρίου του Αιγυπτίου: "Ομιλία Δ", σελίς 30).

89

ί

τύ άπολυτίκιον της Κυριακής των Αγίων Πά-

Τοιουτοτρόπως συνέβη καί εις τύ πανάγιον σώμα του Κυρίου μας, τύ όποιον έπληγώθη επάνω είς τύν Σταυρόν, Τα σημάδια αύτοΰ διέβησαν καί είς την ψυ-νήν του Κυρίου, ή όποια όταν έβγήκεν άπύ τύ θεοϋ-ϊΐόστατον σώμα καί κατέβη είς τύν Άδην γυμνή άπύ το σώμα, δια να σώση τάς εκεί εύρισκομένας ψυχάς εϊχεν είς τον εαυτόν της τους τύπους των παθών καί των πληγών οπού ελαβεν είς το σώμα επάνω είς τύν Ιταυρόν, την οποίαν Ο "Αδης συναντήσας κάτωθεν έ-πικράνθη' «Ό αδης Λόγε, συναντήσας έπικράνθη, βροτύν όρων τεθεωμένον, κατάστικτον τοις μώλωψι καί πανσθενουργύν, τω φρικτω της μορφής δε διαπε-φώνηκεν»48.

Ας άναλύσωμεν όμως παραστατικώτερον πώς οί "Αγγελοι ενδύουν τίς ψυχές εν ήμερα της κρίσεως. Ό κάθε Άγγελος θα προσπαθήση να ένδυση την ψυχήν, την οποίαν άνέλαβεν από την ώρα του βαπτίσματος. Εάν ή ψυχή αύτη δεν έχει έτοιμάση τον χιτώνα της θα την ερώτηση ό Άγγελος: Ψυχή μου, εσύ πώς έπέ-ρασες τον χρόνον της ζωής σου, δεν έπραξες καμμία αρετή; Πώς να σε στολίσω τώρα; Πώς να σε παρου­σιάσω έκεϊ είς την Παγκύσμιον σύναξι;

"Απολυτίκιον. ΤΗχος γ'

Των εν ολω τω κόσμφ μαρτύρων σου, ως πορφύραν καί βύσσον τα αίματα, ή Εκκλησία σου στολισαμένη, δι' αυτών βοά σοι, Χρι-°*έι ό θεός" τω λαω σου τους οίκτιρμούς σου, κατάπεμψον, είρή-^ν τη πολιτεία σου δώρησαι, καί ταΐς ψυχαϊς ημών το μέγα ελε-

°ς.

48, Νικόδημου του 'Αγιορείτου: 'Εορτοδρόμιον, "Εκδοσις Σπανοϋ, δ'ώδή Μ. Σαβ3άτου.

 

90 ,

Και ή ψυχή αυτή τότε πολύ θα έντραπή καί πολιί θα φοβηθή" ή δε συνείδησις θα την έλέγχη δριμύτατα θα βλέπη ψυχές γνωστές, από το ίδιον περιβάλλον πού είχαν την φρονιμάδα να προσέξουν λίγο την ζω. ην τους και να φορούν έστω καί ένα άπλύ χιτώνα καί να είσέρχωνται είς τύν παράδεισον. θρηνεί ό "Αγγε­λος δια την ψυχήν αύτήν' θρηνεί καί ή ψυχή δια τον εαυτόν της, αλλά τώρα πια απαρηγόρητα καί ανώφε­λα.

θα ΐδή τότε ή τρισαθλία εκείνη ψυχή επάνω εϊς τον εαυτόν της, ωσάν είς μίαν βρωμερά αποθήκη, όλα τα πονηρά έργα, όλα τα κακά λόγια καί τους αι­σχρούς λογισμούς πού έπραξε καί έσυλλογΐσθη Ολον τον χρύνον της ζωής της. Όλα φαίνονται καθαρά κολλημένα επάνω είς τύν χιτώνα της ψυχής, Καί θα θαυμάζη ή ψυχή καί θα άπορη και θα λέγη: Πότε ήρ­θαν όλα αυτά τα κακά επάνω μου; θα σιχαίνεται τον χιτώνα της, αλλά δεν θα μπορή να τον απόσπαση καί να τύν απόρριψη» διύτι αύτύς είναι ό ίδιος ό εαυτός της.

Δια τούτο και ό Μέγας Βασίλειος είπε αυτά τα φοβερά λόγια: «Μακάριος είναι εκείνος όπου την ή-μέραν της δικαίας Κρίσεως του θεού, όταν έλθη ό Κύριος να φώτιση τα απόκρυφα έργα του σκότους καί να φανέρωση τους διαλογισμούς των καρδιών, θα τολ-μήση να όπομεΐνη το φως έκεΐνο των ελέγχων καί της εξετάσεως, καί να άπέλθη χωρίς να πάθη καμμΐαν έ­ντροπήν, με το να έχη την συνεΐδησΐν του άμόλυντον άπύ έργα πονηρά, Διύτι εκείνοι οπού έπραξαν τα φαΰ-λα, θα αναστηθούν δια να έξυβρισθουν καί καται-σχυνθοϋν, με το να βλέπουν επάνω των έντυπωμένον τύ αίσχος καί τάς εικόνας καί τα σχήματα των άμαρ-

91

. των. Καί ίσως είναι πλέον φοβερά άπύ το σκύ-* καί άπύ τύ πυρ τύ αϊώνιον, ή αισχύνη αυτή, με ,ν £ποίαν μέλλουν οί αμαρτωλοί αιωνίως να ζουν, • τ5 να έχουν πάντοτε ενώπιον των οφθαλμών των τα σημεία της αμαρτίας όπου έπραξαν με τύ σώμα, τα ό­ποια είναι ωσάν μία βαφή τρόπον τινά ανεξίτηλος καί παραμένουν αιωνίως πλέον είς την ένθύμησιν της ψυ­χής των. "Ολίγοι δε θα αξιωθούν να προσέλθουν είς το φώζ το άληθινόν καί να αποκαλυφθούν καί ύστε­ρον από την άποκάλυψιν των κρυπτών έργων των να μην απέλθουν με έντροπιασμένα τα πρόσωπα» (Ερμη­νεία εις τον 33 ψαλμύν, προσέλθετε πρύς αύτύν καί φωτίσθητε, καί τα πρύσωπα υμών ου μη καταισχυν-

88)·

Κατά παρύμοιον τρύπον μας συμβουλεύει καί ό Άγιος Νικύδημος ό Αγιορείτης: «Δια να λυτρωθής, αγαπητέ, από την αίσχύνην καί την έντροπήν έκεί-νην, πρόφθασαν να μετανοήσης από καρδίας καί πλέ­ον μη άμαρτήσης. Επάνω δε εϊς δλα πρόφθασαν να έ-ξομολογηθης τάς αμαρτίας σου είς τον πνευματικόν χωρίς καμμίαν έντροπήν. Διότι ή έντροπή οπού έχεις να λαβής ενώπιον ένύς μόνου ανθρώπου του πνευματι­κού δηλαδή, αυτή έχει να σε ελευθέρωση από την Πα­γκόσμιο ν έντροπήν εκείνη ν, όπου μέλλεις να λαβής ε­νώπιον θεοΰ καί Αγγέλων καί Αγίων καί όλων όμοϋ των ανθρώπων της οικουμένης»49.

Εκτός από την έντροπήν πού θα αίσθανθή κάθε ψυχή την ώρα έκείνην της Παγκοσμίου κρίσεως, ας έ-ξετάσωμεν τί θα συμβή καί με τύν πύρινον ποταμύν

49. Νικόδημου του Άγιορείτου: Νέα Κλϊμαξ, ερμηνεία είς τον 5-ϊδοον άναβαθμόν του α'ήχου.

 

92

πού τρέχει εμπρός εις τον θρόνον του Κριτοϋ, κατά την προφητείαν του Δανιήλ" «Επί οίκον Δαβίδ τα φο­βερά τελεσιουργεϊταΓ πυρ γαρ φλέγον, απαντά αι-σχρόν νουν» (όγδοος αναβαθμός του πλ, α'ήχου)50.

Εις τον οίκον Δαβίδ, δηλαδή είς την Σιών, ή ο­ποία ευρύτερα Ιερουσαλήμ ονομάζεται, τελεσιουρ-γοΰνται τα φοβερά και μέγιστα γεγονότα. Έκεΐ ό φο­βερός Κριτής κάθεται επί θρόνου έμπροσθεν του ο­ποίου τρέχει ό πύρινος ποταμός καί έρχονται έκεΐ όλα τα έθνη να κριθούν.

Τόσον δε δραστικώτατον έχει να γίνη εκείνο το πυρ, ώστε θα βασανίζη τους ασωμάτους δαίμονας καί τάς ψυχάς καί τον νουν καί τα άφθαρτισμένα σώματα των ανθρώπων. Το λεπτομερέστατον εκείνο πυρ κατά την κρίσιν θα φλέγη κάθε νουν, δηλαδή κάθε άνθρω-πον, οπού έχει μολυσμένον τον νουν από αισχρούς, ε­μπαθείς και σαρκικούς λογισμούς καί το σώμα από τα ακάθαρτα έργα της σαρκός. "Αν δε τύ πυρ εκείνο θα φλέγη τον τόσον λεπτόν νουν, πόσον περισσότερον θα φλέγη το ύλικόν σώμα;

Ή αίσχρότης και ό μολυσμός του νοός και του σώματος, αυτά θέλουν είναι προσάναμμα καί ύλη του πυρός εκείνου. Ταύτα δε είναι τα ξύλα καί ό χόρτος καί ή καλάμη περί του οποίου λέγει ό "Απόστολος Παύλος: «Ε'ί τις έποικοδομεΐ επί τον θεμέλιον τούτον χρυσύν, αργυρον, λίθους τίμιους, ξύλα, χύρτον, καλά-μην, εκάστου τύ έργον φανερύν γενήσεται* ή γαρ ημέ­ρα δηλώσει, ότι εν πυρί αποκαλύπτεται καί εκάστου

50. Νικόδημου του Άγιορείτου: Νέα Κλΐμαξ, ερμηνεία είς τον 6-γδοον άναβαθμόν του πλ. α' ήχου.

93

το έργον όποιον εστί, τύ πυρ δοκιμάσει» (Α' Κορ. γ'

12),*

Ό ποιητής εΐπεν τον νουν αίσχρόν, διότι πρώτος αυτός μολύνεται από τάς αισχρός προσβολάς των λο­γισμών, έπειτα ή γλώσσα δια των αισχρών λόγων καί Ακολούθως μολύνεται καί όλον το σώμα δια των αι­σχρών έργων.

Ή ασκησις της αρετής χρειάζεται την βίαν και την χάριν του θεοΰ. Δια τούτο ας βιαζώμεθα δια να αύξήσωμεν τύν έσωτερικύν πλοΰτον. Ας προφυλασ-σώμεθα άπύ τα πονηρά καί αισχρά έργα' από τα άσε­μνα καί αισχρά λόγια καί από την άργολογίαν. "Ας προφυλασσώμεθα από τους εμπαθείς και πονηρούς λογισμούς καί να μη συγκατατιθέμεθα είς αυτούς, διό­τι, 6ταν έλθη ό Κύριος, «θα φώτιση τα κρυπτά του σκότους και θα φανέρωση τάς βούλας των καρδιών» (Α' Κορ. δ' 5). «Τύτε, λέγει, ό Μ. Βασίλειος κανείς δλλος κατήγορος δεν θα σηκωθή εναντίον σου, παρά αόταί αϊ πράξεις όπου θα παρουσιασθούν έκεΐ ενώ­πιον σου, κάθε μια ζωγραφισμένη με την ίδικήν της μορφήν' ή μοιχεία, ή κλοπή, πορνεία με την νύκτα ό-μοΰ, με τύν τρόπον όπου έγινε, με τα χαράκτη ρίζοντα αυτήν ιδιώματα καί εν γένει κάθε αμαρτία με τα ιδιαί­τερα χαρακτηριστικά της θα παρουσιασθή έκεϊ καί θα σου φέρη φανεράν την ύπόμνησιν αυτής»51.

Η μεγαλύτερα άνάπαυσις της ψυχής είναι να μη χεται πονηρούς λογισμούς καί άσεμνες φαντασίες. Καί ή μεγαλύτερα εύαρέστησις καί διακονία είς τον είναι ό καθαρός λογισμός. Ό Κύριος θέλει να

¥· Μ. Βασιλείου: Άπαντα των Αγίων Πατέρων, Εκδόσεις ώφελί-βιβλίου, τόμος 14ος, σελίς 284.

 

94

χαρίση είς την ψυχήν την άληθινήν άνάπαυσιν να αργή καί να καθαρίζεται από τους λογισμούς του σα-τανά καί να αναπαύεται κοντά εις τον Κύριον. Λιά τοϋτο μας προσκαλεί εις την ίδικήν του άνάπαυσιν λέγων: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες καί πε-φορτισμένοι, κάγώ αναπαύσω υμάς» (Ματ. ια'28).

Οχ ψυχές πού πείθονται καί προσέρχονται εις τον Κύριον, αναπαύονται από το βάρος των ακαθάρτων λογισμών καί εορτάζουν έορτήν του Αγίου Πνεύμα­τος, έορτήν χαράς καί άγαλλιάσεως ανέκφραστου.

"Ας παρακαλέσωμεν τον Κύριον να μας βοηθήση να είσέλθωμεν εις αυτήν την κατάπαυσιν, δια να είμε­θα αργοί εκ των ματαίων καί πονηρών λογισμών, δια να λατρεύωμεν καί δια να δοξάζωμεν το "Αγιον "Ονο­μα αύτοΰ εκ καθαράς καρδίας.

 

95

Ή αληθινή άνάπαυσις της ψυχής.

Πόσο αναπαύεται ή ψυχή όταν ευρίσκεται μέσα είς το φως σου Κύριε! Εικόνα σου είναι ή ψυχή μου Κύριε καί ή ζωή της είναι ή Ιδική σου καταφυγή. Ή χαρά μου είναι ό Ίησοΰς. Ή αναπνοή μου, ό 'ϊησοΰς. Ή προσευχή μου, ό Ιησούς. Ή ελπίδα μου, ό Ιησούς. Ή καταφυγή μου, ό Ιησούς. Ή άπέκδυσις παντός νοήματος κατά την ώραν της προσευχής δίδει μεγάλη δύναμι καί χαρά ανέκ­φραστη είς την ψυχήν.

Αυτός είναι ό Σαββατισμός της ψυχής. Ή κατά-παυσις εκ παντός νοήματος. Αυτή είναι ή αληθινή ά­νάπαυσις της ψυχής. Όταν άργεΐ καί καθαρίζεται από ίων αισχρών καί ρυπαρών λογισμών του σατανά καί Αναπαύεται εις την αίωνίαν άνάπαυσιν καί χαρά του Κυρίου. Εις αυτήν την άνάπαυσιν μας προσκαλεί ό Ί-ησοΰς Χριστός λέγων: «Δεΰτε προς με οί κοπιώντες Καί πεφορτισμένοι, κάγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. ια' 28).

Καί ό όσιος Ιωάννης ό Καρπάθιος μας συμβου­λεύει: «Εάν θέλωμεν πραγματικά να εύαρεστήσωμεν εις τον θεόν καί να έπιτύχωμεν την μακαριωτάτην φι-λίαν μαζύ του, ας παρουσιάσωμεν τον νουν μας γυ-μνύν είς αύτύν, χωρίς να μεταφέρωμεν μαζύ μας κανέ­να πράγμα του παρόντος αιώνος, ούτε τέχνην, οΰτε νόημα, οΰτε τέχνασμα, ούτε δικαιολογία,

 

96

αν γνωρίζωμεν δλην την σοφίαν του κόσμου» Τόμος α; σελΐς 286, μθ').

'Απεκδυομένη ή ψυχή τα νοήματα του κόσμου τούτου δέχεται τον φωτισμόν του θεοΰ. Φωτιζόμενη δε γίνεται απλή καί ό νους ελέγχει τα πάντα.

Είς την απλότητα αυτήν της ψυχής δεν υπάρχει λογισμός" δεν λειτουργούν τα πάθη1 καταπαύει ό ψυ-χόλεθρος μετεωρισμός. Ή ψυχή ζή εν θεώ καί ή ευχή λειτουργεί έντονα.

Ή καθαρότης της ψυχής πού υπάρχει τότε δίδει μεγάλην άνεσιν εις την ψυχήν και αισθάνεται το μέγα δώρο της Παρθενίας.

Ή Ύπεραγία Θεοτόκος ήταν πάντοτε ένδεδυμένη το θείον φως καί δια τοΰτο δεν μπορούσε να προσ-βληθή από κανένα λογισμό. Δια τοϋτο ή Παναγία μας έγινε δοχεΐον της χάριτος καί έσκήνωσεν καί έσαρ-κώθη εις αυτήν ό "Ηλιος της δικαιοσύνης, ό ΊησοΟς Χριστός, επειδή ήτο περιβεβλημένη ως ίμάτιον το θείον φως.

Ή υγεία της ψυχής ευρίσκεται μέσα εϊς αυτό το βίωμα. Να εχη ή ψυχή μέσα της αυτό το άγιο φως καί να το αισθάνεται. "Ετσι έπλασε ό θεός τον άνθρωπο. Με αύτύν τύν στολισμόν έπροίκισε την ψυχήν. Καί ή ψυχή, τότε είναι εικόνα του θεοΰ, όταν διατηρή αυτό το φως.

Ό Γέρων Σωφρόνιος αναλύοντας τίς πνευματικές καταστάσεις του Αγίου Σιλουανοΰ του Άθωνίτου πα-ρατηρεΐ: «Διαμένων εν τω νύμω της άπεκδύσεως άπο παντός ορατού καί νοητού, ό νους δοκιμάζει ϊδιόμορ-φον τερπνότητα και άνάπαυσιν, καί εάν τότε στραψΐΐ πως έφ' εαυτόν δύναται να αίσθανθή όμοίωσίν τίνα

 

97

Φωτός1 τοϋτο όμως δεν είναι το ακτιστον φως της θε-6τητος, αλλά φυσικόν ιδίωμα του νοός, κτισθέντος ^τ' εικόνα του Πρώτου Νοός, τουτέστι θεοΰ» καί συνεχίζει: «Ή ενέργεια του θείου φωτός εν τω άμαρ-ΐολφ άνθρώπω καταφλέγει τα πάθη, καί δια τοϋτο εις ώρισμένας περιόδους δυνατόν να γίνη αίσθητύν ως κβρ φλέγον. Την καΰσιν εις τοϋτο τύ πυρ απαραιτή­τως διέρχεται πάς Χριστιανύς ασκητής, πόθων "εύ-σεβως ζην"» (Άρχιμ. Σωφρονίου: Γέρων Σιλουανύς $ελ. 190).

Όταν λειτουργούν τα πάθη παραχαράσσεται ή εϊ-κόνα της ψυχής καί παραμορφώνεται, διύτι τύ σκότος καί ή δυσωδία των παθών εμποδίζουν την ψυχήν να δέχεται τον φωτισμόν του θεοΰ.

Ευρισκομένη δε ή ψυχή κάτω από μια συνεχή συννεφιά μαραζώνει καί δεν ανθοφορεί καί δεν καρ­ποφορεί. Καί έπειτα μαραμένη οπού είναι λυπεϊται καί παραπονείται καί καθοδηγείται από τα πονηρά πνεύματα.

Η ψυχή όμως πού δέχεται το φως του θεοΰ έχει δόναμι, έχει χαρά, έχει αγάπη καθαρή καί συνέχεια δέχεται τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος: «ό δε καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, άγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλ. Ε'22, 23).

Εΐσελθε ψυχή μου εις αυτήν την χαράν καί εϊς αυ­τό το φως. Εϊσελθε εϊς την άληθινήν ζωήν. Όμοίαζε προς την Ύπεραγίαν θεοτόκον, οπού εισήλθε εϊς τα

Αγια των Αγίων καί έτρέφετο υπό του Αγγέλου.

ι ( Σύναζε ψυχή μου τάς δυνάμεις σου εντός σου και εόρταζε έορτήν μυστικήν καί εύφρύσυνον' έορτήν χα-

 

99

98

ράς καί άγαλλιάσεως άνεκλαλήτου. Τούτο είναι τ ληθινόν φως καί ή αληθινή άνάπαυσις της ψυχής θυσία εύάρεστος είς τον θεόν: Ή λατρεία του εκ καθαράς καρδίας.

Δώρησαί μοι Κύριε το πυρ το νοερόν, το φωτίζον τάς διανοίας καί φλογίζον τάς αμαρτίας, δια να φωτί-ση με τάς μυστικάς του ακτίνας τα σκύτη της ψυχής μου' δια να κατακαύση τα ξύλα, τύν χύρτον, τα φρύ­γανα καί δ,τι άλλο περιττόν έσύναξε εν τη αμέλεια καί αγνοία καί ραθυμία της ή ψυχή μου. «ει δε τις έ-ποικοδομεΐ επί το θεμέλιον τοΰτον χρυσόν, άργυρον, λίθους τίμιους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, εκάστου το έργον φανερόν γενήσεταΐ' ή γαρ ήμερα δηλώσει1 ότι εν πυρί αποκαλύπτεται" και εκάστου το έργον όποιον εστί το πυρ δοκιμάσει» (Α'Κορ, γ' 12-13).

Ώ θαΰμα παράδοξον πώς ή πήλινη φύσις, το σώ­μα τύ χοϊκύν δέχεται την νοεράν καί αϋλον χάριν του Αγίου Πνεύματος!

Ώ πύσον μεγάλην άξίαν έχει «ό κρυπτός της καρ­δίας άνθρωπος, όταν εχη ως κόσμημα τον άφθαρτον στολισμύν της χάριτος του Αγίου Πνεύματος» (Α Πέτρου γ'4).

Ανάβαινε ψυχή μου εις σκηνώματα αγία δια να δέχεσαι τύν θεΐον φωτισμόν καί ίματισμένη και σω-φρονουσα να δοξάζης τον Πατέρα και τύν Υίόν καί το Άγιον Πνεύμα, την μίαν άδιαίρετον Τριάδα είς αιώνας αιώνων. Αμήν.

ά εϊναι τα σώματα μετά την Άνάστα«ην.

Ιησούς Χριστός με την άνάστασίν του δεν _/ συγχωρεί μόνον το προπατορικόν αμάρτημα, αλλά καί τύ αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήμα­τος, το όποιον είναι ό θάνατος «έσχατος εχθρός κα­ταργείται ό θάνατος» (Α' Κορ. ιε' 26).

Δια του θανάτου καί της αναστάσεως του ό Κύ­ριος εξαλείφει ολην την άμαρτίαν του παλαιού Αδάμ. Τύπος αυτών είναι το θεΐον βάπτισμα, όπως λέγει ό Α­πόστολος Παΰλος' «όσοι έβαπτίσθημεν εις Χριστύν Ί-ησοΰν, είς τον θάνατον αυτού έβαπτίσθημεν» (Ρωμ. στ' 3). Καί πάλιν «εί γαρ σύμφυτοι γενύμεθα τω ό-μοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά καί της αναστάσε­ως έσόμεθα» (Ρωμ. στ' 5).

Ή άνάστασις του Χριστού γίνεται ή αιτία να ανα­στηθούν κατά την κοινήν άνάστασίν δλα τα σώματα καί των αμαρτωλών καί των δικαίων. Όλοι θα ανα­στηθούμε καί θα εχωμεν την ήλικίαν του Χριστού «ηλικία πάντες  μία γενησύμεθα».  Δηλαδή,  δταν ό Χριστύς έσταυρώθη καί άνεστήθη ήταν τριάντα τριών χρόνων, θα είμεθα όλοι μία ηλικία υπό την εννοιαν, ότι τα σώματα μας θα είναι άφθαρτα καί θα καταργη-θή το φύλον καί ό χρόνος.

Ή άνάστασις του Χριστού ανοίγει τον δρόμο καί δια την ιδικήν μας άνάστασίν «εί γαρ τω του ενός πα-ραπτώματι οί πολλοί άπέθανον, πολλώ μάλλον ή χά­ρις του βεοΰ καί ή δωρεά εν χάριτι του ενός ανθρώ­που Ιησού Χρίστου είς πολλούς έπερίσσευσε» (Ρωμ. ε' 15). καί τούτο γίνεται διότι, καθώς ό Κύριος άνέλα-

 

100

βεν εις την θείαν του ύπόστασιν, ολην την φύσιν των ανθρώπων, έτσι καί με την άνάστασίν του ανακαίνιζε! ολην την φύσιν των ανθρώπων καί ανασταίνει καί τους απίστους, διότι φυσικώς καί όχι προαιρετικής έ'-λαβον την άμαρτίαν του παλαιού Αδάμ.

Επειδή όμως προαιρετικώς δεν ηθέλησαν να πι-στεύσουν είς τον νέον Αδάμ, τον Κύριον, δια τούτο τα σώματα αυτών κατά την κοινήν άνάστασίν των νε­κρών θα έχουν μεγάλην και άσύγκριτον διαφοράν από τα άναστηθησόμενα σώματα των πιστών καί ενάρε­των. «Καθ' ότι εκείνα (των αμαρτωλών) θέλουν είναι σκληρά, βαρέα, άσχημα, άτιμα, μαΰρα, σκοτεινά, ψυ­χρά καί χονδρά καί αυτά δλα τα άθλια ιδιώματα έ­χουν να αυξάνουν ή να όλιγοστεύουν εις αυτά, κατά την άναλογΐαν της απιστίας καί κακίας αυτών»52.

Τα σώματα των αναστημένων ανθρώπων θα διαφέ­ρουν. Καί ή διαφορά των δεν θα εξαρτάται από την σχέσι προς την αρετή ή την κακία της καθεμιάς ψυ­χής. «Νομίζω ότι αυτά πού διαφοροποιούν τότε την μορφή καθενός δεν είναι τα σωματικά, αλλά τα ιδιώ­ματα της κακίας ή της αρετής, πού ή κάποια ανάμειξη μεταξύ του κάνει να δημιουργείται το είδος τέτοιο ή άλλοιώτικο, τέτοιο σχεδόν πού γίνεται καί στην πα­ρούσα ζωή, όταν ή εξωτερική όψη του προσώπου φα­νερώνει την κρυμμένη διάθεσι της ψυχής, από την ό- Β ποία αναγνωρίζαμε εύκολα αυτόν πού κατατρώγεται από λύπη, ποιος είναι φουντωμένος από θυμό, ποιος λυώνει από την επιθυμία, καί τα άντίθεται πάλι, τον

52. Νικόδημου του Άγιορεΐτου: Πνευματικά γυμνάσματα, εκδό­σεις Β. Ρηγόπουλου, σελΐς 282. ί

101

Υθηούμενο, τον ήρεμο καί ποιόν στολίζει το σεμνό η Ριστικο τ^ ΨΡονήσεως»53.

Ή Ψυχή ή οποία αξιώθηκε να γίνη μέτοχος της θείας χάριτος, είναι φυσικύν έπύμενον να άγιάζη καί δλον τύ σώμα, διύτι ή ψυχή είναι πού συγκρατεί το σώμα είς την ζωήν.

"Εως ότου ή ψυχή ευρίσκεται είς την ζωήν αυτήν μαζύ με τύ σώμα, ή χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν μεταδίδεται καί είς το σώμα με τον ίδιο τρύπο. Περι­μένει να δείξη ή ψυχή την προαίρεσίν της μέχρι τέ­λους καί να υπόταξη τις απαιτήσεις του σώματος είς το θέλημα του θεού.

«Άλλα όταν ελθη τύ τέλος καί χωρίση ή ψυχή α­πό τύ σώμα τότε πλέον με τύ να επαυσεν ό αγώνας καί ένίκησεν ή ψυχή καί αναχωρεί από τύ σώμα με τύν στέφανον της αφθαρσίας, ωσάν όπου έτελείωσεν πλέον ό αγώνας της, τύτε, λέγω, ή χάρις του "Αγίου Πνεύματος οικειοποιείται καί αγιάζει καθολικά όλον τύ σώμα της τοιαύτης ψυχής, καί δια τούτο τότε ό-στέα γυμνά καί λείψανα των Αγίων έκβλύζουσιν ίά-ματα καί θεραπεύουσιν κάθε άσθένειαν»   .

Ό "Αγιος Γρηγόριος ό θεολόγος την ιδίαν ακρι­βώς γνώμη έχει, ότι ή ψυχή μεταδίδει άπύ την δόξαν της καί είς τύ σώμα, επειδή μαζύ έκοπίασαν είς τον κόσμον αυτόν δια την άπύκτησιν της αρετής, «Όπως ή ψυχή μαζύ με αΰτύ έμοιράσθη τα δυσάρεστα, επειδή

53. Γρηγορίου Νύσσης Εργα, ΕΠΕ, Τόμος 10, σελ. 201

54. Συμεών Ν. θεολόγου: Τα ευρισκόμενα, εκδόσεις Β, Ρηγόπου­λου, σελ. 46.

 

102

ήταν τα δύο σύμφυτα, έτσι μεταδίδει είς αυτά τύ καί όσα την ευχαριστούν»55.

Ή σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, τύ δε πνεύ­μα κατά της σαρκύς. Όταν δε Οδηγούμεθα από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, τότε θα άπολαμβάνωμεν καί τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος καί δεν θα χρησιμοποιοϋμεν την έλευθερίαν μας δια τάς επιθυ­μίας της σαρκός. Ή χάρις πού θα απόκτηση ή ψυχή θα μεταδοθή καί εις το σώμα, διύτι ύπήκουσε είς την ψυχήν καί δεν έτέλεσε την έπιθυμίαν της σαρκύς. Ό­λα αυτά φαίνονται καθαρά είς τύν καθημερινύν βίον, πολύ όμως περισσότερον θα γίνωνται αντιληπτά από την ώραν του θανάτου. «Λέγω δε, πνεύματι περιπατεί­τε καί έπιθυμίαν σαρκός ου μη τελέσητε. Ή γαρ σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός* ταύτα δε άντίκεται άλλήλοις» (Γαλ. ε' 16-17).

Δια τοϋτο τα σώματα των πιστών καί ορθοδόξου Χριστιανών κατ' άναλογίαν της πίστεως καί της αρε­τής αυτών θα είναι μαλακά, ελαφρά, ωραία, ένδοξα, διαφανή, φωτεινά, θερμά καί πνευματικά, θα έχουν 6-λα τα ιδιώματα τα όποια αναφέρει ό Απόστολος ΠαΟ-λος: «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία, σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δύξη' σπείρεται εν ό-σθενεία, εγείρεται εν δυνάμει1 σπείρεται σώμα ψυχι-κύν, εγείρεται σώμα πνευματικύν» (Α'Κορ. ιε'42-43).

Τα σώματα των δικαίων καί ενάρετων ανθρώπων θα θριαμβεύσουν κατά του θανάτου καί θα αναλη­φθούν, θα άρπαγοϋν από τους Αγγέλους, κατά την Δευτέραν Παρουσίαν καί θα είναι πάντα μαζύ με τον Κύριον «άρπαγησόμεθα εν νεφέλαις είς απάντηση1

55. Γρηγορίου θεολόγου έργα, Τόμος 6, σελ. 419.

 

103

είς αέρα, καί ούτω πάντοτε συν Κυρίφ έσύμε-' θεσ. δ' 17).

Δεν ημπορούμε τώρα να διανοηθούμε, ούτε να φα­ντασθούμε την δόξαν καί την τιμήν των άφθαρτοποιη-μένων σωμάτων των δικαίων. Ό Απόστολος Παύλος καί πάλιν μας δίδει την δυνατότητα να προσεγγίσουμε κρός αυτά τα βαθειά νοήματα, δια να πιστεύσουμε ότι, δταν το σώμα μας άναστηθή, θα εχη μεγάλη ν Ομοιύ-•Τήτα καί άναλογίαν προς τύ δεδοξασμένον σώμα του Άναστάντος Χρίστου; «μετασχηματίσει τύ σώμα της ταπεινώσεως ημών, εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τφ σώματι της δύξης αύτοΰ» (Φιλιπ. γ' 21).

Οί ελπίδες καί οί προσδοκίες της Αναστάσεως κάνουν τίς ψυχές μας να σκιρτούν άπύ χαρά καί υπέρ­μετρο αγάπη δια τύν Άναστάντα Κύριον μας, αλλά συγχρύνως μας βοηθούν να προετοιμαζώμεθα πολύ δια να αξιωθούμε όλων αυτών των δωρεών.

Όλη αυτή ή δύξα καί ή τιμή πού θα άπολαμβάνη το αναστημένο σώμα μας κάνουν τύν Άγιον Νικύδη-μο με ασυγκράτητο ενθουσιασμό να γραφή: «Ώ θαυ­μαστά έφευρέματα οπού εύρεν Ο γλυκύτατος μας Ίη-σοΰς δια να μας άγαθοποιήση! Ώ ασύγκριτα χαρίσμα­τα οπού μας έχάρισε δια της αναστάσεως του! Καί τί δλλο μεγαλύτερον καί θεοπρεπέστερον χάρισμα ήδύ-νατο να χαρίση είς ημάς ωσάν αυτό οπού μας έχάρι-σεν, ήγουν το να δοξάση με τόσην μεγαλοπρέπειαν αιωνίως όχι μύνον την ψυχήν αλλά καί αυτό το σώμα μας; "Εστω' ή ψυχή είς όλον το ύστερον είναι καθα-ρΟν πνεύμα" είναι συγγενές με τους αγγέλους και εί-κών της θεότητας, όθεν δεν φαίνεται τόσον υπερβολι­κή αγάπη τύ να πάθη ό Κύριος δια να την δοξάση αιώνια.

 

 

 

104

Άλλα τί λογής υπερβολή αγάπης είναι αυτή το να πάθη τόσον ένας Υιός του θεού δια να αξίωση μιας αιωνίου δόξης το σώμα μας οπού είναι μία γη και σποδός; όπου είναι ένα σκεύος γεμάτο από δυσω-δίαν και άκαθαρσίαν καί μάλιστα οπού άπεστάτησε τόσες καί τόσες φορές από το θεΐον του θέλημα με τάς κακάς του ορέξεις;

Κατά άλήθειαν άνίσως καί ήμεΐς ήθέλαμεν κατα-ξεσχίση δια τον Ίησοϋν Χριστόν με χίλια μαρτύρια το σώμα μας' άνίσως καί ήθέλαμεν το καρφώση δι' ά-γάπην του επάνω εις τύν σταυρύν' ή τύ όλιγώτερον ά­νίσως ήθέλαμεν τύ φύλαξη καθαρύν άπύ κάθε λογής άμαρτίαν καί μολυσμόν, πάλιν δεν ήτο άξιον το σώμα μας να απόλαυση εις τύν ούρανύν ένα προνύμιον τό­σον ύψηλόν, οπού να συνδοξασθη με το σώμα του λυ-τρωτοΰ μας' «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιροϋ πρύς την μέλλουσαν δύξαν άποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. η'18).

Καί τώρα να απόλαυση αύτύ τύ ύψηλύν προνό-μιον τοϋτο τύ σώμα, υστέρα άφ' ου ύβρισε τον θεόν δια να θεραπεύση τον έαυτύν του καί άφ' ου έμολύνθη με τύσας αμαρτίας μόνον διότι έκαθαρίσθη μετρίως με την μετάνοιαν; Τοΰτο εκπλήττει κάθε νουν τούτο κάμνει άφωνον κάθε γλώσσαν»56.

56. Νικόδημου του Άγιορείτου: Πνευματικά Γυμνάσματα, σ»:λ 283.

105

 

Περί της εξόδου της ψυχής.

σωματικός θάνατος είναι αποτέλεσμα της πα-ραβάσεως των πρωτοπλάστων καί έπηκολού-θησε τύν πνευματικόν θάνατον αυτών. Ό θάνατος του σώματος είναι καθολικύν φαινύμενον καί κοινύν πο-τήριον εις όλους τους ανθρώπους. Ό ορός θάνατος βίς την Άγίαν Γραφήν σημαίνει: «άλλοτε μεν την παΰσιν της παρούσης ζωής, την έπερχομένην δια του χωρισμού της ψυχής άπύ του σώματος, άλλοτε δε τον πνευματικόν ή ήθικύν θάνατον»57.

Ό πνευματικύς θάνατος καλείται εις την Άποκά-λυψιν δεύτερος θάνατος. Πρώτος θάνατος είναι ό σω­ματικός θάνατος καί πρώτη άνάστασις είναι ό δρόμος της μετανοίας της ψυχής εκ των αμαρτωλών έργων αυτής. «Μακάριος καί άγιος ό έχων μέρος εν τη άνα-στάσει τη πρώτη· επί τούτων ό δεύτερος θάνατος ουκ ϋχει έξουσίαν» (*Αποκ. κ' 6). Δια τοϋτο κατά τύν "Α-γΐον Μακάριον: «Άνάστασις νεκρών ψυχών από του νυν γίνεται" άνάστασις δε των σωμάτων εν εκείνη τη ήμερα»58. Τοϋτο ακριβώς μας διδάσκει καί ό Κύριος εις την παραβολήν του άσωτου υίοΰ; «νεκρός ην καί ανέζησε, καί άπολωλώς ην καί ευρέθη» (Λουκ. ιε' 32).

Ό άνθρωπος είναι ψυχοσωματική υπαρξις πού σημαίνει, ότι δεν είναι μόνον ψυχή, ούτε πάλιν μόνον σώμα. «Ό θεός έπλασε τον άνθρωπον με χώμα από

57. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, Τόμος 3, σελ. 369.

58. Μακαρίου του Αιγυπτίου: Ένθ' ανωτέρω, ομιλία 36, σελ. 146.

 

106

την γήν (χοϊκόν) και ένεφύσησε εις το πρόσωπον αύ-τοΰ πνεύμα ζών, την άθάνατον ψυχήν' "Ετσι δε εγινεν ό άνθρωπος ζώσα υλική καί πνευματική ΰπαρξις» (Γεν. β'Τ).

Ή έξοδος της ψυχής από το σώμα γίνεται με βίαιο τρόπο καί αποτελεί έ'γα μυστήριο. Τοΰτο φαίνε­ται καί από ένα τροπάριο πού ψάλλεται κατά την έξό-διο ακολουθία, γραμμένο από τον Άγιον Ιωάννη τον Δαμασκηνό. «Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μύ­στη ριον, πώς ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας, καί της συμφυΐας ό φυσικώτατος δε­σμός, θείω βουλή μάτι άποτέμνεται».

Αποχωρίζεται ή ψυχή από το σώμα καί διαλύεται ό φυσικώτατος δεσμός ψυχής και σώματος με την βούλησιν του θεοϋ. Ό θεός δεν είναι αίτιος του θα­νάτου, αλλά επέτρεψε να ελθη εις τον ανθρωπον, υ­στέρα άπύ την παρακοήν του. «Ό θεός θάνατον ουκ έποίησεν, άλλ' έκτισεν τον ανθρωπον έπ' αφθαρσία» (Σοφία Σολ. α' 13 και β'23).

Κατά την ώρα του θανάτου ή ψυχή αρχίζει να ζή μια νέα πραγματικότητα, ή όποια έχει σχέσι με την αϊώνιον κατάστασιν της ψυχής καί του σώματος. Ε­κείνη την στιγμή ανοίγουν τα μάτια της ψυχής καί ή ψυχή βλέπει όλα τα έργα αυτής με κάθε λεπτομέρεια. Εις την παροΰσαν ζωήν ή διαγωγή του ανθρώπου έγ-χαράσσει εις την ψυχήν αύτοΰ μόνιμον χαρακτήρα, ό όποιος έχει σχέσιν με τάς πράξεις και τάς αποφάσεις της ψυχής και ό όποιος πλέον δεν μπορεί να μεταβλη-θή εις την νέαν πέραν του τάφου ζωήν είς την οποίαν εισέρχεται ή ψυχή. "Ενεκα των ιδιοτήτων του χαρα-κτήρος της ή ψυχή είναι ευδιάκριτος και μόνη της διαχωρίζεται.

107

Άπύ φιλανθρωπία ό Άγιος θεύς, δια να ωφελη­θούν πολλές ψυχές επιτρέπει δίκαιοι άνθρωποι να βλέπουν Οπτασίες αγίων ψυχών καί φως θεϊκύ, αλλά καί οπτασίες δαιμύνων πού προσπαθούν να φοβίσουν, αλλά καί να αρπάξουν την ψυχήν κατά την ώραν της έξύδου.

Ό Άγιος Αντώνιος, όταν έγύριζεν οπίσω προς τον Άγιον Παϋλον τύν θηβαϊον καί του μετέφερε την στολήν του Αγίου Αθανασίου, σύμφωνα με την δια-ταγήν, πού είχε πάρει άπύ τύν ίδιον, καθώς έπροχω-ροΰσεν είς την ερημον καί έπλησίαζε τύ σπήλαιον, βλέπει ενώ ήτο ή τρίτη ώρα της ημέρας με τα μάτια της ψυχής, με τα όποια βλέπουν μόνον οί άξιοι, τάγ­ματα Αγγέλων, Ομάδες Αποστόλων, χορούς Προφη­τών και μαρτύρων καί είς το μέσον όλης αυτής της ιε­ράς παρατάξεως την ψυχήν του Παύλου, ύπερβάλλου-σαν είς λαμπρότητα καί αυτήν την λευκότητα της χιό­νος, να ανέρχεται με πολλήν εύφροσύνην είς τους ου­ρανούς59.

Ό Άγιος Μακάριος ό Αιγύπτιος διδάσκει ότι «Οταν ή ψυχή έξέλθη εκ του σώματος του ανθρώπου, μυστήριόν τι μέγα έκεϊ επιτελείται».Καί όταν κανείς την ώρα της εξόδου ευρέθη αμετανόητος «έρχονται χοροί δαιμόνων καί άγγελοι αριστεροί καί δυνάμεις σκότους παραλαμβάνουν την ψυχήν έκείνην καί κρα-τοΰσιν είς το ίδιον μέρος». Αντιθέτως όσοι είναι δού­λοι του θεοΰ, καί είς τύν κόσμον αύτύν τους περικυ­κλώνουν καί τους φυλάττουν οί Άγγελοι καί «όταν έ-ξέλθωσιν άπύ του σώματος οί χοροί των αγγέλων πα-ραλαμβάνουσιν αυτών τάς ψυχάς είς το ίδιον μέρος,

59. Εΰεργετινός, Τόμος 1, σελ. 138,

 

108

είς τον καθαρόν αιώνα, καί ούτως αυτούς προσάγουσι τω Κυρίω»60.

Αυτά τα όποια αναφέραμε έως εδώ από την ζωήν των Πατέρων, είναι πρωτίστως καί ή διδασκαλία του Κυρίου. Είς την παραβολήν του Πλουσίου καί τοβ Λαζάρου διαβάζαμε, δτι ό Λάζαρος οδηγήθηκε από τους αγγέλους εις τους κόλπους του Αβραάμ. «Έγέ-νετο δε άποθανεΐν τον πτωχόν καί άπενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων είς τον κόλπον του Αβραάμ» (Λουκ. ιστ'22).

Είς την παραβολήν του άφρονος πλουσίου Ο Κύ­ριος μας διδάσκει, ότι την ψυχήν των αμετανόητων α­μαρτωλών την παραλαμβάνουν οί δαίμονες. Δια τοϋτο Ο Πλούσιος ακούσε την φωνήν του θεοΰ να του λέγη: «άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν άπαιτοΰσιν από σου» (Λουκ. ιβ'20).

'ΑπΟ δλα αυτά κατανοούμε πόσον πράγματι, φό-βον καί τρόμον δοκιμάζει ή ψυχή, όταν αποχωρίζεται εκ του σώματος! Διότι τότε καταφθάνουν ολαι αϊ άρ-χαί καί αί δυνάμεις του σκότους καί παρουσιάζουν δ­λα τα αμαρτήματα πού διέπραξεν εν γνώσει ή εν α­γνοία, από τότε πού έγεννήθη 0 άνθρωπος, μέχρι της τελευταίας ώρας πού άπεχωρΐσθη ή ψυχή από το σώ­μα. Οί πονηροί δαίμονες παραστέκουν με άνατδειαν και κατηγορούν την ψυχήν με σφροδρότητα. Φυσικά ή Ψυχή δεν ενέχεται καί δεν μπορεί να κατηγορηθή δια αμαρτήματα τα όποϊα έχει έξομολογηθή καί έκανε τύν κανύνα της. Αντιμέτωποι πρύς τάς δυνάμεις τ σκάτους ευρίσκονται οί "Αγγελοι, οί όποιοι άναφ ρουν όσα καλά έργα έπετέλεσε ή ψυχή.

60. Μακαρίου τοΟ Αιγυπτίου: ένθ' ανωτέρω, ομιλία 22, σελ. 105.

 

109

ο

Πώς να περιγράψη κανείς την άγωνίαν καί τύν τρόμον'πού δοκιμάζει ή ψυχή, όταν άντιμετωπίζη ένα τόσον φοβερόν καί άδέκαστον κριτήριον; Είναι εκεί­νη ακριβώς ή ώρα ή στιγμή της μεγαλύτερος δοκιμα­σίας της ψυχής, έως ότου άκούση την άπόφασιν του Δικαίου Κριτοΰ.

Είναι πλέον παράδοσις της Εκκλησίας μας ή φο­βερά αυτή ώρα της εξόδου της ψυχής. Είς ένα τροπά­ριο από την έξόδιο ακολουθία φαίνεται καθαρά ή α­γωνία της ψυχής του αμαρτωλού άνθρωπου, ή οποία στρέφεται προς τους αγγέλους καί τους ανθρώπους, αλλά κανείς δεν μπορεί να την βοηθήση. «Οϊμοι, οίον αγώνα έχει ή ψυχή, χωριζόμενη εκ του σώματος! Οϊ­μοι πόσα δακρύει τύτε, καί ούχ υπάρχει ό ελεών αυ­τήν! Προς τους Αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρα­κτα καθικετεύει' προς τους ανθρώπους τάς χείρας έ-κτείνουσα, ουκ έχει τύν βοηθοΰντα».

Πρώτιστος σκοπύς του ανθρώπου είς τον κύσμον αυτόν είναι ή προετοιμασία της ψυχής δια την Βασι­λεία των ουρανών. Δεν ήλθαμε είς τύν κύσμον αυτόν ρίπε δια τιμές, οΰτε δια δόξες, ούτε δια απολαύσεις" ήλθαμε δια την Βασιλείαν των ουρανών. Όταν έτσι προετοιμάζεται κανείς δεν φοβείται τον θάνατο, διότι ό θάνατος γίνεται μια γέφυρα πού οδηγεί είς την ού-ράνιαν μακαριότητα.

1 Ή ετοιμασία αυτή της ψυχής προσελκύει την χά­ριν του θεοΰ καί ό άνθρωπος πλέον ελπίζει καί πι­στεύει εις το έλεος του θεοΰ καί δεν ταράσσεται" «ή-τοιμάσθην καί ουκ έταράχθην» (Ψαλ. 118, 60).

 

110

Ό τελωνισμός των ψυχών.

Συνέχεια από το προηγούμενο θέμα είναι ό τελω­νισμός των ψυχών, θα χρησιμοποιήσουμε παρα­δείγματα από την Αγία Γραφή, αλλά και από την δι­δασκαλία των Πατέρων, δια να βοηθήσουμε με αυτά την ψυχή μας καί όχι να προκαλέσουμε κάποια αγω­νία καί ανησυχία. Ή ψυχή πού έχει αμόλυντη την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος και είναι ενωμένη με τον Χριστό, δεν εξουσιάζεται από τον διάβολο καί α­ποφεύγει την παρουσία και την ενέργεια των τελω­νίων.

Τον φθόνον του διαβόλου παρατηρούμε καί επά­νω εις το νεκρύν σώμα του Μωϋσέως, επειδή ό Μωϋ-σής είχε φονεύσει τΰν Αΐγύπτιον. Τότε ό Αρχάγγελος Μιχαήλ συνδιελέγετο με τον διάβολον, πού διεξεδίκει καί ήθελε να πάρη το σώμα του Μωϋσέως, «Ό δε Μι­χαήλ ό αρχάγγελος, ότε τω διαβάλω διακρινάμενος διελέγετο περί του Μωϋσέως σώματος» (Ιούδα 9).

Πολύ χαρακτηριστικά επίσης είναι αυτά πού είπε ό Κύριος σχετικά με τα τελώνια, ολίγον πρίν άπύ το Πάθος του: «έρχεται γαρ ό του κύσμου άρχων καί εν έμοΐ ουκ έχει ουδέν» (Ίωάν. ιδ' 30). Λέγεται αρχών του κύσμου ό διάβολος επειδή εξουσιάζει τύν κόσμον της αδικίας καί Οχι δτι είναι πραγματικά κοσμοκρά-τωρ. Ποτέ δεν εξουσιάζει ό διάβολος όλον τύν κό­σμον, διύτι υπάρχει ή Εκκλησία.

Ό Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας το ψαλμικό χω*

111

ρΐο: «σώσύν με εκ πάντων των διωκύντων με καί ρΰ-σαΐ με> μήποτε άρπάση ως λέων την ψυχήν μου» (ψαλ. ζ', 2-3), λέγει, ότι οι γενναίοι του θεού άθλη-ταί, οι άγωνίσταί της αρετής, άφοΰ αρκετά παλαίσουν καί πολεμήσουν καθ' όλον τύ διάστημα της ζωής των εναντίον των αοράτων εχθρών, όταν κατορθώσουν να σωθούν άπύ όλας τάς καταδιώξεις των, την ώραν έκεΐ-νην όπου έφθασαν πλέον πλησίον εις τύ τέλος της ζω­ής των, εξετάζονται καί ανακρίνονται με αύστηρύτη-τα άπύ τύν άρχοντα του αιώνος τούτου. Καί αν μεν ευρεθούν ότι έχουν πληγάς άπύ την πολυχρόνιον με τον έχθρύν των πάλην ή μολυσμούς καί σημεία από τάς αμαρτίας όπου έπραξαν, τότε αυτοί θα κρατηθούν αιχμάλωτοι. "Αν όμως ευρεθούν χωρίς καμμίαν πλη-γήν από τον έχθρόν καί άσπιλοι καί καθαροί από κά­θε άμαρτίαν, επειδή δεν είναι δυνατύν πλέον αυτοί να κρατηθούν αιχμάλωτοι, τύτε λοιπύν, επειδή είναι ε­λεύθεροι, θα εισαχθούν από τον ίδιον τύν Ίησουν Χριστύν είς τύν τύπον της αναπαύσεως.

Δια τοϋτο ό εύρισκύμενος ύπύ τύ κράτος του θα­νάτου κράζει πρύς τύν Κύριον: «Λύτρωσε με άπύ τους αόρατους εχθρούς κατά την φοβεράν έκείνην ώραν της εξετάσεως, μήπως ό αρχών του αιώνος τούτου άρ-Τεάση ωσάν λέων την ψυχήν μου».

Αυτά δε ημπορείς να μάθης άπύ αύτύν τον Κύ-ριον, όταν έλεγε πλησίον εις τύν καιρύν του πάθους του: «τώρα έρχεται ό άρχων του κόσμου τούτου καί εις εμένα δεν θα εΰρη κανένα άξιον θανάτου».

Άλλ' εκείνος μεν, ό Κύριος ημών, οπού δεν έκα­νε καμμίαν άμαρτίαν, ελεγεν δτι δεν έχει τίποτε άξιον θανάτου επάνω του' «Εις τον άνθρωπον όμως άρκετύν είναι, εάν τολμήση να εΐπη δτι έρχεται ό άρχων του

112

κόσμου τούτου καί εις έμενα θα ευρη ολίγα καί παρα­μικρά αμαρτήματα»61.

Ό Μ, Αθανάσιος ό όποιος συνέγραψεν τον βίον του Μ. Αντωνίου, ίστορεϊ περί αύτοϋ καί τα έξης; «Μια νύκτα κάποιος τον καλεϊ άνωθεν καί του λέγει: -Αντώνιε, σήκω, έβγα έξω από το κελλί σου καί βλέ­πε.

Μόλις βγήκε έξω (διότι έγνώριζε σε ποιες φωνές οφείλει να υπάκουη) καί κύτταξε ψηλά, είδε κάποιον, πολύ μεγάλους αναστήματος καί φοβερόν, πού δεν φαινόταν ή μορφή του, να στέκεται καί να φθάνη μέ­χρι τα σύννεφα καί μερικούς πού ανέβαιναν σαν να εί­χαν φτερά, ενώ εκείνος άπλωνε τα χέρια. Και άλλους μεν είδε να εμποδίζονται άπ' αυτόν, άλλους δε να πε-τοΰν πιο ψηλά κι' άφοϋ περνούσαν, ν' ανεβαίνουν του λοιπού, χωρίς να του δίνουν σημασία. Καί σ' αυτούς μεν έτριζε τα δόντια ό ψηλός εκείνος, έχαιρε δε γι' αυτούς πού εμπόδιζε καί έπεφταν κάτω. "Αμέσως τότε έγινε φωνή προς τον Άντώνιον: -Πρόσεχε να έννοή-σης αυτό πού βλέπεις.

Καί αφού άνοιξε ή διάνοια του καταλάβαινε δτι ήταν το πέρασμα των ψυχών κι' εκείνος ό πανύψηλος πού στεκόταν ήταν ό διάβολος, πού φθονεί τους πι­στούς. Και τους μεν δικούς του υπηκόους πού ήσαν υ­πεύθυνοι σ' αυτόν τους κρατούσε καί τους εμπόδιζε να περάσουν, τους δε άλλους πού δεν ύπήκουσαν σ' αυ­τόν, δεν μπορούσε να τους κρατά, γιατί τον ξεπερνού-

σαν»

62

61. Μ. Βασιλείου: Ερμηνεία Ψαλμών, "Εκδοσις Ωφελίμου Βι­βλίου, Τόμος 14, σελ. 59.

62. Ό Μέγας Αντώνιος, Εκδόσεις Β. Ρηγόπουλου, σελ. 121.

113

Με πολλή σαφήνεια επίσης Ομιλεί, περί των δαι­μόνων πού ερευνούν τάς ψυχάς καί περί των τελωνίων τα όποια διέρχεται ή έκδημοϋσα εκ του κόσμου τού­του ψυχή καί ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας είς την ΙΔ' όμιλίαν του, Περί εξόδου ψυχής καί περί Δευ­τέρας Παρουσίας. Γράφει εκεί, δτι ή των δικαίων ψυ­χή έκδημήσασα «κατέχεται υπό αγίων Αγγέλων δια του αέρος παρερχομένη καί υψούμενη». Κατά την πο-ρείαν αυτής ευρίσκει ή ψυχή «τελώνια φυλάττοντα την άνοδον καί κρατούντα καί διακωλύοντα τάς άνα-βαινούσας ψυχάς καί έκαστον τελώνιον τάς οικείας α­μαρτίας προσφέρει αυτού... οί δε άγιοι Άγγελοι οί την ψυχήν όδηγουντες προσφέρουσι καί αυτοί όσα διεπράχθησαν αγαθά».

Παραλλήλως καί ό Άγιος Ιωάννης ό Σιναΐτης περιγράφει μια φοβερά Οπτασία πού είδε ό ερημίτης Στέφανος πού είχε τύ κελλΐ του κάτω άπύ την Αγία Κορυφή του όρους Σινά, είς τύ σημεΐον όπου ευρίσκε­ται σήμερα τύ σπήλαιο του Προφήτου Ήλιου. «Την καραμονή του θανάτου του περιέπεσε σε εκστασι καί με τα μάτια ανοικτά παρατηρούσε δεξιά καί αριστερά της κλίνης του. Σάν να τον ανέκριναν κάποιοι, α­παντούσε -Τύν άκουγαν Ολοι οί παρευρισκόμενοι-ι άλλοτε έλεγε: «Ναί, πράγματι, αληθινά" πλην 6-

ενήστευσα τόσα έτη γι* αυτό». Άλλοτε: «Όχι. Εϊ-ναι^ ψέμμα. Αυτό δεν το έκανα». "Επειτα από λίγο: *Αύτό ναί, αληθινά τύ έπραξα, αλλά έκλαυσα, έκανα οίακονήματα αγάπης». Καί πάλι: «Αληθινά με κατη-Υορεΐτε». Μερικές φορές για ώρισμένα απαντούσε: αληθινά, ναί. Γι' αυτά δεν έχω τί να άπολογη-

Ο θεός είναι ελεήμων».

Καί συνεχίζει Ο άγιος Ιωάννης ό Σιναΐτης; «Ή-

 

 

114

ταν αλήθεια ένα θέαμα φρικτό καί φοβερό. "Ενα δικά-στήριο αόρατο χωρίς έλεος. Καί τον κατηγορούσαν και για πράγματα πού δεν είχε διαπράξει»63.

Τέλος ό άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός συνοψίζει όλες τίς γνώμες των Πατέρων καί εφιστά την προσο-χήν επί του φόβου καί του τρόμου, τον όποιον θα δο-κιμάση κάθε άνθρωπος, όταν ή ψυχή χωρίζεται εκ του σώματος: «Αδελφοί, τί φόβο καί τρόμο καί ανάγκη έ­χουμε να αντιμετωπίσουμε, όταν ή ψυχή μας θα χωρί­ζεται από το σώμα. Διότι έρχεται σ' εμάς ολόκληρη στρατιά καί δύναμις των αντιθέτων δυνάμεων, οί άρ­χοντες του σκότους, οί κοσμοκράτορες της κακίας, οί αρχές και οί εξουσίες καί με κάποια μορφή δίκης κρατούν την ψυχήν μας, αναφερόντες όλα της τα α­μαρτήματα, όσα έγιναν εν γνώσει, αλλά καί με άγνοια της, από την νεαρή ηλικία της μέχρι την ώρα του θα­νάτου»64.

Τα έργα των ανθρώπων την ώρα του θανάτου είς τον ζυγόν δοκιμάζονται. Καί έφ' όσον ή φέρουσα τάς άγαθάς πράξεις πλάστιγξ βαρύνει περισσότερον, ή ά-πόφασις υπέρ της κρινομένης ψυχής θα είναι ευνοϊκή" «αν γαρ ισόπαλης ό ζυγός ευρέθη των καλών καί των αισχρών νικά το φιλάνθρωπον' εί δε καί μικρύν τι των κακών ή Πλάστιγξ βαρύνεται, κατακρατεί πάλιν το ύπεράγαθον»65.

Πάρα πολύ όμως ωφελούν τα μνημόσυνα τα ό-

63. Ιωάννου του Σιναΐτου: Κλΐμαξ, Έκδοσις Ί.Μ. Παρακλήτου, σελ. 150.

64. Ί. Δαμάσκηνου "Εργα, ΕΠΕ, Τόμος 7, σελ. 535.

65. Τριώδιον, Υπόμνημα του Σαββάτου προ της Απόκρεω, εκδο-σις «Φως» σελ. 23.

115

ποία τελούμε υπέρ των κεκοιμημένων. Μέχρι της Δευ­τέρας Παρουσίας του Χρίστου, καθώς Ορίζουν οί θεϊοι Πατέρες, δσα υπέρ των κεκοιμημένων μνημόσυ­να κβί ελεημοσύνες γίνονται, ώφέλειαν μεγάλην πα­ρέχουν είς τάς ψυχάς καί μάλιστα είς εκείνους οί ό­ποιοι ολίγας άγαθάς πράξεις έπραξαν, όταν ήσαν είς την ζωήν αυτήν.

Συνάγεται, λοιπόν, εκ των ανωτέρω το άκύλουθον συμπέρασμα: Σκοπύς μεν του επιγείου βίου των ορθο­δόξων χριστιανών είναι ή προετοιμασία δια να άπο-Κτήσωμεν δια της καλλιέργειας των αρετών την στο-λήν της ψυχής. Τέλος δε ή Βασιλεία των ουρανών.

Επομένως έχομε χρέος να θεραπεύσουμε τα πάθη τήζ ψυχής, δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ό­ταν γίνη αυτό τα τελώνια δεν έχουν κανένα δικαίωμα επάνω είς την ψυχήν μας. Δια τούτο οί Πατέρες μας συνιστούν να είμεθα ζωντανά μέλη της Εκκλησίας, με καθαρή έξομολόγησι καί Πνευματική ζωή. Καί ή Εκκλησία ως στοργική μητέρα θα μας προστατεύση και θα μας οδήγηση είς τύν Νυμφίον Χριστύν, τύν νι-κητήν του θανάτου καί χορηγύν της αιωνίου μακαριύ-τητος.

θεοτοκίον. ΤΗχος πλ. δ'.

Εύχαριστοϋμέν σοι αεί Θεοτόκε, καί μεγαλύνομεν Αγνή καί προσκυνούμε, άνυμνοΰντες τον τόκον σου Κ,εχαριτωμένη, βοώντες ακαταπαύστως" Σώσον ή-μδς, Παρθένε παντελεήμον ως αγαθή, καί δαιμόνων έ-ζάρπασον λογοθεσίου φοβερού, εν ώρα της έτάσεως, μη αίσχυνθώμεν οί δούλοι σου.

 

116

Ή μετά θάνατον μερική κρίσις των ψυχών.

 

Είναι γνωστόν από την Αγία Γραφή καί την διδα-σκαλίαν των αγίων Πατέρων, δτι κατά την Δευ-τέραν Παρουσίαν του Χρίστου θα επακολούθηση ή γενική κρίσις καί άνταπόδοσις των ψυχών. Κατ' αυ­τήν «πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βή­ματος του Χρίστου, ϊνα κομίσηται έκαστος τα δια τοβ σώματος προς α επραξεν, είτε αγαθόν, είτε κακόν» (Β' Κορ. ε' 10) καί μετά την οποίαν «άπελεύσονται οί εξ ευωνύμων του Κριτοΰ εις κόλασιν αίώνιον, οι δε δί­καιοι εις ζωήν αίώνιον» (Ματθ. κε'46).

Προφανώς ή καθολική αυτή κρίσις διακρίνεται α­πό της μερικής κρίσεως, ή οποία λαμβάνει χωράν κα­τά την έξοδον εκάστης ψυχής εκ του σώματος.

Πρόκεται δια μία νέα κατάστασιν της ψυχής, διό­τι ευρίσκεται χωρισμένη από το σώμα με το Οποίον ή­ταν συνδεδεμένη κατά την δημιουργίαν της από τον θεό. Κατά τον έπερχόμενον δια του θανάτου χωρι-σμύν, του σώματος από της ψυχής, το μεν σώμα δια­λύεται ως σύνθεσις υλική, ή δε ψυχή εξακολουθεί να ζή.

Ότι δε ή ψυχή έπιζή καί μετά θάνατον καί διατη­ρεί πλήρη συνείδησιν, ενδιαφερόμενη και δια τους ά-πολειφθέντας εις τύν παρόντα βΐον καί δι' αυτά πού συμβαίνουν εις την γήν, μαρτυρεΐται τούτο, δχι μόνον υπό της παραβολής του Πλουσίου καί του Λαζάρου, εϊς την Οποίαν παρουσιάζεται Ο Πλούσιος να άναγνω-ρίζη τον Λάζαρον καί να έκδηλώνη το ενδιαφέρον του δια τους πέντε επιζώντας αδελφούς του, αλλά καί

117

£ξ άλλων μαρτυριών της Γραφής καί της Ιεράς Άπο-καλύψεως.

Κατά την μεταμύρφωσιν του Κυρίου εμφανίσθη­καν οί δύο μεγάλοι Προφήται της Παλαιάς Διαθήκης καί συνωμίλουν μετ' αύτοϋ «καί ιδού άνδρες δύο συνε-λάλουν αύτω, ο'ίτινες ήσαν Μωϋσής καί Ηλίας» (Λουκ. θ' 30)!

Εις την Άποκάλυψιν παρουσιάζονται οί ψυχές των αδίκως σφαγιασθέντων μαρτύρων, εύρισκόμεναι ύποκάτων του θυσιαστηρίου, αί Οποϊαι εκραζον καί ε-λεγον; «έως πότε ο δεσπύτης ο άγιος καί ο αληθινός ου κρίνεις καί έκδικεΐς το αίμα ημών εκ των κατοι-κούντων επί της γης;» (Άποκ. στ'9-10).

Κάθε άνθρωπος είναι μια μοναδική καί ανεπανά­ληπτη προσωπικύτητα. ΤΟ σώμα καί ή ψυχή ένώθη-σαν είς μίαν ύπύστασιν, όταν Ο θεύς έπλασε τύν άν­θρωπο. *Η ύπύστασις αυτή πού έλαβε ό άνθρωπος κα­τά την δημιουργίαν δεν καταργείται ούτε με τύν θάνα­το. Αυτή ή Ιδιαιτέρα ύπόστασις-πρόσωπο ουδέποτε παύει να ύπάρχη.

Δια τοΰτο ό Κύριος εϊς την παραβολήν του Πλου­σίου καί του Λαζάρου λέγει ότι ό Πλούσιος είδε τον Λάζαρον εις τους κύλπους του Αβραάμ καί δχι απλώς την ψυχήν του Λαζάρου.

Αυτήν την άδιάλυτον ύπύστασιν της ψυχής καί του σώματος μας περιγράφει καί Ο Γρηγύριος Ο θεο-λύγος είς τύν έπιτάφιον λύγον προ Καισάριον τον ά-δελφύν του: «περιμένω την φωνήν του Αρχαγγέλου, την έσχάτην σάλπιγγα, τύν μετασχηματισμόν του ού-ρανοΰ, την μεταβολήν της γης, την άπελευθέρωσιν ιών στοιχείων, την άνανέωσιν του κός

 

118 |

ντικρύσω τον ίδιον τον Καισάριον, χωρίς να άποθνή. σκη πια, χωρίς να πηγαίνωμε εις τον τάφον, χωρίς ν<ϊ πενθούμε, χωρίς να λυπούμεθα. θα είναι λαμπρός, έ'ν. δοξος, υψηλός...»66.

Την άποψι δτι ό χωρισμός της ψυχής από του σώ­ματος δεν καταργεί την ύπόστασιν του άνθρωπου δέ­χεται καί ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης είς τον διάλο-γον περί ψυχής καί Αναστάσεως με την αδελφή ν του Μακρινά: «Και όταν το σώμα διαλυθή, ή ψυχή, ή ό­ποια κατέχει τύ σκεύος, αναγνωρίζει το ίδικΰν της τε-μάχιον, διότι δεν απομακρύνεται από τύ ϊδικόν της, ούτε αν ανακατευθούν τα κομμάτια μεταξύ των, ούτε όταν αυτά ενωθούν με το άκατέργαστον της ύλης των στοιχείων, αλλά πάντοτε αναγνωρίζει το ίδικόν της ό­πως όταν ήτο συνηνωμένον μετά του όλου σχήματος καί μετά την διάλυσιν δεν πλανάται εις την άναγνώρι-σιν των ιδικών της, Οδηγούμενη ύπύ των σημείων τα Οποια μένουν επί των λειψάνων... Τούτο κυριολεκτι­κώς είναι εκείνο τύ όποιον καί είναι καί ονομάζεται άνάστασις»67.

Καί ό άγιος Μακάριος ό Αιγύπτιος με πολλή σα­φήνεια καί παραστατικύτητα δηλώνει αυτό το άδιάλυ-τον της ανθρωπινής υποστάσεως: «Εν τη άναστάσει όλα τα μέλη άνΐστανται καί θρίξ ουκ άπύληται (Λου­κά κα', 18) καί όλα γίγνονται φωτοειδή, όλα εις το φως καί τύ πυρ βάπτονται καί μεταβάλλονται, άλλ' ούχ ως τίνες, λέγουσιν, αναλύεται καί γίνεται πυρ καί ούκέτι ύφέστηκεν ή φύσις' Πέτρος γαρ Πέτρος εστί. καί Παύλος Παύλος, καί Φίλιππος Φίλιππος' έκαστος

66. Γρηγορΐου θεολόγου "Εργα, ΕΠΕ, Τόμος 6, σελ. 419.

67. Γρηγορίου Νόσσης "Εργα, ΕΠΕ, Τόμος 1, σελ. 289.

119

*ν τη ιδία φύσει καί ύποστάσει μένει πεπληρωμένος τοϋ Π νεύματος»68.

Παρά την σαφή όμως διάκρισιν μεταξύ της μερι-

#ης καί καθολικής κρίσεως δεν πρέπει να λησμονού­με, «ότι δια της μερικής κρίσεως λαμβάνει χωράν δια­χωρισμός μεταξύ αγαθών καί αμαρτωλών ψυχών, εύ-6&ς άμα της εξόδου εκάστης τούτων από τοϋ σώμα-

«>ς»69.

Οί ψυχές των ανθρώπων οί όποιες έναρέτως έπέ-ρασαν τον παρόντα βίον οδηγούνται υπό των Αγγέ­λων είς τόπον αναπαύσεως. Όνομάζεται ό τύπος αυ­τός καί παράδεισος, καθώς ό Χριστός είπε προς τον ληστήν επάνω είς τον Σταυρόν. Όνομάζεται ακόμη καί κόλπος του Αβραάμ, κατά την παραβολήν του πλουσίου καί του Λαζάρου (Λουκ. ιστ' 22)' καί Βασι­λεία των ουρανών κατά τύ (Ματθ. ε' 19).

Οί ψυχές όμως πού διέπραξαν θανάσιμα άμαρτήμ-τα παραλαμβάνονται από τους δαίμονας καί οδηγού­νται είς τον 'Αδην. Εις αυτόν τον τύπον έπεσε ό διά­βολος, όταν έδιώχθη άπύ τον ούρανύν. Όνομάζεται ό τόπος αυτός «κάμινος του πυρός, ό κλαυθμός καί ό βρυγμός των οδόντων» (Ματθ. ιγ' 42).

Πάντως τούτο πρέπει να γνωρΐζωμεν, πώς οϊ ψυ­χές των δικαίων δεν ελαβον ακόμη την τελείαν άπό-λαυσιν, ούτε οί αμαρτωλοί την τελείαν κόλασιν. Προ-γεύονται καί οί δίκαιοι καί οί αμαρτωλοί τα αγαθά ή τα κακά αντίστοιχα. Δια τούτο καί ή κρίσις είναι με­ρική καί οί ψυχές ευρίσκονται είς μέσην κατάστασιν μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας, Οπότε οί ψυχές θα λά-

68. Μακαρίου του Αιγυπτίου, ένθ' ανωτέρω, ομιλία ιε', σελ. 72.

69. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, Τόμος 3, σελ. 382.

 

120

βουν καί τα άφθαρτα σώματα τους καί θα αμειφθούν κατά τα έργα αυτών.

«Μετά την κοινήν άνάστασιν, οτε ή ψυχή ένωθείη τω σώματι, μεθ' ου καλώς ή πονηρώς έπολιτεύσατο, άπο'-λήψεται έκαστος το τέλειον ή της άπολαύσεως ή τηο

70 ^

κατακρισεως»   .

Περιμένουν λοιπόν οί ψυχές το μελλοντικό δικα­στήριο καί την κοινήν άνάστασιν των σωμάτων καί παραμένουν εις ιδιαιτέρους τόπους, οί όποιοι πρέπει να νοηθούν ως ιδιαίτεροι τρόποι ζωής.

«"Ετσι παρατηρούμε ότι γίνεται μια διάκρισι με­ταξύ Παραδείσου καί Βασιλείας των Ουρανών, καθώς επίσης καί μεταξύ "Αδου καί κολάσεως. Οί δίκαιοι ει­σέρχονται στον Παράδεισο, μετά τον θάνατο τους καί αναμένουν την Βασιλείαν των Ουρανών μετά την άνά-στασι των σωμάτων. Καί οί αμαρτωλοί εισέρχονται στον Άδη μετά τον θάνατο και θα εισέλθουν στην κό­λαση μετά την ανάσταση των σωμάτων κατά την τελι­κή κρίση»71.

Εδώ όμως πρέπει να διευκρινήσουμε περισσύτε-ρον δτι δεν πρόκειται περί αισθητών τόπων, αλλά πε­ρί νοητών. Δια τοΰτο είναι όρθότερον να θεωρήσωμεν τον "Αδην όχι ως τόπον ύπόγειον καί σκοτεινόν εις τον όποιον κατέχονται οί ψυχές, αλλά όπως οί Πατέ­ρες καθώρισαν αυτόν.

Καί ό μεν ΓρηγΟριος Νύσσης λέγει: «είναι εΰλογον και τύν αναφερθέντα τώρα "Αδην να μη έκλάβωμεν ως όνομασίαν τύπου, αλλά ως κατάστασιν ζωής άειδή

70. Ί. Καρμίρη: Τα Δογματικά, Τόμος 2, σελ. 764.

71. Άρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου, Ή ζωή μετά θάνατο, σελ. 95.

121

καί άσώματον, εν τη όποια ζή ή ψυχή όπως διδασκύ-μεθα από την Γραφήν»72.

Καί ό Ιωάννης ό Δαμασκηνός ομιλών περί του τόπου «ένθα νοείται καί εστίν ή νοητή καί ασώματος φύ­σις»* χαρακτηρίζει τούτον «νοερόν τόπον». Διότι ή α­σώματος φύσις «ουκ έχει σχήμα, ίνα σωματικώς περι-σχεθή καί ου σωματικώς περιέχεται, αλλά νοητώς»73.

Εις την κατάστασιν όμως αυτήν, όπως προαναφέ­ραμε, υπό διαφόρους συνθήκας διατελούν οϊ δίκαιοι καί υπό αλλάς οί αμαρτωλοί. Οί μεν δίκαιοι μετά την εξοδόν τους από την ζωήν αυτήν ευρίσκονται μέσα είς τον Παράδεισον. Ζουν μέσα είς τύ φως του θεοΰ καί απολαμβάνουν τον Κύριον τον όποιον από την ζωήν αυτήν ήγάπησαν καί προς αυτόν κατεύθυναν κά­θε επιθυμία των.

Ό Γρηγόριος ό θεολόγος είς τον έπιτάφιον λύ-γον προς τύν άδελφύν του Καισάριον, περιγράφει την χαράν της ψυχής όταν εξέρχεται άπύ τύ σώμα της: «Κάθε ενάρετη καί φιλύθεη ψυχή, μύλις απαλλαγεί α­πό τύ σώμα της με τύ όποιον είναι συνδεδεμένη, έρχε­ται ευθύς είς συναίσθησιν της καλοτυχίας πού την πε­ριμένει και αρχίζει να θαυμάζη. Αισθάνεται τότε μίαν θαυμασίαν ήδονήν. Χαίρεται καί φαιδρή προχωρεί προς τύν Κύριύν της, ωσάν να εχη ξεφύγει άπύ την ζωήν αυτήν, όπως άπύ κανένα δεσμώτη ριον καί να ε­χη αποτινάξει τα δεσμά, πού την έβάραιναν καί έσυ­ραν πρύς τα κάτω τα πτερά του νου»74.

Αντιθέτως οί αμαρτωλοί μετά την έξοδο της ψυ-

72. Γρηγορίου Νύσσης, "Εργα, ΕΠΕ, Τόμος 1, σελ. 297.

*3. Ίωάν. Δαμάσκηνου, Ιερά Παράλληλα, Α 13.

'4. Γρηγορίου θεολόγου Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 6, σελ. 41

 

122

χής των, επειδή δεν έκαθαρίσθησαν από τα πάθη δεν αισθάνονται καμμίαν άνάπαυσιν καί παρηγορίαν καί ζουν μέσα εϊς το σκότος καί τα βάσανα, διότι ό διάβο­λος τον όποιον ακολούθησαν σκότος είναι. Αυτός εί­ναι ό "Αδης. Καί ό Παράδεισος είναι το φως του θε-οϋ. Ή άπόλαυσις του φωτός της Αγίας Τριάδος. «Καί νύξ ουκ εσται έτι, καί ου χρεία λύχνου καί φωτός η­λίου, ότι Κύριος ό θεός φωτιεΐ αυτούς, καί βασιλεύ-σουσιν εις τους αιώνας των αιώνων» (Άποκ. κβ' 5).

Ό Γρηγόριος Νύσσης είς τον διάλογον περί ψυ­χής καί Αναστάσεως, με την άδελφήν του Μακρινά λέγει, δτι τα πάθη ακολουθούν καί βασανίζουν την ψυχήν καί μετά θάνατον; «Όποιος γίνη εντελώς σαρ­κικός κατά την σκέψιν του, άπασχολών κάθε κίνησιν της ψυχής καί ένέργειαν με τάς θελήσεις της σαρκός, αυτός καί όταν ακόμη έξέλθη ή ψυχή από την σάρκα δεν αποχωρίζεται από την σαρκική έπΐδρασιν, αλλά όπως εκείνοι οί όποιοι έμειναν άρκετόν διάστημα εις τόπους βρωμερούς καί όταν φύγουν καί εισέλθουν εις καθαρόν αέρα, ακόμη δεν απαλλάσσονται από την άη-δίαν της βρώμας, με την οποίαν άνεμίχθησαν λυγώ της μακράς διαμονής είς αυτήν.

Ούτω όταν ή μεταβολή στραφή προς τύν άειδή και λεπτύν βΐον δεν είναι δυνατόν να μη προσελκύω-νται οί φιλόσαρκοι καθ' οιονδήποτε τρόπον υπό της σαρκικής δυσωδίας. Εξαιτίας τούτου ή οδύνη τους έ-νοχλεΐ περισσότερον, διότι η ψυχή καθίσταται ύλωδε-στέρα λόγω της καταστάσεως είς την οποίαν εύρισκε-

-Ιί *

ται»

75

"Υπάρχουν  όμως  καί  Εκκλησιαστικοί πατέρες

75. Γρηγορίου Νύσσης "Εργα, ΕΠΕ, Τόμος 1, σελ. 299.

123

θ   υποστηρίζουν δτι όλες οί ψυχές των δικαίων καί τ<δν αδίκων θα περάσουν μετά την εξοδόν τους από το σώμα από τον 'Άδην. Ό άγιος ΊππΟλυτος δέχεται ότι τεαρά το ότι όλες οί ψυχές διέρχονται από τύν "Αδη, δμως «ου μια όδώ πορεύονται», αλλά οί μεν δίκαιοι «άγονται είς χωρίον φωτεινύν» είς τον «κόλπον του Αβραάμ- Οί δε άδικοι είς αριστερά έλκονται ύπ' αγγέ­λων κολαστών, έως πλησίον γεέννης»76. .Καί ό άγιος Ίουστΐνος παρατηρεί: «δτι ούκέτι είς τον *Αδην χωρουσιν αί των αγίων ψυχαί, ώσπερ αϊ των α­μαρτωλών, αλλά άπολαύουσι του Παραδείσου, αν καί εν τω "Αδη νυν συνέχονται, αλλ' ου τω αύτώ τόπω, φ καί οί άδικοι»77.

Εκ των ανωτέρω μπορούμε εδώ να καταλήξουμε είς τα εξής: Ό θάνατος μετά την Άνάστασιν του Χρί­στου δεν προκαλεί φρίκην είς τους Χριστιανούς. Ό Χριστός κατήλθεν είς τον 'Αδην καί κατέκτησε τα κα­ταχθόνια. Ό Χριστός δια του Σταυρικοϋ θανάτου του ένΐκησε τον θάνατον καί τον διάβολον. Ό θάνατος δεν είναι δια τον πιστύν απώλεια, αλλά κέρδος" «έπι-θυμίαν έχω άναλΰσαι καί συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. α' 23) άνακράζει ό Απόστολος Παύλος. Ή ψυχή του πιστού δεν ταράσσεται από τον θάνατον, αλλά με εί-ρήνη καί χαρά περιμένει να έπανέλθη είς την πατρι-κήν του έστίαν. Επιθυμεί να έπανέλθη είς το περιβάλ­λον το όποιον προσείλκυσε την θέλησίν της από την ζωήν αυτήν.

Οί ψυχές των κεκοιμημένων αδελφών μας τώρα

76. Αγίου Ιππολύτου: Εκ του προς "Ελληνας Λόγου Ι, Β.Ε.Π., Τόμος 6, σελ. 227.

77. Ίουστίνου Διάλογος: 5, 3, Β.Ε.Π., Τόμος 3, σελ. 214.

 

124

ευρίσκονται εις την μεσην καταστασιν και περιμέ­νουν την Δευτέραν Παρουσίαν, κατά την οποίαν ό Λΐ-καιος Κριτής θα άποδώση τον μισθόν εις έκάστην ψυ-χήν κατά τον κόπον καί την προετοιμασίαν αυτής.

Τώρα όμως όλες οί ψυχές περιμένουν τα μνημό­συνα καί τίς προσευχές πού θα κάνουμε δι1 αυτούς. Είναι ή μεγαλύτερα βοήθεια πού μπορούμε να τους προσφέρουμε.

125

Σκέψεις καί συμπεράσματα από την ζωήν της ψυχής.

—      '. Ό άνθρωπος είναι πλασμένος κατ' εικόνα θε­ού, Τό κατ' εικόνα αναφέρεται κυρίως εις την ψυχήν καί δ"χι είς το σώμα. Όπως ο θεός είναι Τριαδικός, Νους, Λόγος καί Πνεύμα, έτσι καί ή ψυχή του άνθρω­που έχει τρεις δυνάμεις, νουν, λόγον καί πνεύμα ζωο­ποιό ν.

β'. Ή φυσική κατάστασις της ψυχής είναι να α­γαπά τύν θεύν καί να δοξάζη το όνομα το "Αγιον αυ­τού δια των τριών δυνάμεων αυτής.

γ'. Όταν λέγει ό ψαλμωδός «ευλογεί ή ψυχή μου τον Κύριον καί πάντα τα έντύς μου το όνομα τύ άγιον αυτού» (Ψαλ. 102} 1), τούτο ακριβώς εννοεί, ότι ή ψυ­χή με ολας τάς δυνάμεις αυτής δοξάζει την Άγίαν Τριάδα.

5 . Ή ένοποίησις των τριών δυνάμεων της ψυχής καί ή προσφορά αυτών πρύς τον θεόν αποτελεί την ύ-γείαν της ψυχής. Ή ένότης αυτή της ψυχής φαίνεται πολύ καθαρά κατά την ώραν της προσευχής, ή οποία αποτελεί το θερμόμετρον καί τον δείκτην της υγείας τήζ ψυχής.

[ ε'. Με τον λύγο μνημονεύαμε τύ όνομα του Χρι-|<ποΰ, τύ «Κύριε Ιησού Χριστέ έλέησύν με». Αυτή εί­ναι ή νοερά προσευχή, ή οποία αποτελεί την ζωήν καί την διδασκαλίαν όλων των νηπτικών Πατέρων. Με τύν νουν στρεφύμεθα πρύς τύν θεύν χωρίς ρεμβα-σμύν καί μετεωρισμόν καί με το πνεύμα ή ψυχή κατέ­χεται άπύ κατάνυξι, ταπείνωσι καί αγάπη.

Ι126

στ . Με το τρόπο αυτό ενοποιούνται οι τρεις δυ­νάμεις της ψυχής καί στρέφονται προς την "Αγίαν Τριάδα. Ή ένότης αυτή χαρίζει δύναμιν καί ύγεΐαν εις την ψυχήν καί το φως του θεού ως μια φωτεινή νεφέλη σκεπάζει την ψυχήν.

Αυτό είναι ό μεγαλύτερος στολισμός Καί ή τιμιωτέρα ενδυσις της ψυχής.

ζ. Ή ένότης των δυνάμεων της ψυχής συνιστά την ύγείαν της ψυχής' ή δε διάσπασις την άσθένειαν αυτής. Οϊ εμπαθείς λογισμοί είναι ή ακαθαρσία της ψυχής.

η . Υπάρχει τίποτε πιο άδικο καί πιο ολέθριο να μην θυμάται και να μην αγαπά κανείς τύν "Αγιον θε-ύν πού τύν έδημιούργησε καί τον έστόλισε με την εί-κύνα του;

θ . Υπάρχει μεγαλύτερα απάτη να νομίζη κανείς δτι είναι ελεύθερος καί να χρησιμοποιή την έλευθε-ρίαν του δια να διαπράττη τα πάθη καί χωρίς να το έννοή να ξεσχίζη το θεούφαντον χιτώνα της ψυχής του;

Ι. Ό Πανάγαθος θεός εις αυτούς πού κατευθύ­νουν προς αυτόν την δύναμιν και την άγάπην της ψυ­χής των, τους εμπλουτίζει με τις ανέκφραστες δωρεές του καί τους χαρίζει την αίώνιον ζωήν.

ία . Ή διατήρησις της εικόνος του θεοΰ είναι το μοναδικό νόημα, ό μεγαλύτερος σκοπός καί ή αληθι­νή ζωή της ψυχής.

ΐβ . Όλος ό κόπος καί ή προσπάθεια του Χρι­στιανού, κατά την συμβουλήν του Αποστόλου Παύ-

127

συνίσταται είς τοΰτο: «άχρις ου μορφωθή Χρι-στύς εν ύμΐν» (Γαλ. δ' 19).

ΐγ'. Ή ψυχή δημιουργήθηκε άπύ τύν θεό απλή καί αγαθή. Δια της προσβολής όμως του δαίμονος ευ­χαριστείται είς την φαντασίαν πού προβάλλει ενώ­πιον της και ακολούθως συγκατατίθεται να διάπραξη δια του σώματος αυτό τύ όποιον κατά διάνοιαν εδέ­χθη. "Ετσι άποκύπτεται άπύ την χάριν καί την μνή­μην του θεοΰ καί μέσα της επικρατεί σκότος.

ΐδ'. Οι Προπάτορες είς τον Παράδεισον όταν ά~ ιεεμακρύνθησαν άπύ την μνήμην καί την θεωρίαν του θεοϋ, παρέβησαν την έντολήν του καί συνεμάχησαν με τύ νεκρύ πνεύμα του σατανά καί έγυμνώθησαν άπύ την χάριν του θεοΰ.

ΐε'. Περισσύτερον άπύ όλα ό θεός μισεί την πα-ράνομον ήδονικήν άκαθαρσίαν του σώματος. Καί ή ψυχή ή Οποία μοιχεύει με τους ακαθάρτου σαρκικούς λογισμούς κρύπτει μέσα της μια δυσωδία.

τ'. Αυτός πού φυλάγει το σώμα του καθαρό α­πό σαρκικά αμαρτήματα καί τον νουν άμύλυντον άπύ ηδονικούς λογισμούς έχει συμπαραστάτη του τύν φύ­λακα "Αγγελο του, διύτι εύλαβεΐται την καθαρύτητα τήζ ψυχής καί του σώματος καί δεν απομακρύνεται α­πό κοντά του.

ΐζ'. Ή προσευχή του ανθρώπου πού έχει σωματι­κή καί ψυχική αγνότητα ανεβαίνει ως ευώδες θυμίαμα εις τον ούρανύ.

ΐη'. Ή Παναγία μας, επειδή αυτή είναι ή μύνη ά-Υνή Παρθένος, περισσύτερον από όλα αγαπά την σω-φροσύνην καί την καθαρότητα της ψυχής.

 

128

ΐθ'. Ή Όρθόδοξη παράδοσις της Εκκλησίας £, χει σκοπόν να θεραπεύση και να ζωογόνηση την νε­κρά ψυχή από την αμαρτία. Δια την θεραπεία της α, σθένους ψυχής συντελούν δλα τα μυστήρια καί όλη ή ασκητική ζωή της Εκκλησίας.

κ'. Ή αμαρτία προκαλεί την άποσύνθεσιν της προσωπικότητος. Ή άναγέννησις της προσωπικότη­τας γίνεται δια της Εκκλησίας, Πρόσωπο γίνεται κα­νείς μόνον με την χάρι του θεοΰ. Ποτέ ένας αμαρτω­λός ή πολύ περισσότερο ένας κολασμένος δεν μπορεί να είναι πρόσωπο. Ή άναγέννησις της προσωπικότη­τος είναι μια πραγματικότης καί μια άνακάλυψις πού γίνεται εις τον χώρο της ψυχής.

κα'. Ό νους είναι ό οφθαλμός της ψυχής και ε­νεργεί δια των αισθήσεων. Όταν ό νους εξέρχεται α­πό την ψυχήν καί αποσπάται από την μνήμην καί την άγάπην του θεού" μολύνεται καί χρειάζεται θεραπεία.

κβ'. "Οταν ό οφθαλμός του σώματος ασθενεί σκοτίζει όλον το σώμα. Καί όταν ό νους, ό όποιος εί­ναι ό οφθαλμός της ψυχής ασθενεί, τότε σκοτίζεται ό­λη ή ψυχή του άνθρωπου. Αυτό εννοεί ό Κύριος όταν λέγη: «ό λύχνος του σώματος εστί ό οφθαλμός" εάν ούν ό οφθαλμός σου άπλοΰς ή, όλον το σώμα φωτει-νόν εσταΐ' εάν δε ό οφθαλμός σου πονηρός ή, όλον το σώμα σου σκοτεινόν εσται. Ει ούν το φως το εν σοι σκότος εστί, το σκύτος πόσον;» (Ματθ. στ'22, 23).

κγ'. Ό άνθρωπος έχει δημιουργηθή κατ' εικόνα θεοΰ καί έχει νουν απαθή, όταν ό νους ευρίσκεται εις την φυσικήν του κατάστασιν. «Εϊκών θεού ων ό ημέ­τερος νους» καί επιθυμεί να ένωθή με τον θεόν «εξ ου την αρχήν εσχε» (Φιλοκ. Γ', σελ. 329, ιβ'.).

129

κδ'. Επειδή ό νους είναι ό οφθαλμός καί ό τρο­φοδότης της ψυχής, αυτός καθορίζει καί όλην την κα­τάσταση του ανθρώπου. Ό νους είναι εκείνος πού δι­χάζει την ενότητα της ψυχής. Πρώτα αυτός πάσχει καί εν συνεχεία μολύνεται καί υποφέρει καί ή ψυχή. Όταν ό νους στραφή προς τα υλικά πράγματα καί μο-Χυνθή από τύ νόημα των πραγμάτων, τότε ασθενεί καί έπειτα μεταφέρει την ασθένεια του προς Ολες τίς δυ­νάμεις της ψυχής.

Όσα γράφονται δια τον σκοτισμύν του νοός δεν είναι μια απλή θεωρητική τοποθέτησις, αλλά όλα αυ­τά Εχουν εφαρμογή είς την καθημερινήν πραγματικό­τητα της ζωής μας. Σκοτίσθηκε Ο νους του ανθρώπου καί σκοτίσθηκαν καί τα έργα του. Παρατηρούμε το ή­θος των ανθρώπων της σημερινής κοινωνίας, την ποί-ησι, την φιλοσοφία, την βία, την σαρκολατρία, την ενδυμασία, τα μέσα ενημερώσεως, τίς παραθρησκεΐες, τίς πλάνες, τίς αιρέσεις, τους πολέμους, την ελλειψι αγάπης καί πίστεως.

Άπεμακρύνθη ό άνθρωπος από το φως το άληθι-νόν, τύν Κύριον Ίησοΰν Χριστύν καί ζή μέσα είς τύ σκότος της αμαρτίας. Ή ταραχή, ή σύγχυσις καί ή α­γνοία κυριαρχούν είς τον διεφθαρμένον νουν των αν­θρώπων. Πόσο αποκαλυπτικός και προφητικύς είναι ό λόγος του Άποστύλου Παύλου; «Τούτο δε γίνωσκε, ότι εν έσχάταις ήμέραις ένστήσονται καιροί χαλεποί" έσο­νται γαρ οί άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεϋσιν άπειθεϊς, αχάριστοι, ανόσιοι, άστοργοι, άσπονδοι, διάβολοι, ακρατείς, ανή­μεροι, άφιλάγαθοι, προδύται, προπετεΐς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι, μάλλον ή φιλύθεοι, έχοντες μόρφωσιν ευσέ­βειας, την δε δύναμιν αυτής ήρνημένοι

 

130

κε . Σκοπός του διαβόλου είναι να αιχμαλώτιση τον νουν καί έπειτα να τύν οδήγηση εις την συγκατά-θεσιν καί εις την άμαρτίαν.

κστ . Ή μεγαλύτερη μάχη του διαβόλου είναι να προσέλκυση τον νουν να δεχθή τον εμπαθή λογισμύν. Οί εμπαθείς λογισμοί είναι ή ασθένεια του νου, ή ο­ποία αποκαλείται άπύ τους νηπτικούς πατέρας σκό­τος.

κζ. Ό νους είναι φωτεινύς, επειδή είναι είκύνα του θεοΰ: Όταν απομακρύνεται άπύ τύν θεύ καί δέ­χεται τύ δαιμόνιον ίνδαλμα της αμαρτίας, τύτε σκοτί­ζεται καί γίνεται «αδόκιμος» (Ρωμ. α' 28). Καί οι άν­θρωποι οί όποιοι αιχμαλωτίζονται από τους πονηρούς λογισμούς είναι «κατεφθαρμένοι τον νουν» (Β'Τιμ. γ' 8). Δια τοϋτο οφείλουμε να φυλάττωμε τους λογι­σμούς «ΐνα μη σκοτισθείς Ο νους, αλλά άντ' άλλων βλέπη» (Όσίου θαλασσίου, Φιλ. Β', σελ. 209, πστ').

ΚΤ| . Ή φυλακή του νου πρέπει να συνδυάζεται με την εύχήν του Ίησοϋ. Δια της νοεράς προσευχής ό νους, κατά τύν Μέγαν Βασίλειον, δεν διαχέεται δια των αισθητηρίων εϊς τύν κύσμον, αλλά επιστρέφει είς τύν έαυτύν του, εγκλείεται εις την καρδίαν καί άπύ έ-κεΐ αναβαίνει είς την εννοιαν του θεοϋ. «Νους μεν γαρ μη σκεδαννύμενος επί τα έξω, μηδέ ύπύ των αι­σθητηρίων επί τύν κύσμον διαχεύμενος, έπάνεισι μέν προς έαυτύν, δι' εαυτού δε προς την περί θεοϋ έν-νοιαν άναβαΐνει'» (Επιστολή του Μ. Βασιλείου προς τον φίλον του Γρηγόριον).

κθ . Ή επιστροφή του νου άπύ τύν μετεωρισμό είς την καρδίαν είναι ή πραγματική θεραπεία του νο­υς καί έχει ως αποτέλεσμα την ενωσι του νου και

&

καρδίας. Ό μετεωρισμός του νους, κατά τον Συμεών τον Νέον θεολύγον, είναι ή μεγαλύτερα ασθένεια της ψυχής. «Τούτο το πάθος είναι πολλά δεινόν και όλέ-θριον, επειδή ό εχθρός μου σέρνει τον νουν τον έδι-κύν μου οπού θέλει καί εγώ νομίζω, πώς έκεϊνα τα πε-ριτριγυρίσματα του νοός μου καί οι μέριμνες καί οΐ φροντίδες είναι αναγκαίες και εδικές μου... Αυτή εί­ναι ή πρώτη καί μεγαλύτερη από δλας τάς ψυχικός αρρώστιας» (Συμεών του Νέου θεολόγου, Τα εύρι-<τκόμενα, Λόγος 9ος, σελ. 63, Εκδόσεις Β. Ρηγόπου­λου).

λ'. Άπόδειξις της ένότητος της ψυχής μετά του νοός είναι ή αΐσθησις της αγάπης του θεοϋ καί τα εξ αυτής προερχόμενα δάκρυα.

λα'. Καρπός της επιστροφής του νοός εις την καρδίαν είναι ή κάθαρσις αύτοΰ καί ή ελευθερία εκ της τυραννΐδος των παθών. Καθαρίζεται ό νους από τα εξωτερικά ερεθίσματα καί τίς εμπαθείς φαντασίες καί αρχίζει να ελευθερώνεται άπύ τα πάθη.

λβ'. Δια της καθάρσεως ό νους οδηγείται εις την αύτογνωσίαν. Καί τοϋτο συμβαίνει διύτι αρχίζει να φωτίζεται. Κατά το μέτρον δε της καθάρσεως αυξάνει καί ό φωτισμός.

λγ'. Ό νους είναι πλασμένος κατ' εικόνα θεού. Καί έφ' όσον Ο θεός είναι φως καί ό νους είναι φως. Το φως όμως του νοός με τα πάθη σκοτίζεται. Όταν ό νους έλευθερωθή από τα πάθη και φωτισθή άπύ τύν θεόν τότε ολίγον κατ' Ολίγον αποκαθίσταται εις τύ βρχαΐον αύτοΰ κάλλος. Τοϋτο είναι ή ενδυσις της ψυ-Χής υπό του Άγιου Φωτός, το Οποίον ως φωτεινή νε-καλύπτει όλον τον άνθρωπον. Τότε Ο άνθρωπος

 

132

γνωρίζει τον θεόν καί δοξάζει αυτόν ως θεόν Πατέρα καί Δημιουργόν.

Αυτή είναι ή πραγματική εργασία καί ή μεγαλύτε­ρα επιτυχία του ανθρώπου: Να γίνη μέτοχος του θείου φωτός. Να απόκτηση τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύ­ματος. Αυτόν τον άνθρωπο έπλασε ό θεός.

Δια τούτο ό Απόστολος Παύλος μας συμβουλεύ­ει: «πάντες ύμεΐς υιοί φωτός έστε καί υιοί ημέρας, ουκ έσμέν νυκτός ουδέ σκότους. Άρα ουν μη καθεύδωμεν ως καί οί λοιποί, αλλά γρηγορώμεν καί νήφωμεν» (Α' θεσ. ε' 5, 6).

λο . Όλα τα έργα μας θα γίνουν φανερά εν ήμερα της κρίσεως. Εις τον χιτώνα της ψυχής μας θα είναι τυπωμένος ανεξίτηλα και ό παραμικρός εμπαθής λογι­σμός. Όλη ή ζωή μας θα φανερωθή ενώπιον των Αγ­γέλων, των Αγίων, των φίλων καί των συγγενών μας. Ας αΐσχυνθοϋμε καί ας φοβηθούμε τώρα δια τα αμαρ­τωλά μας έργα καί ας τα έξαλείψωμεν δια της μετα­νοίας και έξομολογήσεως, δια να άποφύγωμεν την αΐ-σχύνην ενώπιον του Παγκοσμίου Κριτηρίου.

λε. Ας άκούσωμεν τι λέγει το "Αγιον Πνεύμα είς τάς Εκκλησίας: «συμβουλεύω σοι άγοράσαι παρ1 έμοΰ χρυσίον πεπυρωμένον εκ πυρός ϊνα πλουτήσης, καί ιμάτια λευκά ϊνα περιβάλη καί μη φανερωθή ή αι­σχύνη της γυμνότητας σου, καί κολλύριον ίνα έγχρί-ση τους οφθαλμούς σου ΐνα βλέπης» ^Αποκ. γ' 18)· Καί ό Προφήτης Δαβίδ παρατηρεί: «Τότε ου μη αί-σχυνθώ εν τω με έπιβλέπειν επί πάντας τάς έντολάς σου»(Ψαλ. 118,6).

λστ . Επειδή θα γίνουν όλα αυτά τα θαυμαστά γεγονότα τα όποια προαναφέραμε καί μας περιμένει

133

μια νέα ανακαινισμένη δημιουργία, πρέπει αναλόγως να προετοιμασθούμε καί έμεϊς. "Αν γίνη αυτή ή σωτη­ρία προετοιμασία, όχι μόνον δεν θα ταραχθοϋμε, αλ­λά θα σκιρτήσουμε από χαρά, διότι θα συναντήσωμεν τον γλυκύτατον της ψυχής μας Νυμφίον, την προσδο-ιααν πάντων των εθνών, τον Κύριον ημών Ίησοΰν Χριστύν καί θα είσέλθωμεν είς την ποίμνην αύτοΰ, εις την αίώνιον μακαριότητα.

Αυτή είναι, κατά τον 'Απόστολον Παΰλον, ή μεγί­στη άποκαραδοκία της κτίσεως, ή όποια με πολύ πό­θο καί σφοδρά αναμονή περιμένει να ίδή την ενδοξον φανέρωσιν των παιδιών του θεοΰ.

 

134

Προσευχή δια την ύγείαν της ψυχής μου.

Προς Σέ Κύριε τον ίατρόν των ψυχών καί των σωμάτων ημών προσπίπτω καί δέομαι και παρα­καλώ να εύσπλαχνισθής την άμαρτωλήν μου ψυχή καί να φώτισης αυτήν δια να αίσθανθή τα κρύφια αυ­τής πάθη καί τίς αδυναμίες της.

Επειδή δεν αισθάνομαι τις αμαρτίες μου δια τού­το καί δεν δείχνω καμμίαν έπιμέλειαν δια την ψυχήν μου καί δεν ενδιαφέρομαι δια την ύγείαν αυτής.

Τί θα απολογηθώ όμως Κύριε κατ' έκείνην την φοβεράν ήμέραν της Κρίσεως, όταν ευρέθη ή ψυχή μου τραυματισμένη καί δυσώδης; Πώς θα αντέξω τον δριμύ ελεγχον της συνειδήσεως μου καί την απερί­γραπτο αισχύνη της ψυχής μου, όταν ελθης να κρΐνης τα σύμπαντα καί να φώτισης τα απόκρυφα έργα του σκότους και να φανέρωσης τους διαλογισμούς της καρδίας μου; Δια τοΰτο προσπαθώ Κύριε καί βιάζω τον εαυτό μου, δια να προευτρεπίσω την στολήν της Ψ°χήζ μ°υ, δια να αποφύγω την αίσχύνην ενώπιον των Αγίων καί των Αγγέλων.

Σύ Κύριε είσαι ή ζωή καί το φως τύ άληθινύν. "Ε­άν δεν με φώτισης πώς θα αισθανθώ την άσθένειάν μου; Και εάν δεν ϊδω την άσθένειάν μου πώς θα προ­στρέξω πρύς Σέ τον φιλάνθρωπον Ίατρόν; Ακούω και την φωνήν του Προφήτου σου, ό όποιος με προτρέπει να προσέλθω ενώπιον σου: «προσέλθετε προς αυτόν καί φωτίσθητε, καί τα πρύσωπα ύμΐν ου μη καταΐ-σχυνθή» (Ψαλ. 33, 6).

Χωρίς την ίδικήν σου βοήθειαν πώς μπορούν νσ

135

αλλοιωθούν τα χρόνια έλκη της ψυχής μου, τα όποια έγιναν ωσάν μια δευτέρα φύσις καί εύκολα δεν μετα­βάλλονται;

Πρύς Σέ τον θεάνθρωπον Ίησοΰν καταφεύγω, δια να λάβω την ύγείαν της ψυχής μου. Διύτι εσύ ήλθες δια να θεραπεύσης τύ τραύμα όλης της ανθρωπότητας καί να έπανεύρης το άπολωλός πρόβατον.

Διύρθωσον Κύριε τάς πέντε αισθήσεις του σώμα­τος μου, διύτι δι' αυτών εκφράζονται αί ένέργειαι της ψυχής μου καί δια των θυρίδων αυτών εισέρχεται ή α­μαρτία εις την ψυχήν μου' «άνέβη ό θάνατος δια των θυρίδων υμών» (Ιερεμίας θ' 21). Όταν οί αισθήσεις μου λειτουργούν ορθά, τότε μόνον μπορώ να ευρω την ύγείαν της ψυχής μου.

Διόρθωσαν καί τάς έκτροπάς του νοός μου δια να λογίζεται: «όσα εστί αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, δσα προσφιλή, όσα εύφημα, ει τις αρετή καί ει τις έπαινος» (Φιλ. δ'8).

'Αγΐασον τον νουν μου Κύριε καί άνάστησον την ψυχήν μου, έφ' όσον ευρίσκομαι άκύμη εις τον παρό­ντα βίον, δια να μη δαπανώνται εις την ματαιότητα οί δυνάμεις της ψυχής μου.

Γνωρίζω πολύ καλά Κύριε ότι εάν εσύ δεν φώτι­σης το σκύτος μου δεν μπορώ να τακτοποιήσω την ά-καταστασίαν της ψυχής μου. Μύνον με τύν ίδικύν σου φωτισμύ διορθώνονται τα ολισθήματα του νους μου. Καί όσον περισσύτερον φωτίζεται ό νους μου, τόσον περισσύτερον αγιάζεται καί γνωρίζω καλύτερα τον έαυτύν μου, αλλά καί την ίδικήν σου δόξαν καί μεγαλοπρέπειαν.

Χάρισε μου Κύριε την όρθοφροσύνη το

 

136

137

μου και αποκατάστησαν την ωραιότητα της εικόνος σου, της ψυχής μου, δια να δοξάζη άπεριτρέπτως το Πανάγιον Όνομα Σου, εις το όποιον πρέπει πάσα δό­ξα, τιμή καί προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

 

 

Επίλογος

 

Πόσον χαίρεται ή ψυχή όταν διαπεράση από την στενότητα του εγκλεισμού του νοός εϊς την εύ-ρυχωρίαν του άπλετου φωτός. Αυτός είναι ό πραγμα­τικός άνθρωπος καί αυτή είναι ή αληθινή εργασία της ψυχής αύτοΰ, να φωτίζεται από την χάριν του Αγίου Πνεύματος1.

Αυτό εΐναι το πρωτόκτιστον κάλλος της ψυχής καί αυτό είναι ό μεγαλύτερος στολισμός αυτής. Αυτή είναι ή μεγαλύτερα άνάπαυσις της ψυχής, διότι απο­μακρύνεται από αυτήν κάθε νόημα και φαντασία και ή ψυχή αποκτά την απλότητα αυτής και με ολας τάς δυ­νάμεις αυτής εύχεται2.

Εύχεται πολύ καθαρά καί ή αγάπη αυτής έχει δύ-ναμι, διότι δεν διασκορπίζονται αί δυνάμεις αυτής, αλλά κατευθύνονται ενωμένες προς τον "Αγιον θεόν. Όταν λειτουργή ή ευχή διακόπτεται κάθε πονηρός λογισμύς καί καταπαύει ό ψυχόλεθρος μετεωρισμός πού διασκορπίζει είς τους δρόμους τον θησαυρόν της ψυχής. Τότε ή ψυχή μνημονεύει το γλυκύτατον του

1. «Εξέρχεται ό όντως άνθρωπος επί την δντως έργασίαν αυτού καί φωτιζόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος ανέρχεται την όδόν ή οποία οδηγεί αυτόν εις τον θεόν... καί άμιλλάται προς τους ακά­ματους υμνωδούς, τους Αγγέλους, καθιστάμενος καί ό ϊδιος άγγε­λος επί της γης» (Γρηγορίου του Παλαμά, Φιλοκ. Δ', σελ. 111).

2. «Όταν κάθε αίσχρόν πάθος άπελαθή εκ της ψυχής, τότε ό νους επιστρέφει προς εαυτόν μαζύ με τάς αλλάς δυνάμεις της ψυχής και καλλωπίζει με την καλλιέργειαν των αρετών την ψυχήν» (έν­θα ανωτέρω σελ. 110).

 

138

Κυρίου Όνομα, Τούτο γίνεται δια την ψυχήν πηγή πάσης χαράς καί ευχαριστίας καί δοξολογίας και άνα-βρύει θεία νοήματα τα όποια καθαρίζουν την συνείδη< σιν. Γίνεται επομένως ή ευχή το μοναδικόν της ψυχής! ϊαμα και δύναται ή ψυχή να «αίχμαλωτίζη πάν νόημα εις ύπακοήν του Χρίστου» (Β' Κορ. ι' 6).

Ή χάρις αυτή της προσευχής μεταδίδεται καί είς το ήνωμένον μετά της ψυχής σώμα. Ό άνθρωπος τότε δεν αισθάνεται την παχύτητα της σαρκός καί το σώμα γίνεται άνάλαφρον και καταπαύουν είς αυτό τα πάθη.

Ώ πόσων δωρεών μυστικών γίνεται αίτιος ό εγ­κλεισμός του νοός είς την ψυχήν! Ή χάρις έπιζωγρα-φίζει τότε εις το κατ' εικόνα το καθ' όμοίωσιν. Όλα αυτά επιτυγχάνονται άπύ τον φωτισμύν της ψυχής δια της καλλιέργειας της νοεράς προσευχής.

Πόσον αδικούμε την ψυχήν μας όταν αδιαφορού­με δια την λειτουργίαν της ευχής! Αφού ή ευχή είναι ό μεγαλύτερος πλούτος της ψυχής, διατί ή ψυχή να ευρίσκεται είς αυτήν την πνευματικήν πτωχεΐαν; Δια­τί να γίνεται καταγώγιον των πονηρών λογισμών; Διατί να αισθάνεται θλΐψιν καί άγχος και πόνον καί ταραχήν και άκηδΐαν, αφού είναι εϊκύνα του επουρα­νίου Βασιλέως; Διατί να κρύπτεται εντός αυτής ό πο­νηρός διάβολος καί να κινή δλα τα νοήματα καί τάς δυνάμεις αυτής;

Η ώραιότης της ψυχής εξαρτάται από την καθα­ρότητα αυτής «πάσα ή δόξα της θυγατρός του βασιλέ­ως εσωθεν» (Ψαλ. 44, 14). Ή ευχή είναι ό καλύτερος φύλακας του οίκου της ψυχής, καί ό ασφαλέστερος χορηγός των θείων χαρισμάτων. Το γλυκύτατον του Κυρίου Όνομα είναι ή αρχή κάθε χαρίσματος καί εύ-

139

λογίας. Ό Κύριος είναι «ή όδύς καί ή αλήθεια και ή ζωή» (Ίωάν. ιδ' 6) καί «ό άρτος ό εκ του ουρανού κα-ταβάς» (Ίωάν. στ' 58).

Είναι δυνατύν ή ψυχή πού ακολουθεί πιστά τον Κύριον να έκτραπή εκ της ευθείας οδού καί να ευρέθη είς τα σκοτεινά και δαιδαλώδη της αμαρτίας καταγώ­για; Καί πώς είναι δυνατύν αύτύς πού γεύεται τύν ού-ράνιον αρτον να μην αποστρέφεται τα ηδονικά δια­νοήματα καί παρασκευάσματα;

Δεν γνωρίζω εάν ύπάρχη καλύτερος τρύπος να αΐ-σθανθή κανείς την αΐωνιύτητα από την νοερά προσευ­χή. Δι* αυτής ό νους απλώνεται παντού καί ή καρδία γεύεται αισθητά τίς καταστάσεις εις τίς όποιες αναβι­βάζεται δια του νοός. Δια της ευχής ό νους γίνεται θε­ωρός πολλών θεωρημάτων καί σιωπηλά καί με πολλή ταπείνωσι παρακολουθεί ο,τι ό θεός αποστέλλει εις την ψυχήν κατά την καθαρότητα αυτής. Δι' αυτής ή ψυχή αισθάνεται την παρουσΐαν του θεού, ζή εν θεώ καί απολαμβάνει τις δωρεές της αίσθήσεως αυτής.

"Αρα ή λειτουργία της ευχής καλύπτει τα πάντα και όταν αυτή λειτουργή είς την καρδΐαν, ή ψυχή δεν έχει καμμίαν άλλην ανάγκην, διότι ζή εν θεώ καί α­ναπαύεται είς την θεωρίαν αυτού.

Εύλόγησον Κύριε την ψυχήν μου καί χάρισε είς αυτήν την φωτεινότητα καί λαμπρότητα δια να σε δο-ξολογή αγγελικά καί δια να εύχεται θερμά δια τα πλά­σματα σου.

Πρόσδεξαι την δέησιν μου καί χάρισε εις την ψυ­χήν μου αυτόν τον αφθαρτον στολισμόν.

Σ' ευχαριστώ Κύριε πού φανερώνεις το σκότος πού υπάρχει μέσα μου καί την καλυπτομένην από αύ-

 

 

Προσπίπτω ενώπιον Σου, Φιλάν&ρωπε Κύριε, καί θερμώς Σέ παρακαλώ να διαφύλαξης αδιάφθορο το αχραντον δώρον Σου, την εικόνα της ψυχής μου.

Τρέμω καί δειλιώ, Κύριε, διότι βλέπω, πώς το κάλλος της εικόνος Σου φ&είρεται από τα καθημερινά περιστατι­κά του βίου. Δεν 9έλω να ατιμάζεται ή εικόνα Σου, δι' αυτό καταφεύγω ενώπιον Σου, δια να ευρω προστασίαν από τον φβόνον του φο6εροΰ πολεμητορος.

Γνωρίζω, Κύριε, ότι ή γύμνωσις του νους μου εκ των έμπαβών λογισμών καί ή Μνδυσις της ψυχής μου εκ της Χάριτος του Παναγίου Σου Πνεύματος, εϊναι ή ευγενε­στέρα καί άγιωτέρα εργασία της ψυχής μου! Τοΰτο, είναι ό μεγαλύτερος στολισμός καί το μέγιστον μελέτημα αυτής.

Έπίβλεψον, Κύριε, επί την ταπείνωσιν της ψυχής μου καί έλ9έ τάχιστα να έκδύσης τον παλαιόν ίχνβρωπον της αμαρτίας καί να με ένδυσης με Ιμάτια Φωτός άρρητου, χαράς, εΙρήνης, υπομονής καί αγάπης με τα όποια Οά με στολίσουν οί άγγελοι εν ήμερα της κρίσεως, δια να μη αίσχυν&ώ ενώπιον των Αγίων Σου...!

Ή λύσις της ταλαιπωρίας της ανθρωπινής προσωπι-κύτητος, γίνεται με την άπομάκρυνσι της αμαρτίας άπύ την εϊκύνα του θεοΰ. Ό Χρίστος εϊναι ή Μόνη Σωτηρία. Ούτε ό Νύμος οϋτε οί προφήται κατόρβωσαν να σώσουν τον άνβρωπο. Με τη Σάρκωσι όμως του θεοϋ Λύγου, αρχίζει ή οικονομία της Λυτρώσεως του άν&ρώπου.

Απύπλυνον, Κύριε, τα άνομήματα της ψυχής μου καί έπίχεε πλούσιον τα ε*λεος Σου, δια να 9εραπευ$οΰν τα τραύματα αυτής καί είσάγαγέ με εις το Πανδοχεϊον, την Έκκλησίαν Σου, ϊνα δια των Μυστηρίων Αυτής ευρω την ψυχικήν ύγείαν μου, καί μετά πό&ου ανυμνώ τύ Πανάγιύν Σου "Ονομα, εις το Όποιον πρέπει πάσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Oλος ό κόπος, δλη ή προσδοκία, όλη ή έτοιμα-σία, όλη ή καθαρότης της ψυχής, δλη ή προσ­ευχή αποσκοπούν είς τούτο το βασικώτατον καί ώ-ραιότατον καί πολυπόθητον καί άγιώτατον έργον:

Να ευρέθη ή ψυχή σκεπασμένη από την φωτεινήν νεφέλην του Αγίου Πνεύματος.

Αυτός είναι ό άνθρωπος πού έπλασε ό θεός.

Αυτή είναι ή πραγματική ζωή της ψυχής.

Είναι αυτό πού έχασαν οί Πρωτόπλαστοι είς τον παράδεισον. Αυτό το θείον Φως ήταν το κάλυμμα καί ή ώραιότης καί ή στολή της ψυχής των Πρωτοπλά­στων καί δια τοΰτο ή επικοινωνία μετά του θεού ήταν άμεση.

«Ούτω γαρ αυτήν φκονόμησε καί εύδόκησεν έχειν την ζωήν' ουκ εκ της ιδίας φύσεως, άλλ' εκ της έαυ-τοϋ θεότητος, εκ του ιδίου πνεύματος, εκ του ίδιου φωτός, έχει βρώσιν πνευματικήν και ενδύματα ουρά­νια, ά εστίν ή όντως ζωή της ψυχής» (Μακαρίου του Αιγυπτίου: Όμιλία Α', σελίς 23).

Όταν εισήλθε δια της παρακοής ή αμαρτία είς την ψυχήν των Πρωτοπλάστων, τότε έστερήθησαν ά-πο την ωραιότητα των φωτεινών αυτών ενδυμάτων καί είδαν την σωματικήν αυτών γύμνωσιν.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερα αδικία καί μεγαλύτερα Καταφρόνησις της ψυχής, όταν ξεσχίζη κανείς αυτόν τον εσωτερικό τριαδικό στολισμό της ψυχής του. Καί τοΰτο συμβαίνει όταν ή ψυχή περιπλέκεται με τα πάθη.

 

Όταν όμως ό νους έπιστρέψη εις τον εαυτόν του

καί ένωθή με τάς αλλάς δυνάμεις της ψυχής, τότε ή ψυχή καλλωπίζεται από την καλλιέργεια των αρετών και πορεύεται: «ό όντως άνθρωπος επί την όντως έρ-γασίαν αύτοΰ» (Γρηγορίου Παλαμά: Προς Ξένην Μο-ναχήν, Φιλ. τόμος Δ', σελίς 111).

Ή ψυχή ή οποία αποστρέφεται τα πάθη καί προ­σκολλάται με αγάπη εις τον θεόν καί υπακούει εις τα σωτήρια αύτοΰ θελήματα, φωτίζεται από τον "Αγιον θεόν, ομορφαίνει καί κληρονομεί την αίώνιον ζωήν. ·

Ό θεός είναι ή όντως μακαριά καί ή αληθινή ζωή της ψυχής. Δεν υπάρχει, επομένως, μεγαλύτερα αισχύνη να μολύνη κανείς την εικόνα της ψυχής του και να αποξενώνεται από την άγάπην του Άγιου θε-οϋ.

Εις τίς σελίδες πού ακολουθούν θα καταβληθή προσπάθεια να έρευνηθή το βάθος της ψυχής καί να κατανοηθή, όσον είναι δυνατύν, ή ώραιότης αυτής.

Χοϊκή χείρ αμαρτωλού Μονάχου μ.

8η Νοεμβρίου 1999

Ή Σύναξις Μιχαήλ καί Γαβριήλ

καί πασών των επουρανίων Αγγελικών Δυνάμεων.

* * *

Μέρος του θέματος αΰτοϋ έχρησιμοποιήθη εις την ομιλία ή οποία έγένετο την 8-3-1999, εις το πνευματικόν κέντρον της Ί. Μητροπόλεως Δημητριάδος καί διωργανώθη υπό της Ενώσεως Ε­πιστημόνων Νόμου Μαγνησίας.

 

 

Το βιβλίο αύτύ έβοήθησε ώρισμένους ανθρώπους να κοιτάξουν προσεκτικά τύ βάθος της ψυχής τους καί να ενδιαφερθούν ειλικρινά δια την σωτηρίαν τους. Επειδή όμως έξηντλήθη, δια τοϋτο καί προβαί-νομεν είς δευτέραν έκδοσιν, δια να καλύψωμεν τίς ανά­γκες αυτών πού τύ επιζητούν, κυρίως δε δια να δώσω-μεν την άφορμήν είς τους αγωνιζόμενους Χριστιανούς να προετοιμάσουν δια την ώραν του θανάτου την στο-λήν της ψυχής των καί να μην αίσχυνθοϋν ενώπιον των :Αγίων καί των Αγγέλων εν ημέρα της Κρίσεως.

Κάθε άνθρωπος εάν θέλη να εχη θεάρεστο βίο ας φροντίζη με όλη την δύναμΐν του δια την αθάνατη ψυ­χή του καί να την όμορφαίνη με την άσκησι των αρε­τών.

"Ας περιφρονή την σάρκα την Οποίαν εξουσιάζει ή φθορά καί Ο θάνατος καί μπορεί να σπίλωση την ω­ραιότητα καί την άξίαν της ψυχής. Κατά τον Σολομώ-ντα «βαρύνει την ψυχήν τύ φθαρτύ σώμα καί το χωμα­τένιο σκήνωμα καταπονεί τον πολυμέριμνον νουν» (Σοφ. Σολ. θ', 15). Και ό Απ. Παύλος παρατηρεί: «Ή σάρκα επιθυμεί κατά του Πνεύματος, τύ δε πνεύμα κα­τά της σαρκύς' ταΰτα δε αντίκειται άλλήλοις» (Γαλ. ε' 17), καί πάλιν «ό σπείρων είς την σάρκα εαυτού εκ της σάρκας θερίσει φθοράν, ό δε σπείρων είς τύ πνεύμα εκ του πνεύματος θερίσει ζωήν αίώνιον» (Γαλ. στ' 8).

 

Δια τοΰτο πρέπει να στρέψωμεν την δύναμιν της ψυχής μας προς τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά της ε­πουρανίου μακαριότητας" «Τα γαρ βλεπόμενα πρό­σκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια» (Β'Κορ. δ' 18).

Είναι απαραίτητο ή ψυχή μας να ανακαινίζεται με καινούργιους λογισμούς καί με την άσκησιν της αρε­τής να προχωρή από τα χαμηλότερα εις τα υψηλότε­ρα, καθώς μας παραγγέλει ό Απ. Παύλος: «Μη συ-σχηματίζεσθαι τω αιώνι τούτω, αλλά μεταμορφοϋσθαι τη ανακοινώσει του νοός υμών εϊς το δοκιμάζειν υμάς τί το θέλημα του θεού το αγαθόν και εύάρεστον καί τέλειον» (Ρωμ. ιβ' 2).

Εάν έτσι άγωνιζώμεθα εις την παροϋσαν ζωήν θα λαμπρύνωμεν όσον είναι δυνατόν την στολήν της ψυ­χής μας και θα είναι έτοιμη δια την Δευτέραν Παρου-σίαν του Χρίστου. Τότε κατά την συντέλειαν του κό­σμου ή έτοιμη ψυχή θα λαβή ένα ένδοξότερον άνα-καινισμύν καί μίαν λαμπροτέραν άνάστασιν. Διότι δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος θα άνακαινι-σθή, καθώς λέγει ό Προφήτης Δαβίδ" «άνακαινισθή-σεται ως άετοΰ ή.νεότης σου» (Ψαλ. 102, 5).

θα άλλάξη ή δύναμις της ψυχής καί του σώματος και θα πτεροφυήση ως αετός από τάς παραδόξους ε­νεργείας πού πρόκειται να χαρΐση το "Αγιον Πνεύμα εις τα άναστηθησύμενα σώματα των δικαίων" δια τοΰ­το γράφει ό Προφήτης Ησαΐας: «Εκείνοι οί όποιοι υ­πομένουν και περιμένουν τον Κύριον, θα πάρουν νέαν μεγαλυτέραν δύναμιν, θα βγάλουν νέα φτερά, σαν άε-τοί' θα τρέχουν καί δεν θα κουράζωνται' θα βαδίζουν καί δεν θα πεινάσουν» (Ησαΐας μ' 31).

Σύμφωνα βέβαια με το πνεύμα της "Αγίας Γραφής

 

κάθε αγωνιζόμενος Χριστιανός πού διετήρησε αμόλυ­ντη την εικόνα της ψυχής του καί δεν διέφθειρε την θεοΰφαντον στολήν αυτής, δχι μόνον θα λαβή ένδοξο-τέραν άνάστασιν, αλλά θα άναληφθή καί θα άρπαχθή εν νεφέλαις, δια να συνάντηση τον Κύριον εις αέρα, καθώς ό μακάριος Παύλος αποφαίνεται: «θα άρπαχθώ-μεν είς τα σύννεφα δια να συναντήσωμεν τύν Κύριον, και έτσι, άφοΰ άναβώμεν μαζύ τους εϊς τύν ούρανύν, θα είμεθα πάντοτε μετά του Κυρίου» (Α'θεσ. δ' 17).

Ή ψυχή πού ευρίσκεται κοντά είς τον θεύν δεν εΐναι κομματιασμένη, αλλά αποκτά την ενότητα καί την πληρύτητά της. Ή ψυχή πού είναι ενωμένη με τύν θεόν δεν έχει λογισμούς πονηρούς. Απολαμβάνει μια αφάνταστη απλότητα, αγάπη καί ειρήνη. «Έκεϊ-νος πού προσκολλάται εις τον Κύριον, γεμίζει ολό­κληρος καί διευθύνεται ολόκληρος από το Πνεύμα του Κυρίου καί γίνεται ένα Πνεύμα με αυτόν» (Α' Κορ. στ'17).

Ό άνθρωπος πού μετέχει εις την εϊρήνην και την άγάπην του θεοΰ δεν ταράσσεται από τίποτε, διότι εί­ναι μέσα εις τον θεύν καί ή φυσική αυτή κατάστασις δεν επιτρέπει την αΰξησιν των αγκαθιών πού ξεσχί­ζουν τον χιτώνα της ψυχής.

*υ < ν -· = < , Π κακία, ή αγνοία, το ψεμμα, ή υποκρισία, οι πα­ράλογες σαρκικές επιθυμίες είναι ξένες προς την φυ­σική κατάστασι του ανθρώπου καί αντίθετες πρύς την γνώσι και την αρετή, δηλαδή πρύς την αλήθεια καί τύ άγαθύ με τα όποια τελειοποιείται ό άνθρωπος.

Η προοδευτική συγκέντρωσι της ψυχής είς τύν εαυτόν της καί ή ένοποίησι αυτής με τον θεύν είναι το μέγιστο άγαθύ καί ό τελικύς σκοπύς της ψυχής.

 

Όταν το επιτυγχάνουμε αυτό ή χάρις του Πανα­γίου Πνεύματος κρούει τίς χορδές του πνευματικού ψαλτηρίου της ψυχής καί δια της εργασίας των αρε­τών ή ψυχή απεργάζεται τους τελείους αρμονικούς φθόγγους, την μυστική μελωδία, με την οποία ύμνοΰ-με τον Άγιον θεόν, είς τον όποιον πρέπει πάσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις είς τους αιώνας. Αμήν.

6η Αυγούστου 2001

Ή μεταμόρφωσις του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χρίστου.

 

 

   ΠΕΡΙ     ΑΙΡΕΣΕΩΝ

 

Αδελφοί,

Οι κίνδυνοι πού μας απειλούν καθημερινά είναι πολ­λοί καί ποικίλοι. Κίνδυνοι πού απειλούν άμεσα τη ζωή μας. Κίνδυνοι από τους κλέφτες, τους ληστές, τους τρομο­κράτες, τους απαγωγείς. Φθάσαμε στο σημείο να μη" νιώ­θουμε καμιά ασφάλεια όχι μόνο στο δρόμο, αλλά καί μέ­σα στο σπίτι μας.

'Αλλά, εκτός από τους κινδύνους αυτούς πού απει­λούν τη ζωή μας, υπάρχουν καί οί άλλοι οι κίνδυνοι, πού απειλούν την ψυχή μας. Πού απειλούν την πίστη μας. Κι αυτοί οί κίνδυνοι προέρχονται από τους αιρετικούς. Είναι κι αυτοί δυστυχώς πολλοί στην πατρίδα μας. Μπορείς να τους συναντήσεις ακόμη καί στα χωριά. Μερικοί μάλιστα αιρετικοί είναι τόσο θρασεϊς, ώστε μπαίνουν πεισματικά καί μέσα στα σπίτια μας, για να μας «διδάξουν» το «λόγο του θεοΰ». Οί πεισματικοί, αδιάκριτοι, Οσο καί ανεπιθύ­μητοι αυτοί αιρετικοί, οϊ όποιοι δικαιολογημένα σε εξορ­γίζουν, είναι οί πασίγνωστοι «Μάρτυρες του Ίεχωβά».

Δεν είπαμε όμως τί σημαίνει «αιρετικός». Πώς προέ­κυψαν οί άνθρωποι αυτοί; Τί ήταν πρώτα καί πώς έγιναν αιρετικοί; Πρώτα, ήταν χριστιανοί Ορθόδοξοι κι αυτοί. Ήταν το ίδιο με όλους μας. Δυστυχώς «ό πλανών την οΐκουμένην ολην» (Άποκ. ιβ' 9), ό Σατανάς, αφότου ό Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία του, άρχισε το σατανικό του έργο. ."Αρχισε να σπείρει τίς πλάνες του. Καί πέτυχε να πλανήσει μερικούς χριστιανούς σε σημείο να διδά­σκουν αιρετικές διδασκαλίες. Διδασκαλίες, πού ήσαν αν­τίθετες με εκείνες πού κήρυξε ό Χριστός. Διδασκαλίες νοθευμένες. Αυτόν τον κίνδυνο τον επισήμαναν έγκαιρα καί ό Κύριος καί οί "Απόστολοι. Καί τον υπογράμμιζαν ιδιαίτερα στους πιστούς, ώστε να προφυλάγονται. Καί εί­ναι πολύ ωφέλιμο να σημειώσουμε τίς επισημάνσεις αυτές του Κυρίου μας καί των "Αποστόλων.

Είπε ό Κύριος:

• «Προσέχετε από των ψευδοπροφητών, οϊτινες έρχον­ται προς υμάς εν ένδύμασι προβάτων, έσωθεν δε είσι λύ­κοι άρπαγες» (Ματθ. ζ' 15).

• «Καί πολλοί ψευδοπροφήται έγερθήσονται καί πλανή-σουσι πολλούς» (Ματθ. κδ' 11).

• «Έγερθήσονται ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφήται καί

δώσουσι σημεία μεγάλα καί τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, καί τους εκλεκτούς» (Ματθ. κδ' 24).

• «Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση» (Ματθ. κδ' 4).

Είπαν καί οϊ Απόστολοι:

• «Εξ υμών αυτών άναοτήσονται άνδρες λαλοΰντες διε­στραμμένα του άποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» ('Απ. Παύλος - Πράξ. κ' 30).

• «ΤΟ Πνεύμα ρητώς λέγει ότι εν ύστέροις καιροΐς άπο-στήσονταί τίνες της πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλά-νοις καί διδασκαλίαις δαιμονίων» ('Απ. Παύλος - Α' Τιμ. δ' 1).

• «Καί εν ύμϊν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οϊτινες παρει-σάξουσιν αιρέσεις απώλειας» ('Απ. Πέτρος - Β' Πέτρ. β'

1).

•   «Μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα

πνεύματα ει εκ θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται έξεληλύθασιν εις τον κόσμον» (Α' Ίωάν. δ' 1).

• «Τεκνία, μηόείς πλανάτω υμάς» ('Απ. Ιωάννης - Α' Ίωάν. γ' 7).

Κι αυτό πού είπαν αρχικά ό Κύριος καΐ μετέπειτα οί Απόστολοι, δυστυχώς έγινε. Παρουσιάσθηκαν ψευδοπρο-φήτες, δηλαδή ψευδοδιδάσκαλοι, πού με την επήρεια του Σατανά, κήρυτταν νοθευμένη τη διδασκαλία του Χρίστου μας. Εμφανίσθηκαν άνθρωποι, χριστιανοί εγωπαθείς, πού δίδασκαν διδασκαλίες, οί όποιες διέστρεφαν την αλήθεια καί αποσπούσαν πιστούς άπύ την Εκκλησία του Χριστού καί τους έκαναν οπαδούς τους. Τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη ό Ύμέναιος καί ό Αλέ­ξανδρος. Ό Φύγελλος καί ό "Ερμογένης. Ό Φίλητος. Ό Λιοτρεφής. Αυτοί είναι οί πρώτοι αίρεσιάρχες, με ανάλο­γο αριθμό οπαδών ό καθένας. Αυτοί δημιούργησαν τίς πρώτες αιρέσεις, «αιρέσεις απώλειας» (Β' Πέτρ. β' 1).

Ύστερα, χρόνο με το χρόνο, παρουσιάσθηκαν άλλοι «άνδρες λαλούντες διεστραμμένα» (Πράξ. κ' 30). Στά χρόνια πού κύλισαν, παρουσιάσθηκαν καί άλλοι αίρε­σιάρχες, αλλά πολλοί, οί περισσότεροι, με τη διαφώτιση καί τη σπουδή της Εκκλησίας, διαλύθηκαν. Έσβησαν. Ωστόσο ό Διάβολος δεν άφησε την Εκκλησία άπόλεμη. Όσο υπάρχει ό Διάβολος στον κόσμο, πάντα θα πολεμά τη Μία, Αγία, Καθολική καί "Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. "Αλλοτε με τα ξίφος, άλλοτε με την πέννα καί άλλοτε με τίς αιρέσεις. Ιδιαίτερα με τίς αιρέσεις. Γιατί οί αιρέσεις είναι το πιο αποτελεσματικό μέσο. Ό αιρετικός δεν πολεμά την Εκκλησία με το ξίφος, αλλά με το λόγο καί το δόλο. Με τη διαστροφή της αλήθειας. Με το ψέμα. Γι' αυτό ακριβώς, τα τελευταία χρόνια πού ό Διάβολος μαίνεται κατά της Εκκλησίας του Χριστού, οί αιρέσεις πολλαπλασιάζονται. Ποια πρώτη καί ποια δεύτερη να α­ναφέρουμε; "Αλλά, προσοχή! Οί ίδιες οί αιρέσεις δεν πα­ρουσιάζονται σαν αιρέσεις πού είναι, αλλά παρουσιάζον­ται σαν Εκκλησίες!!! Αυτό είναι το περίεργο. Το τραγι­κό. Καί ενώ ό Χριστός ίδρυσε μια μόνο Εκκλησία, τη δική του Εκκλησία, έρχονται οί αίρεσιάρχες καί ονομά­ζουν τίς αιρέσεις τους Εκκλησίες. Σάν να ίδρυσε ό Χρι­στός χίλιες-δυό Εκκλησίες. Αυτό καί μόνο μαρτυρεί την τραγική πλάνη, στην Οποία βρίσκονται.

"Ετσι λοιπόν, εκτός από τη Μία Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία του Χρίστου, την Όρθόδοξη Εκ­κλησία, στην Ελλάδα έχουμε καί άλλες «Εκκλησίες», οί γνωστότερες από τίς οποίες είναι:

Ή Παπική ή Οΰνιτική Εκκλησία

Όπως είναι γνίοστό, ή Δυτική Εκκλησία αποσχίσθη­κε από τη Μία, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλη­σία του Χρίστου επίσημα το 1054 μ.Χ. καί, χρόνο με το χρόνο, εξελίχθηκε σε Παπική Εκκλησία με το Πρωτείο καί το αλάθητο του Πάπα. Καί, σαν να μη έφθαναν οί δύο αυτές κακοδοξίες, προστέθηκαν κι άλλες πολλές, οι όποιες την αποξένωσαν από το γνήσιο πνεύμα της Εκ­κλησίας του Χρίστου. Κι αυτές οί άλλες είναι το Φιλιόκ-βε, ό Παποκαισαρισμός, το βάπτισμα, πού το τελούν με ράντισμα κι όχι με κατάδυση στο νερό. Ή θ. Κοινωνία, με την οποία δεν μεταδίδουν στους πιστούς αίμα Χρί­στου. Το Εύχέλαιο, πού το τελούν μία μύνο φορά, πρίν πεθάνει Ο άρρωστος. Καί άλλα. Τόσα, ώστε ό Μάρκος ό Ευγενικός να διακηρύττει ότι «ου μόνον είσίν οί Λατίνοι σχισματικοί, αλλά καί αιρετικοί». Τέλος, για να υποτάξει βαθμηδόν την Όρθόδοξη Εκκλησία του Χρίστου στίς κα­κοδοξίες της, δημιούργησε το δούρειο ίππο πού λέγεται Ούνία, με την Οποία παρασύρει ανύποπτους, απλούς, χρι­στιανούς όρθοδύξους στη δική του «Εκκλησία».

«Εκκλησία» των Διαμαρτυρομένων

Ή «Εκκλησία» αυτή προήλθε άπύ την Παπική. Πώς προήλθε; Από αγανάκτηση επιφανών ιερέων καί καθηγη-

τών Πανεπιστημίου κατά του Πάπα, πού πωλούσε συγχο>-ροχάρτια με εντεταλμένους μοναχούς. Πρώτος αντέδρασε στο εμπόριο αυτό ό Λούθηρος (1517), ιερέας καί καθηγη­τής του Πανεπιστημίου Βυττεμβέργης. Καί κάλεσε τους χριστιανούς σε μεταρρύθμιση. Ό Πάπας Λέων Ο 10ος τον αφόρισε, αλλά ό Λούθηρος παίρνοντας στα χέρια του τον αφορισμό, τΰν πέταξε στη φωτιά λέγοντας προς τΰν Πά­πα: «Γιατί κατέστρεψες την αλήθεια του θεοϋ, θα σε κα­ταστρέψει ό Κύριος σήμερα μέσα σ' αυτή τη φωτιά». Δεύτερος αντέδρασε ό Ζβίγγλιος (1484-1531), ιερέας στο Μητροπολιτικά Ναό της Ζυρίχης, καί στη συνέχεια ό Καλβίνος (1509-1564).

Δυστυχώς όμο^ς οί «διαμαρτυρόμενοι», πού δικαιολο­γημένα διαμαρτυρήθηκαν κατά του Πάπα, αντί να επι­στρέψουν στη Μια, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία του Χριστού μας, δημιούργησαν δική τους «Εκκλησία» καί, από αντίθεση προς την Παπική, απέρρι­ψαν τα πάντα καί διατηρούν μανό την Αγία Γραφή. Τί­ποτε περισσΰτερο. Ή «Εκκλησία» τό)ν διαμαρτυρομένων απέρριψε την Ί. Παράδοση, την ΐερωσύνη, τα Μυστήρια, τίς εορτές. Όλα. Καί τύ χειρότερο. Ύστερα από το Λού­θηρο, το Ζβίγγλιο καί τον Καλβίνο, άρχισαν οί διαμαρτυ­ρόμενοι ή προτεστάντες, ό ένας ύστερα από τΰν άλλο, να δημιουργεί τη δική του «Εκκλησία», δπως τη σκεπτΰταν ό ίδιος. Έτσι έχουμε πολλές «Εκκλησίες», δηλαδή αιρέ­σεις, όπως:

«Εκκλησία» του θεοϋ της Πεντηκοστής

Αυτή την «Εκκλησία», αύτη την αίρεση, την ίδρυσε ό Άμερικανύς Αμβρόσιος Τόμπλισον τΟ 1907. Καί την ί­δρυσε, όπως λέει, υστέρα άπΰ τΰ φωτισμΰ του «Αγίου Πνεύματος», πάνω σ' ένα λόφο του Κλίβελαντ.

Καί τί παραδέχεται ή «Εκκλησία» αυτή; Σχεδόν τί­ποτε. Βαπτίζονται, λέει, οί πιστοί της στύ Άγιο Πνεύμα. Άλλα μήπως βαπτίζονται σ' άλλο πνεύμα; Έχει, λέει, τύ χάρισμα της γλωσσολαλίας. Αυτό όμως το χάρισμα έχει ανασταλεί, αφού ή χριστιανική πίστη διαδόθηκε σε όλο, σχεδόν, τον κόσμο. Πιστεύει στη χιλιετή βασιλεία του Χρίστου στη γη, όπως οί «Μάρτυρες του Ίεχωβά». Δεν έχει Ίερωσύνη. Ούτε Μυστήρια. Οΐίτε εορτές. "Απορρί­πτει την Ί. Παράδοση καί παραδέχεται μόνο την Αγία Γραφή. Καί πιστεύει το παράδοξο ότι μόνον ή δική του «Εκκλησία» είναι γνήσια καί πραγματική!!! «Παγκόσμια Κεντρικά Γραφεία Εκκλησίας του θεοΰ»

"Αλλη «Εκκλησία» αύτη. Και ποιος ίδρυσε την «Εκ­κλησία», την αίρεση, αύτη; Την ίδρυσε ό δεύτερος γιος του Αμβροσίου Τύμπλισον, ό Όμηρος Τόμπλισον. Καί ποια ή διαφορά από την «Εκκλησία» του πατέρα του; Ελάχιστη. Έτσι, για να διαφέρει. Έτσι, για να δικαιολο­γεί την ύπαρξη της σαν μια άλλη «Εκκλησία». «Εκκλη­σία» χωρίς Χριστό, αφού κι αύτη είναι μια άλλη αίρεση εμπνεόμενη από το πονηρό πνεύμα.

Αποστολική «Εκκλησία» της Πεντηκοστής

Ποιος, πάλι, ίδρυσε την «Εκκλησία» αυτή; Την ίδρυ­σε, το 1917, ό Κάρολος Σεϋμοΰρ στο Λύς "Αντζελες της Αμερικής. Στήν Ελλάδα την ίδρυσε το 1938 ό έλληνοαμε-ρικανός Χαράλαμπος Μάμαλης.

Καί οί οπαδοί της «Εκκλησίας» αυτής βαπτίζονται στο «Άγιο Πνεϋμα». Κι ύστερα δέχονται το χάρισμα της «γλωσσολαλίας». Πιστεύει κι αύτη ή «Εκκλησία» στη χι­λιετή βασιλεία του Χριστού πάνω στη γη. "Απορρίπτει την Ιερά Παράδοση, την ίερωσύνη, τίς εορτές των άγιων. Καί όπως ό 'ΑμβρΟσιος Τόμπλισον, έτσι καί ό Κάρολος Σεϋμούρ πιστεύει ότι μόνον ή δική του «Εκκλησία» είναι γνήσια καί πραγματική. Τώρα, ποιύς έχει την αλήθεια; Ό προπος ή ό δεύτερος; Κανένας. Καί οί δυο βρίσκονται στην πλάνη, αφού Εκκλησία είναι μία καί μοναδική. Κι αυτή είναι ή Μία, Αγία, Καθολική καί ^Αποστολική Εκ­κλησία, την οποία ίδρυσε ό Χριστός.

Ελευθέρα Αποστολική «Εκκλησία» της Πεντηκοστής

Να κι ένας Έλληνας, πού ίδρυσε κι αυτός μια «Εκ­κλησία». Κι αύτύς είναι ό Λεωνίδας Φέγγος, ΐατρΰς καρ­διολόγος. Αυτός, λοιπόν, είναι καί ό αρχηγός της «Εκ­κλησίας» αυτής. Καί την ί'δρυσε τώρα, τύ 1965. Σύγχρονη «Εκκλησία».

Ή διδασκαλία της; Ή Γδια, σχεδύν, με όλες τίς άλ­λες. Βάπτισμα στο «Άγιο Πνεύμα». «Γλωσσολαλία». Χι­λιετής βασιλεία του Χριστού στη γη. Απορρίπτει την Ιε­ρά Παράδοση, την Ίερωσύνη καί συνεπώς τα Μυστήρια. Δεν τιμά τους αγίους. Ούτε την Παναγία Μητέρα του Κυ­ρίου μας. Καί το άλλο. Παραδέχεται καί ό Λεωνίδας Φέγγος ότι ή «Εκκλησία» του είναι ή μόνη γνήσια «Εκ­κλησία», ενώ όλες οί άλλες απομακρύνθηκαν από το ορθό πνεύμα της Αγίας Γραφής.

«Εκκλησία» των 'Αντβεντιστών της εβδόμης ημέρας

Την «Εκκλησία» αυτή, την αίρεση αυτή, ίδρυσε ό ά-μερικανύς γεωργοκτηματίας Γουλιέλμος Μύλλερ. Ή διδα­σκαλία της είναι όμοια με εκείνη των «Μαρτύρων του Ίεχωβά», του Χιλιασμού. Έχει σαν ήμερα αργίας, αντί της Κυριακής, το Σάββατο. Προφητεύει τον ερχομό του Χριστού στη γη. Δεν παραδέχεται τη θεότητα του Χρι­στού. Ούτε του Αγίου Πνεύματος. Δεν πιστεύει στην Α­γία Τριάδα. Διδάσκει ότι ή ψυχή του ανθρώπου πεθαίνει. Δεν πιστεύει στη δίκαιη καί αιώνια κόλαση ή αμοιβή. Α­πορρίπτει την Ίερωσύνη καί τα Μυστήρια. Οί άνθρωποι πού θα σωθούν είναι μόνον 144.000. Οί άλλοι θα εκμηδε­νιστούν μαζί με το Σατανά. Καί σαν πηγή διδασκαλίας έχει μόνο την Αγία Γραφή, την οποία ερμηνεύει όπως αυτή θέλει.

Ελληνική Ευαγγελική «Εκκλησία»

"Οπως το λέει ό τίτλος, Έλληνας ίδρυσε την «Εκκλη­σία» αυτή. Είναι ό Μιχαήλ Καρπαθάκης. Την ίδρυσε το 1874.

Καί ή διδασκαλία της; Σάν προτεσταντικές όλες αυ­τές οί «Εκκλησίες» έχουν την ίδια, σχεδΰν, διδασκαλία, με λίγες διαφορές ή μία από την άλλη, εκτός Ορισμένων, όπως εκείνη των Άντβεντιστών. Δεν έχει ίερωσύνη. Συνε-πως απορρίπτει τα Μυστήρια. ΤΟ Βάπτισμα καί τη θ. Ευ­χαριστία που τα τελούν, τα τελούν όχι σαν Μυστήρια, αλ­λά σαν αναμνηστικά σύμβολα. Αύτύ συμβαίνει με ο'λες αυτές τίς «Εκκλησίες» - αιρέσεις. Δέχεται ότι ό άνθρω­πος σώζεται μόνο με την πίστη. Τα έργα δεν έχουν καμιά σημασία. Καί από την Αγία Γραφή, δέκα βιβλία της Π. Διαθήκης τα απορρίπτει, Οπως Ολες οί προτεσταντικές «Εκκλησίες».

Ελευθέρα Εΰαγγε'λική «Εκκλησία»

Την «Εκκλησία» αύτη ί'δρυσε το 1910 ό Έλληνας Κωνσταντίνος Μεταλληνός, συνταξιούχος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, μαζί με τέσσερις άλλους: Άθ. Κατσάρκα, Γ. Καρβούνη, θεοφ. Ζαφειρόπουλο καί Ί. Δημόπουλο.

Τί παραδέχεται; "Οτι το Άγιο Πνεύμα φωτίζει τύ πενταμελές Συμβούλιο - Πρεσβυτέριο, πού διοικεί την «Εκκλησία». Ό ΧριστΟς θα έλθει πάνω σε σύννεφα, για  να παραλάβει την «Εκκλησία» του. θα ιδρύσει πάνω στη γη τη χιλιετή βασιλεία του. 'Απορρύττει την Ιερά Παρά-! δόση, την Ίερωσύνη καί τα Μυστήρια. Το Βάπτισμα, τη. θ. Ευχαριστία καί το Γάμο τα δέχεται όχι σαν Μυστήρια,' αλλά σαν απλές τελετές, όπως και οί άλλες αυτές «Έκ-1 κλησίες».

«Εκκλησία» των Μορμσνων

Ποιος ίδρυσε, πάλι, την «Εκκλησία» αύτη; Ένας ά-Ιμερικανός νεανίας 18 χρόνων, ό Ιωσήφ Σμίθ! Στήν ήλι-χία αυτή του παρουσιάσθηκε, λέει ή ιστορία της περίερ­γης αυτής «Εκκλησίας», ό άγγελος Μορμόνι καί του ϋπέ-ί»ειξε τον τόπο, δπου ήταν θαμμένο το «αιώνιο ευαγγέ­λιο» του θεού από το 421 μ.Χ., γραμμένο στην αρχαία ϊίγυπτιακή γραφή, σε δυο χρυσές πλάκες. Του υπέδειξε :όν τρόπο της μεταφράσεως του βιβλίου καί του τόνισε ό Μορμόνι Οτι εϊναι προορισμένος για μεγάλη αποστολή σε :θνη, φυλές καί γλώσσες.

Ή διδασκαλία των Μορμόνων είναι γραμμένη στο Ιβιβλίο του Μορμόνου» καί στο άλλο βιβλίο «Διδασκαλία ίαί Διαθήκαι της Εκκλησίας του Ιησού Χρίστου των ά-[ίων της εσχάτης ημέρας». Τα δυο αυτά βιβλία θεωρούν-ιι συμπλήρωμα της Αγίας Γραφής!!!

Ή «Εκκλησία» αυτή δέχεται την πολυγαμία (γάμος )λλόίν γυναικών). Ό Χριστύς, λέει, παντρεύτηκε πολλές /αϊκες καί είχε πολλά παιδιά. Ό θεάς υπόκειται στο )μο της συνεχούς προόδου. Ό Χριστός θα εμφανισθεί Αμερική καί θα ενωθεί με τη γήινη «Εκκλησία» ι  θα αναλάβει για χίλια χρόνια τη διακυβέρνηση της \ς. Ό θεός Πατήρ έχει σώμα από σάρκα καί οστά. Φυ-Ικά δεν έχουν Ίερωσΰνη. Τα Μυστήρια τους θ. Εύχαρι-ρα καί Βάπτισμα τα τελούν όχι σαν Μυστήρια, αλλά ίν σύμβολα άναμνήσεως. Το Βάπτισμα ιό τελούν καί οΰς νεκρούς.

Ό ιδρυτής της «Εκκλησίας» αυτής διδάσκει ότι ό πότος φανερώθηκε κατά διαφόρους καιρούς καί σε ίφορα μέρη της Βορείου καί Νοτίου Αμερικής. Εκεί (ρυττε, θεράπευε, έκανε θαύματα καί επιπλέον δίδασκε •ς καί παραγωγικότερες μεθόδους της γεωπονίας... Καί ,'ε με την υπόσχεση Οτι θα ξανάρθει...

ιγγελική Βαπτιστική «Εκκλησία» Την «Εκκλησία» ίδρυσε ό άγγλος Ιωάννης Σμίθ το

1612. Την Ονόμασε «Βαπτιστική Εκκλησία» επειδή, λέει, οί οπαδοί της πιστεύουν στύ «ενσυνείδητο Βάπτισμα».

Ή διδασκαλία της είναι παρΟμοια με Ολες τίς Ευαγ­γελικές, Προτεσταντικές, «Εκκλησίες». Δέχεται μόνο την Αγία Γραφή, από την οποία απορρίπτει δέκα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Απορρίπτει την Ιερά Παράδοση, την Ίερωσύνη, τα Μυστήρια, τίς μνήμες αγίων καί της Πανα­γίας. Την Αγία Γραφή μπορεί να την ερμηνεύει ό καθέ­νας, δπως αυτός θέλει. Στη δε λατρεία χρησιμοποιεί μου­σική

Ή «Εκκλησία» του Χρίστου

Ποιος ψευδοπροφήτης ίδρυσε αύτη την «Εκκλησία»; Ό Έλληνας βιομήχανος Θεόδωρος Λαναράς τΰ 1911. Καί ή διδασκαλία της «Εκκλησίας» αυτής ποια είναι; "Οτι το δόγμα περί της Αγίας Τριάδος είναι επινόηση των διε­φθαρμένων καί ανήθικων πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου! Ακούτε ύβρη; Ό Χριστός δεν είναι θεάνθρω­πος. θεός έγινε από το θεό Πατέρα, μετά την ανάσταση του. ΤΟ "Αγιο Πνεύμα δεν είναι θεός. Ή ψυχή πεθαίνει. Διάβολος δεν υπάρχει. Ή Δεύτερη Παρουσία του Χρι­στού έγινε χίυρίς να τη δουν οί άνθρωποι. Οί πρώτοι αν-θρίυποι πού δημιουργήθηκαν από το θεό δεν είναι ό Α­δάμ καί ή Εύα. Απορρίπτει το βιβλίο της 'Αποκαλύψεως, "Απορρίπτει όλα τα Μυστήρια. Δέχεται μόνο το Γάμο σαν απλή ευλογία πίστεως. Δεν έχει ιερείς ούτε εορτές.

Ή «Εκκλησία» του θεού

Προχωρούμε σε άλλη. Την «Εκκλησία» του θεοΰ. Αυτί] την ίδρυσε ό αμερικανός Δανιήλ Γουώρνερ το 1880. Στήν 'Ελλάδα την ϊδρυσε ό έλληνοαμε ρ ικανός Νικ. Ζαξά-νης. Καί μετά το θάνατο του, την ανέλαβε ό Παναγιώτης   . Δενδρινός. '                       ί

Να σημειώσουμε καί τη διδασκαλία της: Ό θεός φταίει για τα κακά πού μας βρίσκουν. Όσους προσέρ­χονται οτή δική τους «Εκκλησία» - αίρεση, από άλλες αιρέσεις, τους ξαναβαπτίζουν, επειδή δεν θεωρούν έγκυ­ρο το βάπτισμα τους, σαν να είναι το δικό τους βάπτισμα έγκυρο. Δεν έχουν ιερείς καί το βάπτισμα είναι απλή α­νάμνηση. Το Γδιο καί ή θ. Ευχαριστία. Έχουν σαν υπο­χρεωτική ιεροτελεστία την «ποδολουσία». Τη νίψη των ποδιών, σαν απόδειξη της ταπεινοφροσύνης τους. Ή λοι- „ πή διδασκαλία είναι όμοια με τίς άλλες «Εκκλης Ή «Εκκλησία» των Ευαγγελιστών

"Αλλος τώρα ίδρυσε τούτη την «Εκκλησία» το 1937. Είναι ό Κωνσταντίνος Ξηροκώστας..

Ή «Εκκλησία» του Ξηροκώστα απορρίπτει το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Ό Χριστός υπήρξε μόνον άνθρωπος. Ή θεία φύση προστέθηκε στον άνθρωπο Χριστό μετά την ανάσταση του! Δεν τιμά την Παναγία καί τους "Αγίους. Το "Αγιο Πνεύμα δεν είναι πρόσο>πο. Ή ψυχή είναι θνη­τή. Πεθαίνει. Ό άνθρωπος δεν διαφέρει από το κτήνος. Πιστεύει στη χιλιετή βασιλεία του Χρίστου πάνω στη γη... Τί άλλο να προσθέσουμε; Δεν αρκούν αυτά;

Αποστολική «Εκκλησία» του Χρίστου

Αύτη την «Εκκλησία» δεν τη δημιούργησε άνδρας, αλλά μια γυναίκα. Το δνομά της Αΐμέ Σέμπλ Μακφέρ-σον, από το Όντάριο του Καναδά.

Ό θεός, λέει, της ανέθεσε να κηρύττει το θείο λόγο από νεαρή ηλικία. Της έδωσε μάλιστα το χάρισμα της γλωσσολαλίας καί της θεραπείας. Καί το άλλο: Να είναι αντιπρόσωπος του θεού στη γη. Έτσι, σαν αντιπρόσωπος του θεοϋ, άρχισε περιοδείες στην Αγγλία, Αυστραλία, Κίνα. Παντού κήρυττε το λόγο του θεοΰ με μουσική υπό­κρουση καί με φαντασμαγορικούς φωτισμούς.

Καί το 1927, σε ηλικία 37 χρόνων, 'ίδρυσε την «Εκ­κλησία» της, πού αρχικά ονόμασε «Εκκλησία του τετρα­πλεύρου Ευαγγελίου». Ό διάδοχος της Ράλφ Μακφέρ-σον, γιος της από τον πρώτο της γάμο, έδωσε στην «Εκ­κλησία» τη σημερινή ονομασία.

Ή ίδρύτρια της «Εκκλησίας» αυτής συνέταξε δικό της σύμβολο πίστεως με 21 παραγράφους. Έχει κοινή δι­δασκαλία με τους Πεντηκοστιανούς για τη γλωσσολαλία, τίς ιάσεις, τίς προφητείες, τη χιλιετία καί την ερμηνεία της Αγίας Γραφής.

Στην πατρίδα μας την αίρεση ίδρυσε ό έλληνοαμερι-κανύς Θεόδωρος Νταίβις το 1951, πού ήλθε για το σκοπό αυτό καί με εντολή του κέντρου. Στήν αί'ρεση αύτη εντά­χθηκαν καί τα μέλη της Πεντηκοστι,ανής «Εκκλησίας».

Οϊ «Μάρτυρες του Ίεχωβά»

Τί είναι οί «Μάρτυρες του Ίεχωβά»; Είναι «Εκκλη­σία»; Είναι αίρεση; Είναι μια Όργάνωση; Ή είναι μια μεγάλη Εταιρεία, ή «Εταιρεία Σκοπιά»; Είναι κάτι άπ'

ΰλα. Μάλλον το τελευταίο. Ωστόσο, δ,τι κι αν είναι, απο­τελεί την πιο μεγάλη απειλή όχι μόνο κατά της Εκκλη­σίας του Χρίστου, αλλά καί κατά της Πατρίδος. Έτσι, οι λεγόμενοι κοινώς Μάρτυρες του Ίεχωβά, είναι καί αντί­χριστοι, αφού αρνούνται τη θεότητα του Χριστού, καί άνθέλληνες, άφοϋ αρνούνται να υπερασπισθούν την Ελλάδα. Μισούν καί αποφεύγουν κά­θε τ£ το χριστιανικό καί εθνικό.

Η Χ.Ο.Ε.

Τί σημαίνει Χ.Ο.Ε.; Σημαίνει Χριστιανική Όργάνω­ση Ειρήνης. Είναι κι αυτή «Εκκλησία»; "Οχι άκΰμη επί­σημα. Οί κακοδοξίες της όμως πρέπει να καταστήσουν κάθε χριστιανό ορθόδοξο προσεκτικό απέναντι στη Χ.Ο.Ε.

Αρχηγός είναι ό υπερήλικας Στυλιανός Γιαννετάκης, στον οποίο φανερώθηκε δήθεν ό Χριστός καί του είπε: «Πήγαινε να εγκατασταθείς στην Αθήνα καί εκεί να δη­μιουργήσεις μια Όργάνωση, πού θα είναι γέφυρα του λάου προς την Εκκλησία». Καί με βοηθούς το γαμβρό του Ν. Μουτσάκη καί τον κουμπάρο του Α. Χασιώτη, άρ­χισε το έργο του, τύ 1959, όταν ί'δρυσε τη ΧΟΕ.

Καί ή διδασκαλία του; Τα στελέχη δεν πρέπει να προέρχονται από την Εκκλησία, αλλά από απλούς καί αγράμματους ανθρώπους. Οί πιστοί της "Οργανώσεως εί­ναι οί 144.000, πού αναφέρει ή "Αποκάλυψη. Όλα τα α­νώτατα στελέχη της ΧΟΕ δεν θα πεθάνουν. Το μήνυμα αυτό της αφθαρσίας το έλαβε ό ιδρυτής της ΧΟΕ από το θεό. Πιστεύει στη χιλιετία, όπως καί οί χιλιαστές. Έχει καί ή ΧΟΕ τη «γλωσσολαλία», όπως πολλές άλλες προτε­σταντικές «Εκκλησίες». Αναφέρει το όνομα του Αντί­χριστου καί αυτό είναι ό Γουλιέλμος Β'. Οί δυο προφή­τες, πού θα παρουσιασθούν στύν καιρό του Αντίχριστου, είναι ό ιδρυτής της ΧΟΕ καί δεύτερος, πιθανόν, ό γαμ­βρός του Ν. Μουτσάκης.

Για να παραπλανήσουν τους ορθοδόξους χριστιανούς καί να αποφύγουν τίς κατηγορίες, εκκλησιάζονται. "Επί­σης, για εντυπωσιασμό, κοινωνούν 80 φορές το χρόνο! Ακόμη, εξομολογούνται στο πρώτο στάδιο, για να «εξο­μολογούνται» κατόπιν με την προσευχή. Καί παίρνουν αν­τίδωρο επιδεικτικά.  Αυτές κι άλλες «Εκκλησίες» - αιρέσεις, δρουν στην πατρίδα μας ασκώντας άμεσα ή έμμεσα προσηλυτισμό στο χριστεπώνυμο πλήρωμα της Αγίας Εκκλησίας μας, την οποία ίδρυσε ό Χριστός καί ή οποία διατηρεί ανό­θευτη καί ακέραιη τη διδασκαλία του καί εγγυάται τη σωτηρία του άνθρωπου. Καί κοντά στίς παραπάνω «Εκ­κλησίες» - αιρέσεις, πρέπει να προστεθούν καί οί παρα-θρησκευτικές οργανώσεις, με αποκορύφωμα αύτη των Σατανιστών!!!

Αγαπητοί,

Προσέχετε από τους ψευδοπροφήτες των ήμερων μας, από του; οποίους ό ένας κατόπιν του άλλου, ιδρύει καί τη δική του «Εκκλησία» - αίρεση, για να μας παγι­δεύουν στην πλάνη. Άλλα καί από κάθε παραθρησκευτι-κή οργάνωση, ή οποία απειλεί όχι μόνο την ψυχή μας, αλλά καί τη ζωή μας, Οπως το ίδιο να προσέχουμε καί από τα περιοδικά τους, με τους εντυπωσιακούς τίτλους:

ι «ΣΚΟΠΙΑ». «ΞΥΠΝΑ». «ΤΑ ΚΑΛΑ ΝΕΑ». «ΧΡΙ-ΣΤΪΑΝΙΣΜΟΣ». «ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ». «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ». «Ο ΕΠΙΟΥΣΙΟΣ ΑΡΤΟΣ». «Ο ΔΡΟ­ΜΟΣ». «ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ». «ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΛΗ­ΘΕΙΑΣ». «Η ΜΑΧΑΙΡΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ». «Η ΑΓ­ΓΕΛΙΑ ΜΑΣ». «ΛΟΓΟΙ ΖΩΗΣ». «ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ». «ΝΕΑ ΠΝΟΗ». «ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ». «ΗΜΕΡΟ­ΔΕΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ». «ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ -ΦΩΣ». «ΛΥΤΡΩΜΕΝΑ ΝΕΙΑΤΑ». «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ».

'Από το Βιβλιοπωλείο «Ο ΛΟΓΟΣ» 'Από την ΤΥ «62 ΕΛΛΑΣ». Καί από τα τηλεφωνικά μηνύματα στίς πόλεις: Αθήνα, θεσσαλονίκη, Πάτρα, Χανιά, Δράμα, Κατερίνη, Ζάκυνθο, Αμαλιάδα, "Αλεξανδρούπολη, Βέροια, Ιωάννι­να, Λάρισα, Μαλεσίνα, Νικολέικα.

Μ' Ολα αυτά επιδιώκουν να πνίξουν, σαν αράχνη, την Ορθόδοξη πίστη μας καί να μας απομακρύνουν από τη Μία, Αγία, Καθολική καί "Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, την "Ορθόδοξη "Εκκλησία μας.

'Αρχιμ. Γ. Ι. Ρ.

ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

ΚΛ. 99.12.013 Ι8ΒΝ 960-315-263-5

 

 

 

 

 

************************************************************************

 

 

 

ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟΙΧΟΥΣ ...

 

ΑΝΤΕ ΘΥΜΑ, ΑΝΤΕ ΨΩΝΙΟ

ΑΝΤΕ ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΙΩΝΙΟ...

 

ΑΝ ΞΥΠΝΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟΜΙΑΣ,   

ΘΑΡΘΕΙ ΑΝΑΠΟΔΑ Ο ΝΤΟΥΝΙΑΣ...

 

 

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΗΛΙΑ , ΩΣ ΓΕΡΟΝΤΑ ΚΡΑΤΩΝΤΑ ΣΤΑΥΡΟΝ  ΕΞ ΑΠΛΟΥ ΞΥΛΟΥ. ΟΠΙΣΘΕΝ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑ, ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

 

 

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΛΗΨΗ.  ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ ΝΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΩ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΕΜ, ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ.

 ΜΙΑ ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΓΑΛΑΖΙΑ ΑΚΤΙΝΑ - ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΝΟ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗΚΕ -   ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΕΜ.

ΠΑΝΩ ΑΚΡΙΒΩΣ , ΕΝΑ 'ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ' - ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗΚΕ  ΜΟΝΟ -  ΠΥΡΙΝΟ ΧΕΡΙ  ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ...  ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ..  ΤΗ ΜΟΝΗ  ΟΔΟ...

 

 

 

Το 1920 στην Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονα (Ρωσικό), του Αγίου ΄Ορους, είχαν έρθει κάποιοι Αγ. Πατέρες από τη Ρωσία για προσκύνημα. Μετά τη Θεία Λειτουργία οι Ιερομόναχοι της Μονής περνούσαν και έπαιρναν ευλογία.

΄Ενας φωτογράφος που τους φωτογράφησε έμεινε έκπληκτος, όταν εμφάνισε τη φωτογραφία και είδε μια γυναίκα και φωτιά από κάτω της, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι απαγορεύεται η είσοδος γυναικών στο Αγ. ΄Ορος.

       Μετά κατάλαβαν ότι ήταν η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ η προστάτιδα του ΑΓ. ΟΡΟΥΣ.

                               ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ.

ΠΑΡΑΚΑΛΑΤΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΔΙΑΛΥΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ.

 

ΓΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΩΖΟΥΝ