XΡΥΣΟΣ    ΟΔΗΓΟΣ 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ ...

 

   

 

 

 

ΛΟΓΟΙ  ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΥΙΟΥ ΘΕΟΥ

 ΑΠΟ ΘΡΟΝΟΥ ΔΟΞΗΣ 

(ο ΘΕΟΣ μας ομιλεί..)

 

  Γ 11 "ερχομαι ταχύ. κράτει ο εχεις, ινα μηδεις λάβη τον στέφανόν σου. 12 ο νικων ποιήσω αυτον στυλον εν τω ναω του θεου μου, και εξω ου μη εξέλθη ετι, και γράψω επ' αυτον το ονομα του θεου μου και το ονομα της πόλεως του θεου μου, της καινης Ιερουσαλήμ, η καταβαίνουσα εκ του ουρανου απο του θεου μου, και το ονομά μου το καινόν. 13 ο εχων ους ακουσάτω τί το πνευμα λέγει ταις εκκλησίαις. ... 15 Οιδά σου τα εργα, οτι ουτε ψυχρος ει ουτε ζεστός. οφελον ψυχρος ης η ζεστός. 16 ουτως, οτι χλιαρος ει και ουτε ζεστος ουτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου. 17 οτι λέγεις οτι Πλούσιός ειμι και πεπλούτηκα και ουδεν χρείαν εχω, και ουκ οιδας οτι συ ει ο ταλαίπωρος και ελεεινος και πτωχος και τυφλος και γυμνός, 18 συμβουλεύω σοι αγοράσαι παρ' εμου χρυσίον πεπυρωμένον εκ πυρος ινα πλουτήσης, και ιμάτια λευκα ινα περιβάλη και μη φανερωθη η αισχύνη της γυμνότητός σου, και κολλούριον εγχρισαι τους οφθαλμούς σου ινα βλέπης. 19 εγω οσους εαν φιλω ελέγχω και παιδεύω. ζήλευε ουν και μετανόησον. 20 ιδου εστηκα επι την θύραν και κρούω. εάν τις ακούση της φωνης μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτον και δειπνήσω μετ' αυτου και αυτος μετ' εμου. 21 ο νικων δώσω αυτω καθίσαι μετ' εμου εν τω θρόνω μου, ως καγω ενίκησα και εκάθισα μετα του πατρός μου εν τω θρόνω αυτου.

 

 

Eπιστροφή από τον άλλο κόσμο                 Συνέβη εις Μπαρναούλ Ρωσίας

 

Ήμουν άθεη. "Εβριζα το θεό πολύ και φοβερά. Ζούσα μέσα ατή ντροπή και την πορνεία και ήμουν πνευματικά νεκρή στη γη. "Όμως ο ελεήμων θεός δεν άφησε να χαθώ, αλλά με οδήγησε στη μετάνοια κατά τον έξης θαυμαστό τρόπο.

Το 1962 είχα καρκίνο και ήμουν άρρωστη επί τρία χρόνια. Άλλα δεν το έβαλα κάτω' εργαζόμουνα και έκανα θεραπεία σε γιατρούς, ελπίζοντας να '6ρω την υγειά μου. Τους τελευταίους έξι μήνες είχα αδυνατίσει πολύ, σε σημείο πού ούτε νερό μπορού­σα να πιω. Μόλις έπινα λίγο, αμέσως το έκαμνα με-το. Τότε με πήγανε στο Νοσοκομείο όπου, επειδή ή­μουν πολύ δραστήρια, -κάλεσαν από τη Μόσχα έναν Καθηγητή και απεφάσισαν να με χειρουργήσουν.

Μόλις όμως άνοιξαν την κοιλιά μου, αμέσως πέθανα. Ή ψυχή μου βγήκε από τα σώμα, και στεκό­ταν ανάμεσα σε δυο γιατρούς. Με μεγάλο φόβο και τρόμο κοίταζα την αρρώστια στο σώμα μου. Ολόκληρο το στομάχι καί τα έντερα ήταν προσβλημένα απ’ τον καρκίνο. Στεκόμουν και αναρωτιόμουν, γιατί είμαστε δύο; ιδέα δεν ειχα, ότι υπάρχει καί ψυχή. Οι άθεοι μας δίδασκαν, ότι δεν υπάρχει θεός καί ψυχή, καί Οτι αυτά είναι επινόηση των παπάδων, για να ξε­γελάνε το λαό καί να τον κρατάνε σε φόβο για κάτι πού δεν υπάρχει.

Μου έβγαλαν έξω όλα τα εντόσθια, και αναζη­τούσαν το δωδεκαδάκτυλο. Άλλα εκεί υπήρχε μόνο πύον. Τα πάντα ήτανε κατεστραμμένα· τίποτε δεν υπήρχε υγιές. Τότε είπαν οι γιατροί: «αυτή δεν έχει με τι να ζήση». "Όλα τα έβλεπα με μεγάλο φόβο και τρόμο, αλλά και πάλι συλλογιζόμουνα: «Πώς και από που είμαστε δύο, ψυχή και σώμα; Πώς γίνεται να στέκομαι όρθια και συγχρόνως να 'μαι ξαπλωμένη»;  Οι γιατροί τότε ξαναέβαλαν μέσα όπως-όπως τα εντόσθια μου. Είπαν, το σώμα μου να δοθή στους νέους γιατρούς για διδασκαλία, και το μετέφεραν στο νεκροφυλάκειο. Πήγαινα κι εγώ κοντά τους, αλλά Όλο απορούσα και σκεφτόμουνα: 'πώς και από πού είμαστε δύο; Εκεί με άφησαν σκεπασμένη μ' ένα σεντόνι ως το λαιμό.   "Υστερα βλέπω, ότι ήρθε ο αδερφός μου μαζί με το μικρό μου γυιό, τον Άντρούσκα, πού ήταν έξι χρόνων. Ό γυιός μου πλησίασε το σώμα μου, με φί­λησε στο κεφάλι, και άρχισε να κλαίη λέγοντας: «Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Είμαι ακόμη μικρός, κι εγώ πώς θα ζήσω χωρίς εσένα; Πατέρα δεν έχω, και συ πέθανες»! Εγώ τότε τον αγκάλιασα και τον φί­λησα, άλλ' αυτός δεν αισθάνθηκε τίποτε. Ούτε με είδε, ούτε με πρόσεξε· μόνο κοίταγε το νεκρό μου σώμα. "Εβλεπα επίσης, ότι και ο αδερφός μου έ­κλαιγε.

"Επειτα με μιας βρέθηκα στο σπίτι μου. Εκεί είδα πού ήρθε ή πεθερά μου, από τον πρώτο μου γάμο, ή μητέρα μου και ή αδερφή μου. Τον πρώτο μου σύζυγο τον εγκατέλειψα, επειδή· πίστευε στο θεό. Τότε άρχισε ή διανομή των πραγμάτων μου. Εγώ ζούσα πλούσια και με πολυτέλεια· αλλά όλα μου τα πράγματα τ' απέκτησα με αδικία και πορνεία.

Ή αδερφή μου άρχισε ν' αφαιρεί τα πιο ωραία από τα πράγματα μου, ενώ ή πεθερά ζητούσε, ν' αφήσει κάτι και στο γυιό μου. Άλλα ή αδερφή μου δεν έδινε τίποτε. Μάλιστα κορόιδευε την πεθερά μου λέγοντας, «αυτό το παιδί δεν είναι άπα τον γυιό σου· και συ δεν του είσαι τίποτε». Ενώ αυτές μάλω­ναν για τα πράγματα μου, είδα γύρω μας διαβόλους-σατανάδες να χορεύουν με χαρά. Μετά άπ' όλ' αυτά βγήκαν έξω κι έκλεισαν το σπίτι, Ή αδερφή μου πήρε μαζί της ένα μεγάλο μπόγο με πράγματα δικά μου.

Αφού συνέβησαν αυτά, βρέθηκα ξαφνικά στον αέρα και βλέπω να πετώ, όπως με το αεροπλάνο. Αισθάνομαι ότι κάποιος με συγκρατεί και ότι υψώνο­μαι όλο και πιο πολύ. Βρέθηκα πάνω από την Μπαρναούλ, αλλά σε λίγο ή πόλη χάθηκε άπ' τα μάτια μου κι απλώθηκε σκοτάδι. "Επειτα άρχισε να έρχεται φως, πού ήταν πάρα πολύ δυνατό και δε μπορούσα να το κοιτάξω. Με έβαλαν πάνω σε μια μαύρη πλάκα πλάτους 1,5 μέτρου.

"Εβλεπα μία κοιλάδα με πλούσιο πράσινο χορ­τάρι, και κάτι πολύ χοντράκορμα δέντρα με πανέ­μορφο ποικιλόχρωμο φύλλωμα. Ανάμεσα σ' αυτά τα δέντρα υπήρχανε σπίτια, και μάλιστα καινούργια ό­λα, αλλά δεν είδα ποιοί ζούσαν μέσα. Σκέφτηκα, πού να βρίσκομαι άραγε; "Αν είμαι πάνω στη γη, τότε γιατί δεν υπάρχουν επιχειρήσεις ή εργοστάσια ούτε άλλα κτίρια; γιατί δεν υπάρχουν δρόμοι, ούτε συ­γκοινωνίες; Τι μέρος είναι τούτο χωρίς ανθρώπους, και ποιος τέλος πάντων να ζει εδώ;

Λίγο πια πέρα είδα να περπατάει μια ωραία ψη­λή γυναίκα με βασιλικά φορέματα, κάτω άπ' τα όποία φαίνονταν τα δάκτυλα των ποδιών της. Περ­πατούσε τόσο ανάλαφρα, πού κάτω άπ' τα πόδια της δεν λύγιζε ούτε το χορτάρι. Και κοντά της πήγαινε ένας νεαρός, πού το ύψος του έφτανε ως τους ώ­μους της. Αυτός έκρυβε το πρόσωπο του με τα χέρια του και έκλαιγε πολύ πικρά παρακαλώντας για κάτι, αλλά δε μπορούσα ν' ακούσω για ποιο λόγο. Σκέφθηκα ότι θα είναι ο γυιός της, και μέσα μου διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν τον λυπάται και δεν του εκπληρώνει το αίτημα. Αυτός έκλαιγε και θρηνούσε, αλλά εκείνη δεν του εκπλήρωνε την αίτηση.

(Σημείωση: Από όλα φαίνεται, ότι αυτός ο νε­αρός –ήταν ο φύλακας "Αγγελος της νέας γυναίκας, πού διηγείται την ιστορία. Και φανερώνει, το πόσο οι άγιοι "Αγγελοι φροντίζουνε για μάς και τις ψυ­χές μας, χωρίς εμείς να το βλέπουμε.)

"Όταν αυτοί με πλησίασαν, ο νεαρός έπεσε μπροστά στα πόδια της και άρχισε μετά οδυρμών να την παρακαλεί εντονότερα και να της ζητάει κάτι. Εκείνη τότε του απάντησε, αλλά εγώ δε μπόρεσα να την καταλάβω. "Όταν ήρθανε κοντά μου, ήθελα να την ερωτήσω, που βρίσκομαι;

Άλλα εκείνη τη στιγμή ή γυναίκα σταύρωσε τα χέρια της, ύψωσε τα μάτια προς τον ουρανό και εί­πε: «Κύριε, που θα πάει ή ψυχή αυτή έτσι όπως είναι» ; Εγώ έτρεμα, και μόλις τώρα κατάλαβα ότι είχα πεθάνει, ότι ή ψυχή μου βρισκότανε στον ουρανό και το σώμα μου έμενε στη γη. Τότε άρχισα να κλαίω και να οδύρομαι, οπότε ακούω μια φωνή να λέει: "Επιστρέψτε την στη γη για τις αγαθοεργίες του πατέρα της" Και άλλη φωνή απάντησε: «Βαρέ­θηκα την αμαρτωλή και διεφθαρμένη της ζωή "Ήθελα να την εξαφανίσω από προσώπου της γης χωρίς μετάνοια, αλλά με παρεκάλεσε γι' αυτήν ο πατέρας της. Δείξτε της όμως το μέρος, όπου άξιζε να

Αμέσως τότε, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα στον "Άδη. Εκεί άρχισαν να έρπουν μέχρις εμένα φο6ερά πυρακτωμένα Φίδια με μακριές γλώσσες, πού ξερνούσανε φωτιά και άλλες σιχαμερές βρω­μιές. Ή δυσωδία ήτανε αβάσταχτη. Αυτά τα φίδια τυλίχτηκαν γύρω μου. Ταυτόχρονα παρουσιάσθηκαν ξαφνικά και σκουλήκια, χοντρά όσο τα δάχτυλο, με ουρές πού κατέληγαν σε βελόνες και άγκιστρα, Αυτά έμπαιναν σε όλα μου τ' ανοιχτά μέρη, στ' αυτιά, τα μάτια, τη μύτη κλπ· έτσι με βασάνιζαν, κι εγώ κραύγαζα με φωνή δυνατή. Άλλα εκεί δεν υ­πήρχε από πουθενά ούτε βοήθεια ούτε έλεος.

Εκεί είδα και μία γυναίκα, πού πέθανε από άμ­βλωση. Μόλις παρουσιάσθηκε, άρχισε να ζητάει έ­λεος από τον Κύριο. Ό Όποιος όμως της απάντησε: "Εσύ, όσο ήσουνα στη γη, δεν με αναγνώριζες-σκότωνες τα παιδιά μέσα στην κοιλιά σου· κι επί πλέον έλεγες στους ανθρώπους: " δεν πρέπει ΝΑ γεννάτε παιδιά" τα παιδιά είναι περιττά". "Όμως για μένα δεν είναι περιττά. Σ' εμένα υπάρχουνε τα πάντα και για όλους αρκετά » . 

Και σ' έμενα ο Κύριος είπε: «Εγώ σου έδωσα την αρρώστια για να μετανοήσεις, αλλά συ με έβριζες ως το τέλος της ζωής σου,.. Δεν με αναγνώρισες, και γι αυτόν το λόγο ούτε και γώ σ' αναγνωρίζω. "Όπως έζησες στη γη χωρίς Κύριο και θεό, έτσι θα ζήσης κι’ εδώ». ·

Μετά άπ' αυτά, ξαφνικά όλα άλλαξαν. Ή βρώμα χάθηκε, καθώς και ο δυνατός οδυρμός. "Ένοιωσα πώς πέταξα, και είδα την Εκκλησία μου πού κο­ρόιδευα. Άνοιξε ή πύλη, και βγήκε ο Ιερέας ντυ­μένος στ' άσπρα. Στεκόταν με σκυμμένο το κεφάλι, και κάποια φωνή με ρώτησε, «ποιος ειν' αυτός"; Ε­γώ απάντησα, «ο Ιερέας μας». Και ή φωνή συνέχισε: «Εσύ έλεγες πώς είναι χαραμοφάης, αλλά αυτός είναι ποιμένας πραγματικός, διότι δεν είναι μι­σθωτός. Γνώριζε πώς, αν και κατά τον βαθμό είναι μικρός, ένας συνηθισμένος ιερέας, όμως υπηρετεί εμένα. Μάθε ακόμη και τούτο αν δεν σου διάβαση αυτός την ευχή της εξομολογήσεως, εγώ δεν θα σε συγχωρήσω».

Τότε άρχισα να παρακαλώ: «Κύριε, γύρισε με στη γη· έχω ένα γυιό μικρό». Και ο Κύριος απά­ντησε: «Ξέρω ότι έχεις ένα γυιό μικρό, και είναι κρί­μα γι’ αυτόν». «Κρίμα», είπα κι εγώ. Κι Εκείνος συ­νέχισε: «Εγώ σας λυπάμαι όλους, και μάλιστα τρεις Φορές.. Σάς περιμένω όλους, πότε θα ξυπνήσετε από τ' αμαρτωλό σας όνειρο, να μετανοήσετε και να έρθετε στον εαυτό σας».  

Τη στιγμή αυτή εμφανίστηκε πάλι ή Μητέρα του θεού, που νωρίτερα την αποκαλούσε «γυναίκα», και πήρα το θάρρος να την ερωτήσω: «Υπάρχει εδώ σε σας Παράδεισος»; Και αντί για απάντηση, ξαναβρέ­θηκα στην κόλαση. Τώρα ήτανε χειρότερα από ό,τι την προηγούμενη φορά.

Έτρεξαν οι δαίμονες ολόγυρα μου κρατώντας καταλόγους και, δείχνοντας τ' αμαρτήματα μου, φώ­ναζαν: «Εσύ εμάς υπηρέτησες, όταν ήσουνα στη γη». "Άρχισα να διαβάζω τ' αμαρτήματα μου. "Όλα μου τα έργα ήτανε γραμμένα με μεγάλα γράμματα, και ένοιωσα φόβο τρομερό. Από τα στόματα τους έβγαινε φωτιά. Οι δαίμονες με χτυπούσανε στο κε­φάλι. Πάνω μου έπεφταν και κολλούσαν πυρακτω­μένες σπίθες άπα φωτιά και με έκαιγαν.

Γύρω μου ακούγονταν θρήνος φοβέρας και πολλών ανθρώπων κοπετός. "Όταν ή φωτιά δυνά­μωνε, έβλεπα γύρω μου τα πάντα. ΟΊ ψυχές είχαν ό­ψη φοβερή ήτανε σακατεμένες, με τεντωμένους λαιμούς και πρησμένα μάτια. Μου έλεγαν: "Είσαι υ­ποχρεωμένη να ζήσης μαζί μας. "Όπως εσύ, έτσι κι εμείς όταν ήμασταν στη γη, δεν αναγνωρίζαμε τον θεό, Τον βρίζαμε και κάναμε κάθε κακό, πορνεία, υ­περηφάνεια κ.ά. και ποτέ δεν μετανοήσαμε. "Όσοι αμάρτησαν αλλά μετάνιωσαν, εκκλησιάζονταν, προσεύχονταν, ελεούσαν τους φτωχούς και βοη­θούσαν όσους βρίσκονταν σε ανάγκη ή κακοτυχία,

όλοι αυτοί είναι εκεί πάνω». Εγώ πανικοβλήθηκα άπ' τα λόγια αυτά. Μου φαινόταν ότι βρισκόμουνα εδώ στον Άδη ολόκληρη ζωή, κι αυτοί μου λένε ότι θα ζήσω μαζί τους αιώνια.

Μετά άπ' αυτό εμφανίστηκε πάλι ή Μητέρα του θεού, και απλώθηκε παντού το φως. ΟΙ δαίμονες τράπηκαν σε φυγή και οι ψυχές, πού βασανίζονται στην κόλαση, άρχισαν να κραυγάζουν ικετεύοντας για έλεος: «Ουράνια Βασίλισσα, μη μας αφήνεις εδώ». "Η φώναζαν: "Μητέρα του θεού, καιγόμαστε και δεν υπάρχει νερό, ούτε σταγόνα».

Εκείνη έκλαιγε! και μέσα από το κλάμα έλεγε: «"Όσο ζούσατε στη γη, δεν με αναγνωρίζατε, ούτε μετανοούσατε για τις αμαρτίες σας στον Υίό μου και θεό σας. Κι εγώ τώρα δεν μπορώ να σας βοη­θήσω, δεν μπορώ να παραβώ την απόφαση του Υιού μου. Βοηθώ μόνο αυτούς, για τους οποίους παρακαλούν οι συγγενείς και για τους όποίους προσεύχεται ή άγια Εκκλησία». Ύστερα άπ' αυτό εμείς αρχίσαμε να υψωνόμαστε, ενώ από κάτω έφταναν ως εμάς κραυγές γοερές: «Μη μας αφήνεις, Μητέρα του θεού».

Ξαναβρέθηκα πάνω στην ιδία πλάκα, ενώ γύρω μου ήτανε σκοτάδι. Ή Μητέρα του θεού σταύρωσε πάλι τα χέρια της, ύψωσε τα μάτια στον ουρανό, και άρχισε να προσεύχεται λέγοντας; «Τι να κάνω μ' αυτήν; που να την βάλω»; Τότε μια φωνή απά­ντησε: «αφήστε την από τα μαλλιά στη γη». Και ή Παναγία έφυγε ήσυχα από μια μισανοιγμένη πόρτα, έτσι πού πίσω άπ' αυτήν δεν έβλεπα τίποτε.

"Έπειτα φάνηκαν δώδεκα άμαξες χωρίς τρο­χούς· κινούνταν αργά, κι εγώ τις ακολουθούσα. Ή Μητέρα του θεού είπε, ότι ή δωδέκατη άμαξα δεν έχει πάτο. Φοβόμουν να καθίσω εκεί, αλλά Εκείνη με έσπρωξε άπ' αυτήν και βρέθηκα πάνω στη γη.

Μετά άπ' αυτό συνήλθα, κι ενσυνείδητα πλέον στεκόμουνα και κοίταζα, Η ώρα  ήταν μιάμιση μεσημέρι. Μετά άπα κείνο το φως πού είδα στον ου­ρανό, όλα πάνω στη γη μου φαίνονταν άσχημα. Δεν μου άρεσε πού ήμουνα στη γη, αλλά και τι να κάνω; Είπα μόνη μου στην ψυχή μου: «τώρα πήγαινε στο σώμα ‘’   Τότε βρέθηκα στο νοσοκομείο, και πήγα στο ψυγείο όπου φύλαγαν τα πτώματα. "Ήτανε κλειστό, αλλά μπήκα χωρίς εμπόδιο, και είδα εκεί τα νεκρό μου σώμα. Το κεφάλι μου ήταν γυρισμένο λίγο προς τα πλάγια, ενώ ή μέση μου πιεζόταν από άλλα σώ­ματα νεκρών του ψυγείου.

Μόλις ή ψυχή μου μπήκε στο σώμα, αμέσως ένοιωσα ψύχρα ισχυρή. Απελευθέρωσα κάπως την πιεσμένη μέση μου, διπλώθηκα και έσφιξα τα γάνα-τα με τα χέρια. Εκείνη τη στιγμή άνοιξαν την πόρτα του ψυγείου, και έβαλαν μέσα κάποιον νεκρό, "Όταν άναψαν το φως, με είδαν πού ήμουν μαζεμένη και σκυμμένη, ενώ συνήθως βάζουν όλους τους νε­κρούς ανάσκελα.

Οι νοσοκόμοι βλέποντας με έτσι φοβήθηκαν, και από το φόβο σκόρπισαν. Γύρισαν σε λίγο μαζί με δυο γιατρούς, πού αμέσως διέταξαν να με βγάλουν έξω και να ζεσταθεί το μυαλό μου με λάμπες ηλεκ­τρικές. Στο σώμα μου υπήρχαν οχτώ τομές από νέ­ους γιατρούς, πού μάθαιναν και έκαναν πειράματα. Δύο ώρες μετά το ζέσταμα του κεφαλιού άνοιξα τα μάτια, και μόλις μετά από δώδεκα ήμέρες μίλησα.

ΤΟ πρωί μου έφεραν τηγανίτες με βούτυρο και καφέ, αλλά, επειδή ήταν ημέρα νηστείας, τους είπα άτι δεν θέλω να φάω. Οι νοσοκόμοι έφυγαν, αλλά Όλοι στο νοσοκομείο άρχισαν να με προσέχουν. Ήρθαν οι γιατροί και με ρώτησαν, γιατί δεν θέλω να φάω.  Κι εγώ τους απάντησα: «Καθίστε να σας διηγηθώ, τι είδε ή ψυχή .μου. "Οποίος δεν νηστεύει τις μέρες της νηστείας, θα φάει πράγματα βρω­μερά και σιχαμερά. Γι' αυτό κι εγώ σήμερα δεν θα φάω, όπως και στάλες τις νηστείες δεν θ' αρτυθώ». Οι γιατροί από την έκπληξη τη μια κοκκίνιζαν, την άλλη κιτρίνιζαν, και οι ασθενείς με άκουγαν προσε­κτικά.

"Ύστερα συγκεντρώθηκαν πολλοί γιατροί, κι ε­γώ τους είπα, ότι δεν με πονάει τίποτε πλέον. Τότε άρχισε να έρχεται σε μένα κόσμος πολύς, κι εγώ διηγιόμουνα σε όλους ό,τι είχε δη ή ψυχή μου. 'Αλλά ή αστυνομία άρχισε να διώχνει τον κόσμο, ενώ εμένα με μετέφεραν σε άλλο νοσοκομείο. Εκεί ανάρρωσα τελείως, και παρεκάλεσα τους γιατρούς να τα­κτοποιήσουν όσο το δυνατόν νωρίτερα τις τομές, πού είχαν κάνει πάνω μου οι φοιτητές.   Τότε με έβαλαν στο χειρουργικό τραπέζι και, όταν οι γιατροί άνοιξαν την κοιλιά μου, είπαν: «Γιατί χειρουργήσανε  έναν άνθρωπο που είναι τελείως υγιής»; Εγώ τους ρώτησα, ποια είναι ή αρρώστια μου; Κι αυτοί απάντησαν: «τα εντόσθιά σας είναι υγιή και καθαρά, όπως του παιδιού». Τους είπα: «τα μάτια μου ήταν δεμένα κατά την διάρκεια της εγχεί­ρισης, αλλά παρ' όλ' αυτά είδα τα εσωτερικό μου, όταν ή ψυχή μου είχε βγει από το σώμα και στεκότα­νε ψηλά στο ταβάνι».

"Έπειτα ήρθε και ο γιατρός πού είχε κάνει την εγχείριση. "Όταν με είδε από κοντά, είπε: "Πού είναι ή αρρώστια της; "Όλα της τα εντόσθια ήταν δια­λυμένα, προσβεβλημένα από τον καρκίνο, και τώρα είναι τελείως καλά». Του απάντησα: «Ό Κύριος και θεός φανέρωσε το έλεος του πάνω σε μένα την α­μαρτωλή, για να ζήσω ακόμη και να μαρτυρώ στους άλλους το ότι είδα και ότι μου συνέβη. Ε­ΚΕΙΝΟΣ, ο Κύριος και θεός πήρε ό,τι κατεστραμμένο ήταν μέσα μου, και μου έδωσε καινούργια μέ­λη υγιή· αυτό σε όλους θα το διηγούμαι, ώσπου να πεθάνω».

Ύστερα είπα στο γιατρό: «βλέπετε, πώς γελαστήκατε»; Κι εκείνος είπε: «μέσα σου δεν ήταν τί­ποτε υγιές». «Τι νομίζετε τώρα;» τον ρώτησα εγώ. Εκείνος απάντησε: «σε αναγέννησε ο Υπέρτατος». Τότε είπα: «αν πιστεύετε σ' Αυτόν, κάντε το σταυρό σας και παντρευτείτε στην Εκκλησία. Άλλα ο για­τρός κοκκίνισε, επειδή ήταν Εβραίος. Πρόσθεσα ε­πίσης: «γίνου αρεστός στον ΚΥΡΙΟ και ΘΕΟ».

"Έπειτα άφησα το νοσοκομείο και κάλεσα τον Ιερέα, πού νωρίτερα κορόιδευα και του έκαμνα ε­πιθέσεις αποκαλώντας τον χαραμοφάη. Του διηγή­θηκα όλα όσα μου συνέβησαν, εξομολογήθηκα και μετάλαβα των αγίων Μυστηρίων του Χριστού. Στη συνέχεια τον κάλεσα κι ευλόγησε το σπίτι μου, διότι ως τώρα βασίλευε ή μικρότητα, το μεθύσι, ή μάχη και ο εμπαιγμός.

Τώρα εγώ ή αμαρτωλή Κλαυδία, πού είμαι σα­ράντα χρόνων, με τη βοήθεια του θεού και της ου­ράνιας Βασίλισσας ζω χριστιανικά. Πηγαίνω τακτικά στην Εκκλησία, στο Ναό του θεού, και ο Κύριος με βοηθάει. "Έχω επισκέπτες άπ' όλα τα μέρη του κό­σμου, κι εγώ τους διηγούμαι όλα όσα μου συ­νέβησαν, ό,τι είδα και άκουσα. Με τη βοήθεια του θεού τους δέχομαι όλους και τους εξιστορώ, τι ή­μουνα πριν, ότι μου συνέβη, και για ποιο λόγο είμαι τώρα πιστή.

"Ας είναι δοξασμένος Κύριος ο θεός!, "Όλους τους συμβουλεύω, να προσέχουνε πώς ζούνε, διότι πραγματικά υπάρχει άλλος κόσμος και άλλη ζωή· ο καθένας θα δόση λόγο για τα γήινα έργα του, και ανάλογα μ' αυτά θα έχει πλήρως δίκαιη ανταμοιβή ή τιμωρία, και μάλιστα αιώνια. "Όλοι να ζείτε κατά θεόν και χριστιανικά. Αμήν!

 

Ουστγιουζίαν  Κλαυδίγια  Νικίτσισνα. 

 

 Μεταφρασμένο αττο τα ρωσικά.

 

 

 

TO ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

Η ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΕΜΠΕΙΡΕΙΑ ΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ,ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΄ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ΄

 

Εκεί στη Σκήτη της Μικρής Αγίας ΄Αννης, περί τα τέλη του 15ου αιώνα, ζήσανε δυο μεγάλοι φωστήρες και πνευματικοί Πατέρες, ο άγιος Διονύσιος ΄ο Ρήτωρ΄ και ο υποτακτικός του άγιος Μητροφάνης ο πνευματικός.

α) Ό άγιος Διονύσιος ήταν ιερομόναχος, ρήτωρ, διδάσκαλος και πνευματικός από την ιερά Μονή του Στουδίου προερχόμενος, δεν εχομε πολλά στοιχεία για την καταγωγή του, ούτε γνωρίζομε πότε ήρθε στο ΄Αγιον ΄Ορος, μόνο ξέρομε πώς ήταν νηπτικός Πα­τήρ, πλήρης χάριτος θεού, ποδηγέτης του ασκητισμού, διότι είναι σχεδόν οι πρώτοι με τον υποτακτικό του πού κατοίκησαν στην πε­ριοχή αυτή της Μικρής Άγιάννας και ότι εκοιμήθη το έτος 1606, που όμως εκοιμήθη, μας είναι άγνωστο.

β) Ό άγιος Μητροφάνης ήταν, όπως είπαμε, ενάρετος απλός και σοφός πνευματικός και επειδή στα ζοφερά χρόνια της Τουρκο­κρατίας, οι χριστιανοί σ΄ όλη την Ελλάδα υπέφεραν πολλά δεινά, από την περιφέρεια της Χαλκιδικής, κατά καιρούς οι προύχοντες, ζητούσαν από τον ΄Πρώτο΄ του Αγίου ΄Όρους να τους στείλουν ένα δυνατό, ενάρετο και διακριτικό πνευματικό έξομολόγο, για να βοηθήσει τους δοκιμαζόμενους χριστιανούς.

Ό ΄Πρώτος΄ του Αγίου ΄Ορους, πιεζόμενος συχνά από όλα σχεδόν τα χωριά της Χαλκιδικής, και μη γνωρίζων τι να κάμει, ζή­τησε τη γνώμη και συμβουλή για την προκειμένη περίπτωση του άγιου Διονυσίου του Ρήτορος, ο Όποιος ασκήτευε στο σπήλαιο του, στην έρημο του ΄Άθωνα και του Οποίου ή ασκητική μορφή και φή­μη αγίου ήταν διάχυτη σ* όλο το ΄Αγιον ΄Ορος.

Ό άγιος Διονύσιος, επειδή γνώριζε την πνευματική δύναμη, κατάρτιση και διακριτικότητα του μαθητού και συνασκητου του, αγίου Μητροφάνη, υπέδειξε στον ΄Πρώτο΄ του ΄Ορους, σαν πιο κα­τάλληλο, για τη διακονία αυτή, να στείλει τον άγιο Μητροφάνη, ο όσιος με προθυμία δέχτηκε και με τη χάρη και θεία δύναμη πού ήταν προικισμένος, από τον Πανάγαθο θεό, πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες και βοήθησε πολύ τους χριστιανούς σ1 ολόκληρη τη Χαλ­κιδική.

Κέντρο της παραμονής του, είχε τον ΄Ισβορο, πού σήμερα λέ­γεται Στρατώνι, και το ονομάζει ο άγιος Μητροφάνης ΄Χωράν με­γάλη ν΄.

Κατά το διάστημα της ιεράς αυτής αποστολής και ευαγγελι­κής περιοδείας του, ενήργησαν ο θεός΄ πολλά σημεία και θαύματα.

΄Ένα απ’ αυτά είναι και ή φοβερή Οπτασία, ενός ευλαβούς χωρικού εκεί Δημητρίου, την οποία ο ίδιος έγραψε στην καθαρεύ­ουσα, κατόπιν εντολής και προτροπής, του Γέροντος του αγίου Διονυσίου. Εδώ όμως, για να γίνει περισσότερο καταληπτή, απο­δίδεται σε ελεύθερο νόημα, περιληπτικά στην καθομιλούμενη γλώσσα:

΄Στην κωμόπολη ΄Ισδορο, κοντά στα σημερινά Μεταλλεία του Μποδοσάκη, το έτος 1520 ζούσε ευσεβής χριστιανός, με το όνομα Δημήτριος, ο όποιος εργάζονταν στα Μεταλλεία, για να συντηρεί την οικογένειά του.   Από τα μέλη της οικογένειας του, είχε απομείνει, ή γυναίκα του και ένα αγοράκι, πού στα δώδεκα του χρόνια πέθανε κι αυτό, όπως κι αλλά τρία που του είχαν πεθάνει πρωτύτερα.  

Το αγοράκι αυτό, σαν μονάκριβο πού τους είχε μείνει, επειδή ήταν πολύ φρόνιμο, συνετό και υπάκουο, το αγαπούσαν πολύ, ο πατέρας και ή μητέρα του. Άλλα ο Πανάγαθος θεός, πού έχει την εξουσία της ζωής και του θανάτου, τα κριματα του Όποιου εί­ναι ανεξιχνίαστη άβυσσος, θέλησε να πάρει πρόωρα την ψυχή του, έπεσε βαρεία άρρωστο και σε δεκαπέντε μέρες πέθανε.

Τούτο λύπησε πολύ τους γονείς του παιδιού, πού έκλαιγαν απαρηγόρητα, περισσότερο δε ο πατέρας του Δημήτριος, ο όποιος από την πολλή θλίψη έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος και δεν ήθελε ούτε να φάει ούτε να πιει τίποτε επί δεκαπέντε μέρες.

Στην κατάσταση αύτη βρισκόμενος, ο Δημήτριος, τη δέκατη πέμπτη μέρα λιποθύμησε και φαινόταν σαν να πέθανε. Τότε ή γυ­ναίκα του και ή πεθερά του, πού βρίσκονταν κι αυτή στο σπίτι τους άρχισαν τους θρήνους, οδυρμούς και αναστεναγμούς τόσο, που μα­ζεύτηκαν όλοι οι γείτονες και συγγενείς τους κι έκλαιγαν κι αυ­τοί απαρηγόρητα το θάνατο του Δημήτρη, και κατά τη συνήθεια του κόσμου, άρχισαν να ετοιμάζουν τα κόλλυβα, θυ­μιάματα, κεριά και 8,τι άλλο θεωρείται απαραίτητο για την κη­δεία και την ταφή. Εκεί όμως, που κατά την τάξη τον άλλαζαν, παρατήρησαν, πώς τα μεν άκρα —χέρια και πόδια— και όλο το κορμί ήταν νεκρωμένα και κρύα, κοντά δε στο στέρνο και την καρδιά ήταν ακόμη ζεστός και ο σφυγμός διετηρειτο πολύ αραιός κι αδύνατος, πλην όμως δεν είχε σταματήσει τελείως και γι΄ αυτό αποφάσισαν να μην τον θάψουν, αν δεν νεκρωθεί όλο το σώμα.

Πέρασαν πολλές ώρες, ήρθαν τα μεσάνυχτα και ή κατάσταση του Δημήτρη εξακολουθούσε να παραμένει ή ίδια. Τότε όλοι νύ­σταξαν κι αποσύρθηκαν λίγο ν1 αναπαυθούν.

Το πρωί της επόμενης ημέρας, ο Δημήτρης, αναστέναξε βαθιά κι ανασηκώθηκε στο κρεβάτι. Εκείνοι που τον παράστεκαν, βεβαρημένοι από τη νύστα, σαν άκουσαν τον αναστεναγμό ξύπνη­σαν και είδαν το Δημήτρη να ζωντανεύει, θαύμασαν κι χάρηκαν όλοι τους και πιο πολύ ή γυναίκα και ή πεθερά του, οι όποιες τον ρώταγαν να τους ειπεί το τι συνέβη.  Ό Δημήτρης καθιστός στο κρεβάτι, έβαλε το χέρι στο μέτωπο του κι έβλεπε κάτω, ήταν πολύ σκεφτικός, φαινόταν αφηρημένος και τρεις μέρες δεν έτρωγε, δεν έπινε και δε μίλαγε σε κανέναν.  Ή γυναίκα του, είδε από το σπίτι έξω στο δρόμο παιδιά, συνομήλικα με το δικό της, να παίζουν, θυμήθηκε το παιδί της κι άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα κ αϊ να χύνει πικρά δάκρυα. Τότε Ο Δη­μήτρης, σαν είδε τη γυναίκα του να κλαίει, έλυσε τη σιωπή του και της είπε: ΄Γιατί κλαις και κόπτεσαι γυναίκα μου χωρίς να ξέρεις τι κάνεις και τι λες; Το παιδί μας δεν πέθανε όπως νόμιζα με πριν, ούτε αφανίστηκε ούτε σάπισε στον τάφο, άλλα ζει και ει-ναι σε τόπο λαμπρό, φωτεινό, ψηλό και ωραίο, σε φως πού δε λέ­γεται, δε μοιάζει ούτε παριστάνεται με τα φώτα του κόσμου τού­του. Μακάρι ν΄ αξιωθούμε να πάμε κι εμείς στο μέρος εκείνο πού είναι τα παιδιά μας, να ζούμε κι εμείς τη μακαριά εκείνη ζωή, στην Οποία δεν υπάρχει θλίψη, πόνος και αναστεναγμός, άλλα είναι φως το αιώνιο και ζωή χωρίς αρχή και τέλος , ατελεύτητη.

Ή γυναίκα του, από τη πολλή θλίψη, δεν έδωσε προσοχή στα λόγια αυτά του συζύγου της, αλλά ή γριά μάνα της, σαν άκουσε τα λόγια αυτά, ρώτησε το γαμπρό της λέγουσα: ΄Παιδί μου, Δη­μήτρη, πώς γνωρίζεις ότι ζει το παιδί σου και βρίσκεται στη μακάρια, όπως λες, ζωή;΄ Κι ο Δημήτρης, στην πεθερά του, είπε: ΄Είδα εγώ με τα μάτια μου σε ποίοι χαρούμενο και φωτεινό τόπο βρίσκονται τα παιδιά μας!΄ ΄Πες μου, Δημήτρη, σε παρακαλώ, εξακολούθησε να λέγει με αγωνία ή γριά, εκείνα που είδες και άκουσες και μη μας κρύψεις τίποτα΄.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΗΝ ΟΠΤΑΠΑ

 ΄΄Όταν κειτόμουν στο κρεβάτι άρρωστος, σε μια στιγμή, βλέπω μπάστα μου ένα λαμπροφορεμένο άντρα, πού Έμοιαζε με αστραπή, το κάλλος και ή ομορφιά του είναι απερίγραπτη. Τα φο­ρέματα του χρυσουφαντα και ποικιλόχρωμα, ακτινοβολούσαν από λαμπρότητα, θείο φωτισμό και χάρη πού σου φέρνει ουράνια γα­λήνη και χαρά.

΄Από τη στιγμή πού τον είδα, κάθε σκέψη και νόημα, για τα πράγματα της ζωής αυτής, χάθηκαν από το μυαλό μου και τη θύ­μηση μου, και προσηλώθηκα εξ ολοκλήρου σ΄ αυτόν.

Εκεί πού ήμουν αφοσιωμένος στη θεωρία του, μου φάνηκε πώς χωρίστηκα από τα ανθρώπινα και βρέθηκα στην αγκαλιά του, με πήρε και πετάξαμε μαζί στους ουρανούς. ΄Όταν ανεβαίναμε μου φάνηκε πώς περάσαμε επτά κύκλους ουρανών. Οι κύκλοι αυτοί φαίνονταν από κάτω προς τα άνω £ως ότου τους περάσαμε όλους.

΄Ανεβαίνοντας συναντούσαμε φως με ομίχλη, όταν φτάσαμε ψηλότερα είδα φως λαμπρότερο και γη ωραία και θαυμαστή, ομα­λή και καθαρή με φώτα και παντός είδους ανθισμένα δέντρα, των Οποίων την ευωδιά και το κάλλος δεν μπορεί ανθρώπινη γλώσσα να διηγηθεί.

΄΄Όταν περάσαμε την ωραία εκείνη γη, βρεθήκαμε μπροστά σε δυο σιδερένιες και καλά σφραγισμένες πόρτες. Στην δεξιά πόρτα φύλαγαν ωραίοι λευκοφόροι νέοι και την αριστερή τη φύλαγαν άνδρες μαύροι με φοβερή όψη. Σαν φτάσαμε μπροστά στις πόρτες εκείνες, Ο συνοδός μου ΄Άγγελος, μου είπε σκύψε σύντομα και προ­σκύνησε, κι εγώ αμέσως έσκυψα και προσκύνησα. Σκυφτός καθώς ήμουνα στη γη, άκουσα ναρχεται από μακριά φωνή και να λέγει: ΄τι έφερες αυτόν εδώ; Δεν σοι ειπόν να φέρεις τούτον, αλλά τον γείτονα του Νικόλαο, αυτός δε, έχει να ζήσει ακόμη επί της γης΄.

΄Μετά από τη φωνή αυτή, ο Οδηγός μου με σήκωσε κι αμέσως με πήρε και πήγαμε κατά ανατολάς, προχωρήσαμε και βρεθήκαμε σε ανθισμένη και απέραντη πεδιάδα, με πολύ ωραία δέντρα δια­φόρων κατηγοριών.

΄Στον ίσκιο κάθε δέντρου, κάθονταν κι από ένας άνθρωπος, οι δε άνθρωποι εκείνοι ήταν όλοι μιας ηλικίας, αλλά τα πρόσωπα τους, άλλων ήσαν λαμπρά και ωραία κι ακτινοβολούσαν από χαρά, όλων τα πρόσωπα ήσαν στυγνά και λίγο μαύρα, και άλλων κα­τάμαυρα και σκοτεινά, κι 0 καθένας άπ' αυτούς είχε φανερά τα σημεία των πράξεων τους, είτε καλά είτε κακά, κι άπ' αυτά φαί­νονταν καθαρά σε όλους τα έργα πού κάνανε στη ζωή αύτη, κι γνώριζε ο ένας τον άλλον.

΄΄Όταν διαβαίναμε την ωραία εκείνη πεδιάδα, κοίταζα δεξιά κι αριστερά, είδα πολλούς, πού τους γνώριζα στη ζωή αυτή και οι όποιοι έχουν πεθάνει από πολύν καιρό. Επίσης γνώρισα πολλές γυναίκες. Είδα κει και μια γνωστή γυναίκα πόρνη, πού από την εξωτερική εμφάνιση διακρινόταν ή ζωή της πού έκανε δω στη γη. Είδα κι άλλους πολλούς κακοποιούς, που στη ζωή αύτη είχαν καταδικαστεί σε κρεμάλα, κι άλλους πού έκαναν διάφορες αμαρ­τίες, να χουν φανερά τα σημεία των κακών πράξεων τους, όπως διακρίνονταν και τα καλά έργα. Είδα επίσης και πολλούς φίλους και συγγενείς μας να βρίσκονται στον τόπο εκείνον.

΄Κει πού βαδίζαμε, με το συνοδό μου ΄Άγγελο, στην ωραία κι ανθοστολισμένη εκείνη πεδιάδα, καθώς παρατηρούσα τα ωραία τοπία, τα δροσερά λιβάδια, τα πανύψηλα δέντρα, κι άλλα ωραία και απερίγραπτα πράγματα, είδα να κάθονται τέσσερα Λάμπρο-φορεμένα παιδάκια πολύ όμορφα πού λάμπα σαν τον ήλιο. Στάθηκα και θαύμαζα τα ωραία εκείνα μέρη και κοίταζα αχόρταγα τα όμορφα εκείνα παιδάκια. Ό συνοδός μου ΄Άγγελος τότε μου είπε: ΄Αδελφέ, γνωρίζεις αυτά τα ωραία παιδάκια; Μήπως ξέρεις τίνος είναι;΄ Τότε πήγα πιο κοντά, κοίταξα με προσοχή και είδα ότι τα παιδιά εκείνα ήταν τα δικά μας. Είδα τα τρία πού μας είχαν από χρόνια πεθάνει και το τελευταίο δωδεκάχρονο να το έχουν στη μέση. Στον ΄Άγγελο είπα: ΄Ναι, κύριε μου, πολύ καλά τα γνω­ρίζω, είναι τα παιδιά τα δικά μου΄. Ή χαρά μου ήταν απερίγρα­πτη πού γνώρισα και είδα τα παιδιά μας να είναι σε τόση χαρά δόξα και λαμπρότητα. Παρακάλεσα τον οδηγό μου ΄Άγγελο, να μου επιτρέψει να μείνω κι εγώ εκεί κοντά στα παιδιά μου για πάν­τα, να αισθάνομαι τη χαρά τους και να μην τα αποχωριστώ ποτέ! Κι ο ΄Άγγελος μου αποκρίθηκε πώς δεν ήρθε ακόμη ο καιρός για να μείνεις κι εσύ εδώ και με πήρε αμέσως από τον τόπο εκείνον.

΄΄Όταν φεύγαμε, από την ωραία εκείνη πεδιάδα με το ευώδη άνθη, τον ουράνιο φωτισμό και την αιώνια λαμπρότητα, ρώτησα το συνοδό μου: ΄Κύριε μου, τούτος ο ωραίος τόπος, είναι ο λεγό­μενος Παράδεισος του θεού ή βασιλεία των ουρανών;΄ Εκείνος είπε: ΄Αυτός ο τόπος, ούτε ο Παράδεισος, ούτε ή βασιλεία των ου­ρανών είναι, αλλά είναι αυτό που λέγει ή αγία Γραφή, ή γη των ΄Πραέων΄ και ο τόπος της αναπαύσεως των ψυχών των δικαίων και ορθοδόξων χριστιανών, τον οποίον ώρισεν ο Πανάγαθος θεός, να αναπαύονται οι ψυχές ως την ήμερα της ΄Δευτέρας του Χρίστου παρουσίας΄, του Κυρίου ημών 'Ιησού Χρίστου, του Δίκαιου Κριτή, πού θα 'ρθει να κρίνει τον κόσμο και να αποδώσει στον καθένα κα­τά τις πράξεις και τα έργα πού έχει κάνει. Ή δε βασιλεία των ου­ρανών και τα αιώνια αγαθά, πού θα απολαύσουν οι Δίκαιοι, όπως και τα αιώνια κολαστήρια και οι τιμωρίες πού είναι γι1 αυτούς, πού δεν πίστεψαν στο Χριστό και τους αμετανόητους αμαρτωλούς, είναι εκεί πού είδες τις δυο κλεισμένες και σφραγισμένες πόρτες, τη χρυσή και λαμπρή πόρτα, πού Οδηγεί στη βασιλεία του θεού

και τη σιδερένια και φλογερή, πού οδηγεί στην Κόλαση, πού είναι φτιαγμένη για τους δαίμονες και τα όργανα τους, πού είναι- όλοι οι κακοί και αμετανόητοι άνθρωποι΄.

΄Τότε ρώτησα τον ΄Άγγελο: ΄Τώρα, Κύριε μου, ποίοι είναι στη βασιλεία των ουρανών, και ποίοι είναι στην Κόλαση;΄ Κι εκείνος μου απεκκριθεί : ΄Τώρα κανένας δεν έχει πάει στη Βασιλεία των ουρανών, ούτε στην Κόλαση, αλλά οι μεν Δίκαιοι απολαμβάνουν μέ­ρος από τα αιώνια αγαθά, στο διορισμένο από το θεό τόπο και οι αμαρτωλοί πάλι, μέρος από τις τιμωρίες υφίστανται, και όπως εί­παμε, οι Δίκαιοι και οι Αμαρτωλοί την τέλεια απολαβή των αιω­νίων αγαθών ή των αιωνίων τιμωριών θα πάρουν μετά την Δεύτε­ρη ένδοξη του Κυρίου Παρουσία, πού θα γίνει τότε, ή αιώνια πλη­ρωμή ή αιώνια καταδίκη.

΄Οι ψυχές όμως των μεγάλων Αγίων, εξακολούθησε να μου λέγει ο οδηγός μου, από τώρα βρίσκονται σε πολύ ψηλότερο, ω­ραιότερο και φωτεινότερο τόπο από τούτον εδώ, εκεί πού είναι με­γάλο και πολύ λαμπρότερο φως, από το όποιο φως, έρχονται εδώ οι ακτίνες και λαμπηδόνες, πού φωτίζουν τον τόπο τούτον΄.

΄΄Όταν είπε αυτά, ο οδηγός μου ΄Άγγελος, ξεκινήσαμε να πά­με κατά το Νοτιά, βγήκαμε από το φωτεινό και λαμπρό εκείνο μέ­ρος και φτάσαμε σε σκοτεινό και καλυμμένο από μούχλα και σα­πίλα τόπο, από τον όποιον έβγαινε πολύ βρώμα και δυσωδία. Εκεί είδαμε πολύ πλήθος ανθρώπων, πού είχανε ηλιοκαμένοι και πολύ λυπημένη όψη. Ρώτησα, τι άνθρωποι είναι αυτοί πού βρίσκον­ται εδώ μέσα; Κι αυτός μου είπε: ΄Αυτοί πού βλέπεις εδώ, είναι οι Εβραίοι πού δεν πίστεψαν στο Δεσπότη Χριστό΄.

΄Προχωρήσαμε πιο πέρα. Εκεί βρήκαμε πιο σκοτεινό και βρωμερότερο μέρος, είχε μέσα κι αυτό πλήθος πολύ λάου, πού φαίνονταν σαν μικροί άνθρωπίσκοι, σαν μικρά παιδιά και σκουλήκια, πού κυλιόντουσαν μέσα σε λάσπη από κοπριά. Ρώτησα τον οδηγό μου γι αυτούς και μου είπε, πώς αυτοί είναι οι Τούρκοι και άπιστοι ΄Αγαρηνοί, και όλοι οι αιρετικοί και κακόδοξοι άνθρωποι. Εκεί γνώρισα και πολλούς από τους Αθίγγανους —Γύφτους— πού τους ήξερα από τη ζωή αυτή κι είχανε τα πρόσωπα τους πολύ με­λανά.

΄΄Όταν βγήκαμε άπ' εκεί, γυρίσαμε κι άλλους τέτοιους σκο­τεινούς και βρωμερούς τόπους, γεμάτους από ανθρώπους κάθε θρησκείας, κάθε αιρέσεως, άθεους, ειδωλολάτρες και λαούς αού διάφορα έθνη. Σε ερώτηση μου αν αυτή είναι ή Κόλαση, ο Οδηγός μου είπε : ΄Όπως και πρωτύτερα σου είπα αυτά πού είδες, δεν είναι ούτε ή Κόλαση, ούτε ο Παράδεισος, αλλά όλα αυτά είναι προσωρι­νά μέχρι τη δεύτερη του Χρίστου Παρουσία. Πρέπει να ξέρεις και τούτο, πώς ή Κόλαση είναι μία, άλλα τα βάσανα και οι τιμωρίες εί­ναι πολλές και διάφορες, όπως και ή Βασιλεία των ουρανών είναι μία, αλλά έχει κι αυτή διαφορά στις κατοικίες και τις απολαύσεις για τους Δικαίους, ανάλογα με τις αρετές και την προσφορά της θυσίας του καθενός στη ζωή τούτη, όπως λέγει κι ο Δεσπότης Χρι­στός στο Ιερό ευαγγέλιο Του: ΄Εν τη οικία του1 πατρός μου μοναί πολλαί εισιν΄ (΄Ιωάν. ΙΔ' 2).

΄Εκεί πού ο οδηγός μου έλεγε αυτά, άκουσα άρχεται από κάτω βαθιά τρομακτική και βροντερή φωνή βρυχώμενου δράκον­τα και αγρίου θεριού, και να βγαίνει βρώμα και δυσωδία ανυπό­φορη. Από τη φωνή αυτή τραβήχτηκα και τρόμαξα τόσο, πού προ­σπάθησα να κρυφτώ στην αγκαλιά του φύλακα συνόδου μου και τρέμων από το φόβο μου, τον ρώτησα; ΄Τί φωνή είναι αυτή, Κύριε μου και ή πολλή αυτή βρώμα πουθε έρχεται;΄ Και κείνος μου είπε: ΄Αυτός πού φωνάζει και βρυχιέται είναι ο παμφάγος ΄Άδης, ο όποιος δέχεται όλους τους άπιστους και περιφρονητές αμαρτω­λούς κατ΄ εξακολούθηση, πού δεν πίστεψαν στο Χριστό και δε μετανοήσαν ποτέ για ότι κακό έκαναν ατή ζωή τους. ΄Οποίος απ΄ αυτούς πεθάνει, περνάει από τον ΄Άδη, ο όποιος τους ξερνάει, στους τόπους της καταδίκης πού είδες και δε χορταίνει ποτέ΄.

΄Αμέσως άκουσα άλλη φωνή ποϋρχονταν από ψηλά και έλεγε: ΄Τι φωνάζεις, τι κλαις και στενοχωριέσαι; Περίμενε λίγο και θα χορτάσεις από ανάξιους ιερείς, αρχιερείς, επίσκοπους και μοναχούς, δόκιμους και χριστιανούς αμελείς και περιφρονητές στην καλοσύνη και πρόθυμους για το κακά΄.

΄Και κει πού ή φοβερή αυτή φωνή σφύριζε ακόμη στα αυτιά μου, βρέθηκα αμέσως στο σπίτι μου, είδα το σώμα μου νεκρό, άσχημο και παγωμένο, δεν ήθελα να μπω μέσα σ' αυτό, αλλά ο οδηγάς μου μ΄ έβαλε με το ζόρι χωρίς να θέλω να μπω μέσα, κι αι­σθάνθηκα δριμύ πόνο και να σαλεύουν όλα τα νεύρα, οι αρθρώσεις και τα κοκάλα΄.

       Ή γυναίκα του Δημήτρη και ή πεθερά του( άμα άκουσαν αυ­τά, έμειναν κατάπληκτες και διηγούμενες αυτά, άπα στόμα σε στό­μα διαδόθηκαν όχι μόνο στον ΄Ισβορο, αλλά και σ' όλη τη Χαλκι­δική. Τούτο έφτασε και στα αυτιά του αγίου Μητροφάνη, ο όποιος πήγε στο σπίτι του Δημήτρη, από τον όποιον βεβαιώθηκε για την αλήθεια της θείας αυτής οπτασίας, την οποίαν ο Δημήτρης επανέλαβε και διηγήθηκε στον ΄Άγιο δυο και τρεις φορές, ακριβώς όπως μας την περιέγραψαν ο ίδιος, ο άγιος Μητροφάνης.

  Ή οπτασία αυτή του Δημήτρη, βεβαιώθηκε κι από το γεγονός, πού ακολούθησε, γιατί όταν άκουσε τη θεία εκείνη φωνή, πού λέ­γε στον οδηγό του ΄Άγγελο; ΄Δεν σου ειπόν να φέρεις αυτόν, αλ­λά το γείτονα του Νικόλαο΄, τούτο πραγματοποιήθηκε, γιατί δυο μέρες μετά την οπτασία, πού είδε ο Δημήτρης, ο γείτονας του Νι­κόλαος καίτοι ήταν πολύ καλά στην υγεία του, ξάφνου χωρίς αχεί καμιά αρρώστια πέθανε και τις ετοιμασίες πού είχαν για την κηδεία του Δημήτρη, τις χρησιμοποίησαν για την ταφή του Νικολάου.

Μερικοί αρχιερείς και ιερείς, από φθόνο του διαβόλου, κινή­θηκαν να διασύρουν την Οπτασία αυτή σαν ψεύτικη, προσπάθησαν να σπείρουν απιστία και αμφιβολία, με τη δικαιολογία, ότι, ή φω­νή πού άκουσε, ο Δημήτρης, άνωθεν να λέγει στον ΄Άδη, έτι θα χορτάσει από αρχιερείς, ιερείς και μοναχούς αμελείς και ράθυ­μους, προς τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα τους και ότι δεν θα έπρεπε να λέγει γι1 αυτούς, αλλά να έλεγε, πώς θα γεμίσει από άπιστους, ασεβείς και αμαρτωλούς, αν ήταν αληθινή!

Ταλαίπωροι άνθρωποι, σ΄ οποία τάξη κι αν ανήκετε, οποίο βαθμό και αξίωμα φέρετε, γιατί ΄προφασίζεστε προφάσεις εν αμαρτίαις΄; ΄Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία, ίνα τι αγα­πάτε ματαιότητα και ζητείτε ψευδός;΄ ΄Πώς θέλετε ο καθένας σας να δικαιολογείστε και να κρύβεστε πίσω από το δάκτυλο σας΄; Αυτά είπε προς αυτούς, ο άγιος Μητροφάνης, και επιπροσθέτως έλεγε: ΄Αδελφοί, εμείς οι κληρικοί, πού ταχθήκαμε να υπηρετού­με την Κύριο, να γνωρίζουμε καλά, πώς πρέπει να είμαστε τύπος και υπόδειγμα ενάρετης ζωής, να είμαστε φως και Οδηγοί στους ανθρώπους, όπως λέγει και ο Κύριος μας: ΄Υμείς εσταί το φως του κόσμου, υμείς εσταί το άλας της γης΄ (Μάτι. Ε' 13, 14) και ως τοι­ούτοι θα πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις να χύνομε περισσότερο φως και όχι να συσκοτίζομε πιο πολύ τα απλά και θεια αυτά πράγ­ματα, πού ο θεός αποκαλύπτει στους πιστούς, για να διορθωθού­με και να διορθώσουμε και τον κόσμο, πού έχει σκοτάδι και ά­γνοια μεγάλη, του θείου νόμου και των εντολών του θεού. ΄Αντί, με τα καλά μας λόγια, με τα καλά μας έργα και την καθαρή πο­λιτεία της ζωής μας να γινόμαστε το καλό παράδειγμα, να φανοί> με άξιοι εργάτες της κλήσεως μας και καλοί οικονόμοι να μεταδίδουμε τη χάρη, πού από το θεό μας δόθηκε, εμείς γινόμαστε προσκόμματα του κάλου, αιτία σκανδάλου και κακό παράδειγμα,

στους πιστούς με την απιστία και την αμφιβολία πού μεταδίδουμε στον πιστό και απλό λαό και με τον τρόπο αυτόν βλάπτουμε τις ψυχές τους, για τις όποιες, ο Χριστός, επάνω στο Σταυρό, θυσιά­στηκε και παρέδωσε την ψυχή του λύτρον αντί πολλών΄. Αντί να προσπαθούμε με κάθε τρόπο να ωφελήσομε τον πλησίον μας, εμείς με κάθε τρόπο τον βλάπτομε, με το να λέμε-και να διαδίδομε πώς οι Οπτασίες αυτές και αποκαλύψεις, οι όποιες μας φέρνουν σε αί­σθηση, σε φόβο θεού, σε μετάνοια και επίγνωση του εαυτού μας, να λέμε δεν είναι αληθινές; Δεν είναι πραγματικές; Μήπως γιατί αποκαλύπτουν τα κακά έργα του καθενός; Και φανερώνουν τις τι­μωρίες που μας περιμένουν; ΄Η την δίκαιη αντιμισθία και ανταμοι­βή πού θα λάβουν από τον Δίκαιο Κριτή εκείνοι πού εργάστηκαν το καλό και την αρετή; Πρέπει να ξέρουμε πώς οποίοι κι αν είναι αυτοί, απλοί άνθρωποι, ή ιερείς, αρχιερείς, Πατριάρχες, Βασιλείς, Στρατηγοί ή Στρατιώτες, όλοι όμοια και δίκαια θα κριθούν, από τον απροσωπόληπτο Κριτή, το θεό. Και συνέχισε ο άγιος Μητρο­φάνης, να διδάσκει και να λέγει στο λαό: ΄΄Ας ξυπνήσομε, αδελ­φοί, ας έλθομε στον εαυτό μας όσον είναι ακόμη καιρός, γιατί το κουδούνι του κινδύνου, για τον καθένα μας, κάθε λίγο κτυπάει, δεν ξέρουμε πότε το τέλος και σε μας θα έλθει. ΄Ας προσπαθήσουμε να μιμηθούμε τους καλούς ιερείς, αρχιερείς, μοναχούς και όλους εκείνους τους καλούς χριστιανούς, οι όποιοι εργάζονται το καλό, την αρετή και τη δικαιοσύνη, για να γίνουμε κι εμείς φώτα σωστικά, παραδείγματα αρετής και καλοσύνης στους πιστούς α­δελφούς μας, 6πως μας παραγγέλλει ο Κύριος λέγων: ΄Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως εϊδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ούρανοις΄ (Ματθ. Ε' 16) για να λάβομε κι εμείς τη δίκαιη ανταμοιβή και να ζήσομε αιώνια με το θεού στη βασιλεία των ουρανών. Αμήν΄.

΄Άγνωστο επίσης σε μας είναι, που κοιμήθηκαν οι άγιοι Πα­τέρες αυτοί, Διονύσιος ο ρήτωρ και Μητροφάνης και μέχρι σήμερα δε βρέθηκαν τα αγία Λείψανα τους.

Επί των ήμερων μας το έτος 1956, ο ευλαβέστατος υμνο­γράφος της Μεγάλης του Χρίστου Εκκλησίας Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, με την επίσης ευλαβέστατη συνοδεία του, με πολλούς κόπους και πόνους, κατόπιν εμφανίσεως και αποκαλύψεως των αγίων αυτών, κατόρθωσε να καθαρίσει το σπήλαιο εν­τός του οποίου έφτιαξε ωραία εκκλησία στο όνομα τους εκεί πού πέρασαν οι όσιοι Διονύσιος και Μητροφάνης την ασκητική ζωή

 

 

 Ο  ΤΕΛΩΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.  

 ΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΤΡΙΑ ΒΑΣΙΚΑ ΤΕΛΩΝΙΑ

 

Περιλαμβάνει  Φοβερή οπτασία για τα δαιμονικά τελώνια, τα οποία συναντά ή ψυχή, όταν βγαίνει από το σώμα και ανεβαίνει να κριθή, από το θεάνθρωπο Χριστό μας.

 

Επίσης, περί ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ και Κολάσεως και περί ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ.

(Ιερόν Ησυχαστήριον Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου Άγιων Νεομαρτύρων Ακυλίνης, Κυραννης)

 

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Το φυλλάδιο αυτό με τίτ­λο Ο τελωνισμός των ψυχών κατά την ώρα του θανάτου είναι παρμένο από την περίληψη του βιβλίου Στόμα θανάτου πού βρίσκεται σε χειρόγραφους κώδι­κες στην Ιερά Μονή Κωσταμονίτου, και κατ' άλλους, στη Σκήτη της Αγίας Αννης του Αγίου 'Όρους.  Παλαιότερα, λόγω εκτυπωτικών δυσκολιών, κυκλο­φορούσαν μόνο εικονογραφίες από τον τελωνισμό των ψυχών. Από τότε όμως, πού Αγιορείτες Πατέρες, εξέδω­σαν το βιβλίο Στόμα θανάτου, άρχισαν κατά καιρούς να εκδίδονται, από φιλοχριστους ευλαβείς Χριστιανούς, φυλλάδια για ψυχική ωφέλεια των πιστών, για Μετάνοια και διόρθωση επιγείου ζωής.  Ένα από τα φυλλάδια αυτά είναι και το παρόν, του σοφότατου Γρήγορου Μοναχού, ο οποίος υπήρξε Μα­θητής του Αγίου Βασιλείου του νέου. Επιμεληθήκαμε το φυλλάδιο, σε γλώσσα απλή, καθομιλουμένη και κατα­νοητή για όλους τους Χριστιανούς, για να γνωρίζουν τι γίνεται την ώρα τον θανάτου.   Στο δεύτερο μέρος του παρόντος, υπάρχει μια καταπληκτική αποκάλυψη από Άγγελο του θεού, στον Αββά Μακάριο και αναφέρεται στα απόκρυφα και  άρρητα Μυστήρια Περί των Μνημοσυνών και των Κεκοιμημένων.

Ευχόμαστε, ο Κύριος του Ουρανού και της γης, δια Πρεσβειών της Πανάχραντου Αυτού Μητρός, της Ύπεραγίας ημών Θεοτόκου, ενθαρρύνει και ενδυναμώνει την πίστη και τη διάθεση μας, για πλήρη κατανόηση και αποδοχή όλων όσων αναφέρονται στο παρόν φυλλάδιο, με την ελπίδα να φέρει και ωφέλεια για σωτηρία των ψυ­χών μας, ώστε να βάλουμε αρχή για μια νέα εν Χριστώ ζωή, με τα Αγια και Σωτήρια Μυστήρια της Εκκλησίας μας, με πίστη και ειλικρινή Μετάνοια, κοντά σ' έναν Πνευματικό Οδηγό-Εξομολόγο, σαν χειραγωγό και Μεσίτη προς το θεό και ας μη βρίσκουμε προφάσεις εν αμαρτίαις.

Πρέπει να ξέρουμε ότι όσα αμαρτήματα εξομολογούμαστε, δε θα μπορούν οι πονηροί δαίμονες να γνωρίζουν και να τα  αποκαλύπτουν την ευλογημένη ημέρα της εξόδου της ψυχής από το σώμα μας.

Επιτρέψτε μου να αναφέρω στην αγάπη σας και μια προσωπική εμπειρία σχετική με τα θέμα του φυλλαδίου.

Όταν ήμουν παιδάκι, ή ευσεβής μητέρα μου, εκτός από τις συμβουλές πού μου έδινε, να έχω στην ψυχή μου το Φόβο του θεού, να Εκκλησιάζομαι, να Εξομολογού­μαι, να Κοινωνώ των Άχραντων Μυστηρίων και να ζω ενάρετη ζωή, μας έλεγε και πολλές εμπειρίες της από τη ζωή, για πνευματικά θέματα. Μια απ' αυτές είναι και ή πιο κάτω την οποία, εν συντομία θα σας αφηγηθώ.

Στη γειτονιά του πατρικού μας σπιτιού, ζούσε μια γυναίκα με σύζυγο και παιδία και σύχναζε κάπου στο σπίτι μας. Πολλές φορές άνοιγε την καρδιά της στη μητέρα μου αλλά και στις γειτόνισσες και τις έλεγε τα προβλήματα και τα αμαρτήματα της. Ή γυναίκα αύτη δε ζούσε Εκκλησιαστική και Μυστηριακή ζωή, κοίταζε μόνο τα του σπιτιού της. Κάποια στιγμή όμως, έφτασε και ή ώρα του θανάτου και άρχισε να ψυχορραγεί. Ή μητέρα μου παρούσα στο σπίτι της για να σνμπαρασταθή τους οικείους. Το θέαμα φρικτό. Ή ψυχή δεν έβγαινε και ή γυναίκα συνεχώς παρακαλούσε απελπισμένα και  φώναζε: πάρτε τα σκυλιά από την αγκαλιά μου, διώξτε τα σκυλιά και  συνεχώς επαναλάμβανε το ίδιο μέχρι που βγήκε ή ψυχή της, μετά από μεγάλη ταλαιπωρία. Εμείς βέβαια δε βλέπαμε σκυλιά, έλεγε ή μητέρα μου.  Πιστεύω να καταλάβατε αδελφοί μου, γιατί είχε τόσο δύσκολο θάνατο και ή ψυχή δεν έβγαινε, με παρόντες τους δαίμονες. Γιατί ποτέ δεν είχε Εξομολογηθεί και δε ζούσε Εκκλησιαστική και Μυστηριακή ζωή, ήταν δε φορτωμένη με πολλές και θανάσιμες αμαρτίες, ιδιαίτερα με εκτρώσεις, σκότωνε τα παιδία πού της χάριζε ο θεός, όπως ή ίδια ομολογούσε στις γειτόνισσες. Θεωρήσαμε καλό να γράψουμε την επίκαιρη αύτη περίπτωση γιατί έχει σχέση με την αφήγηση του Μοναχού Γρηγορίου την οποία θα διαβάσετε στην συνέχεια. Αγαπητοί Πατέρες και αδελφοί. Δεχθείτε, παρακαλώ, το παρόν φυλλάδιο με Πίστη και Ταπείνωση και προ πάντων μην πάρετε στ' αστεία το Σωτήριο Όραμα του Γρηγορίου Μοναχού. Να μην α­φήνουμε τη Μετάνοια και τη Σωτηρία μας για την τε­λευταία ώρα της ζωής μας, και να μην ξεχνούμε ότι, μετά θάνατον ουκ εστί μετάνοια. Να αγαπήσουμε μετά από το θεό, την Ψυχή μας και τη Σωτηρία μας, περισσότερο απ' όλα, στη γη και στον ουρανό και τότε να εί­στε σίγουροι ότι εκπληρώσαμε την αποστολή μας, εδώ στην γη σαν Εικόνες του θεού πλασθέντες, γιατί έτσι κερδίσαμε και το καθ' ομοίωσιν, πού είναι ο αγιασμός και ή κατά χάριν θέωσις του ανθρώπου.

Εύχεσθε υπέρ του αναξίου δούλου του θεού  Μιχαήλ ιερέως  Πνευματικού

 

ΔΙΗΓΗΣΙΣ

Της θεωρίας την οποίαν έγραψα, εγώ ο ταπεινός Γρηγόριος και Μαθητής του αγίου Βασιλείου του νέου.  Ο Αγιότατος Πατέρας μας Βασίλειος έζησε τον καιρό του Βασιλέως Λέοντος του Σοφού. Κατοικούσε κοντά στην Κωνσταντινούπολη και επειδή είχε πεθάνει ο Γέροντας μου, ζητούσα Πνευματικό Πατέρα, να με Οδηγεί στα Ουράνια.  Ο θεός, πού κάνει το θέλημα των φοβούμενων Αυτόν, μου φανέρωσε τον Αγιώτατο αυτόν Γέροντα και σύ­χναζα κοντά του, καθώς και άλλοι πολλοί και μας Δίδα­σκε, Ήταν και  κάποια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα, καλόγνωμη και διακονούσε πολύ τον Άγιο, και ο Άγιος είχε πολλή συμπάθεια στην ηλικιωμένη αυτή γυναίκα, γιατί ήταν ευλαβής και θυσιάζονταν για την αγάπη του Χρί­στου. Αύτη λοιπόν, ή τίμια γερόντισσα Θεοδώρα, πέθανε μετά από λίγα χρόνια και όλοι οι μαθηταί του Αγίου λυ­πήθηκαν, μάλιστα εγώ ο Γρηγόριος πιο πολύ, γιατί πο­λύ με αγαπούσε.

Ενοχλούμενος πολλές φορές από το λογισμού έλεγα, άραγε σώθηκε ή Θεοδώρα; Ρωτούσα το Γέροντα πολλές φορές, να μάθω κάτι για τη Θεοδώρα και δε μου απα­ντούσε. Εγώ όμως, βασανιζόμενος συνεχεία από τέτοιους λογισμούς, δεν έπαυα να τον ρωτώ και να τον ενοχλώ για τη Θεοδώρα.    Μια μέρα, χαμογελώντας μου λέγει: θέλεις τεκνών, να Ίδης τη Θεοδώρα; Εγώ του είπα: Και πώς είναι δυνατόν Πάτερ μου να δω τη Θεοδώρα, ή οποία προ πολλού πέθανε και βρίσκεται στην άλλη ζωή; Ο Άγιος μου είπε: Αυτό το βράδυ θα δης τη Θεοδώρα. Εγώ απορούσα σκεφτόμενος, που και πώς θα την δω, και αφού έβαλα μετάνοια, ασπάσθηκα το δεξί του χέρι και αναχώρησα, συλλογιζόμενος τους λόγους του Γέροντα.

Τη νύχτα λοιπόν, ενώ κοιμόμουν, βλέπω ένα νέο και μου λέει: Σήκω και έλα κοντά στο Γέροντα σου, για να ποτέ μαζί να δήτε τη Θεοδώρα. Εγώ όταν άκουσα αυτό, μου φάνηκε πώς αμέσως σηκώθηκα και πήγα στο κελί του Αγίου, όμως δεν τον βρήκα και αφού ρώτησα, μου είπαν ότι πηγαίνει να δη την υποτακτική του Θεο­δώρα. Όταν άκουσα αυτό, λυπήθηκα πού δεν τον πρόφθασα ένας άνθρωπος όμως μου έδειξε το δρόμο και μου είπε: Τρέξε και θα προφθάσεις το Γέροντα σου.

Εγώ έτρεχα και μου φαινόταν πώς πήγαινα στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Ξαφνικά βρέθηκα σ' ένα πολύ στενό και ανηφορικό μέρος. Ανεβαίνοντας με πολύ κόπο και φόβο, έφτασα σε μια ωραία πόρτα κλεισμένη, κοίταξα από μία χαραμάδα μήπως δω κανέναν και τον παρακαλέσω να μου ανοίξη. Βλέπω δύο γυναίκες, πού καθόταν και συνομιλούσαν τότε είπα στη μία: Κυρα, τί­νος είναι αυτό το ωραίο παλάτι; Και αυτή μου είπε: Του Οσίου Πατρός μας Βασιλείου, και πριν από λίγη ώ­ρα ήρθε και επισκέφθηκε τα πνευματικά του τεκνά.

Εγώ μόλις άκουσα αυτό, χάρηκα παρά πολύ και  την παρακαλούσα να μου ανοίξη να μπω μέσα γιατί και εγώ πνευματικό του παιδί είμαι. Της είπα, ότι πολλές φορές ήρθα εδώ με το Γέροντα μας. Και εκείνη μου είπε: Εσύ δεν ξανάρθες εδώ και ούτε σε γνωρίζουμε, γι’ αυτό φύγε από εδώ χωρίς την άδεια της κυρίας Θεοδώρας δεν εί­ναι δυνατόν να έρθει κανείς εδώ. Αυτά τα παλάτια είναι του Όσιου Πατρός Βασιλείου και τα χάρισε στην υπο­τακτική του Θεοδώρα και χωρίς την άδεια της, δεν είναι δυνατόν να έρθει κανείς εδώ. Εγώ μόλις άκουσα για τη Θεοδώρα, πήρα θάρρος και άρχισα να χτυπώ και να φωνάζω. Ή Θεοδώρα όταν άκουσε τις φωνές, πλησίασε στην πόρτα, για να δη ποιος ήταν πού χτυπούσε και φώ­ναζε.

Μόλις με είδε, αμέσως λέει στις γυναίκες: Ανοίξτε γρήγορα, γιατί αυτός είναι ο κύριος Γρήγορος ο αγαπημένος γιος του Πατρός μας. Οι γυναίκες άνοιξαν τις πόρτες και μπήκα. Τότε έτρεξε ή Θεοδώρα με αγκάλιασε χαρούμενη λέγοντας: Κύριε Γρηγόριε, ποιος σε έφερε ε­δώ; Μήπως πέθανες και αξιώθηκες να έρθεις στο καλορίζικο αυτό μέρος και στην αιώνια ζωή; Εγώ απορούσα και δεν ήξερα τι να πω, γιατί δεν μου φαινόταν δράμα, αλλά πραγματικότητα. Λοιπόν της είπα: Κυρία και  μητέρα μου δεν πέθανα, αλλά βρίσκομαι ακόμη στην πρόσκαιρη ζωή, πλην όμως με την ευχή και  βοήθεια του Πατρός μας έφθασα εδώ να σε δω και να μάθω σε ποια κατάσταση και σε ποιο μέρος βρίσκεσαι. Πώς υπέμεινες τη βία του θανάτου; Πώς πέρασες τα πονηρά δαιμόνια του αέρος; Και πώς ξέφυγες από τις πανουργίες τους. Γιατί ξέρω καλά, έτι σε λίγο, στο τέλος της ζωής μου, θα περάσω και εγώ αυτά.

Εκείνη μου απάντησε: ’Ω παιδί μου, αγαπημένε Γρηγόριε, πώς να σου διηγηθώ τον κίνδυνο και το φόβο πού υπέμεινα όταν ήταν να χωριστή ή ψυχή μου από το σώμα; Πώς να σου εξηγήσω τους πόνους και τις στενα­χώριες πού υπέφερα μέχρι να χωριστή ή ψυχή μου από το σώμα; Τους πόνους αυτούς τους παρομοιάζω, σαν ο ζωντανός να ριχτή μέσα στη φωτιά γυμνός και  να κατα­καίεται και  να σπαράσσεται από τους πόνους και λίγο-λίγο να λιώνει, μέχρις ότου αναχώρηση ή ψυχή από το σώμα. Τόσο πικρός παιδί μου είναι ο θάνατος, πολύ περισσότερο του αμαρτωλού όπως ο δικός μου. Για τους δικαίους δεν ξέρω παιδί μου, τι είδους είναι, γιατί εγώ ή ταλαίπωρη ήμουν αμαρτωλή. Όταν ψυχομαχούσα, έβλεπα γύρω-γύρω από το κρεβάτι μου, να στέκονται πολ­λοί μαύροι και άσχημοι, οι οποίοι ανακατεύονταν και ταράσσονταν, έτριζαν τα δόντια τους εναντίον μου και γάβγιζαν σαν σκύλοι και λύκοι και έβγαζαν διάφορων ζώων φωνές, βροντώντας, λυσσώντας και μουγκρίζοντας σαν βόδια, στρέφοντας τα αγρία βλέμματα και σκοτεινά πρόσωπα τους και με φοβέριζαν, των οποίων και μόνη ή εμφάνιση, ήταν δραματικότερη από κάθε κόλαση και όχι μόνον αυτά, αλλά το χειρότερο ήταν, πού δε μπορού­σα να ξεφύγω από το να τους βλέπω. Ενώ γύριζα τα μάτια μου, πότε απ' εδώ, πότε απ’ εκεί, για να μην τους βλέπω, ήταν όμως αδύνατο να ξεφύγω την όψη τους και τις φωνές τους. Διότι οπού και αν γυρνούσα τα μάτια μου, τους έβλεπα. Ενώ αυτά πάθαινα και στεναχωριόμουν, ξαφνικά βλέπω, δυο πολύ λαμπρούς νέους χαρού­μενους με χρυσά μαλλιά και έλαμπαν σαν την ήλιο, ντυμένοι με φορέματα πού άστραφταν.  

Οι νέοι αυτοί, στάθηκαν στο δεξί μέρος του κρεβατιού μου και μιλούσαν μυστικά. Ένας από αυτούς τους ωραίους νέους, άρχισε να φοβερίζει με αυστηρή, αλλά πολύ γλυκιά φωνή, εκείνους τους μαύρους, λέγοντας προς αυτούς: Άδικοι και βρωμεροί, πονηροί δαίμονες, για ποιο λόγο φθάνετε την ώρα του θανάτου στους αν­θρώπους; Γιατί τους ταράσσετε και τους συγχύζεται με τις φλυαρίες σας και τις άγριες φωνές σας; Ω κακοί και αγριοπρόσωποι, μη χαίρεστε πολύ, γιατί εδώ δεν έχετε καμία δικαιοδοσία, μόνον όπως ήρθατε, έτσι και θα φύ­γετε καταντροπιασμένοι. Αυτά και αλλά παρόμοια έλεγε εκείνος ο λαμπρότατος νέος με γλυκιά φωνή. Εκείνοι έφερναν στη μέση, όλες τις κακές πράξεις μου από τα νιάτα μου, είτε με λόγια, είτε με έργα, φλυαρούσαν και φώναζαν όλα μου τα αμαρτήματα και αλλά πολλά και ε­γώ έτρεμα και περίμενα το θάνατο. Τότε ήρθε και ένας χόντρος βάρβαρος, του Οποίου ή μορφή ήταν σαν το οργισμένο λιοντάρι, και ήταν φορτωμένος με διάφορα σιδηρένια εργαλεία, αυτός φέρνει το θάνατο κάθε ανθρώπου. Μόλις ή ταπεινή μου ψυχή είδε εκείνον τον τύραν­νο, κυριεύτηκε από φόβο και τρόμο.  Τότε οι δύο νέοι λένε στον τύραννο εκείνο: Τι στέκεσαι; Λύσε τα δεσμά του σώματος και μην της δώσης πο­λύ πόνο, δεν έχει πολλά και μεγάλα αμαρτήματα.  'Αφού γέμισε λοιπόν ένα ποτήρι ο τύραννος, μου το έδωσε να το πιω, εγώ μη θέλοντας το ήπια και αμέσως βγήκε ή ψυχή μου από το σώμα με τρομερή βία. Ήταν τόσο πικρό και άνοστο το ποτό, όπου μη υποφέροντας την πικράδα, βγήκε ή ψυχή από το σώμα μου. Τη στιγ­μή πού έβγαινε, την πήραν οι νέοι εκείνοι και  την περι­τύλιξαν με τα επανωφόρια τους, εγώ παρατηρούσα το σώμα μου το νεκρό και θαύμαζα, γιατί μου φαινόταν, όπως κάποιος ρίχνει το ρούχο του στη γη και στέκεται και το κοιτάζει, έτσι το έβλεπα και  θαύμαζα δεν ήξερα ότι συμβαίνουν όλα αυτά, τη στιγμή του θανάτου στον ταλαίπωρο άνθρωπο.   Ενώ με κρατούσαν οι Άγγελοι, τους περικύκλωσαν οι άγριοι και ανελεήμονες δαίμονες και με δυνατή φωνή έλεγαν: Αυτή £χει πολλά αμαρτήματα, τα οποία έχουμε γραμμένα και  είναι ανάγκη να μας απαντήσετε για όλα αυτά.  Οι Άγιοι Άγγελοι, εξέταζαν, τι καλό έκανα στη ζωή μου, το παρουσίαζαν και το λογάριαζαν, γιατί και ε­γώ ή πτωχή έκανα το κατά δύναμη για την ψυχή μου. Έβλεπαν εάν έδωσα σε κανέναν πού πεινούσε ψωμί, ή κάποιον πού διψούσε τον πότισα, ή αν επισκέφτηκα άρρωστο, ή φυλακισμένο, ή δέχτηκα ξένο και τον ανάπαυσα ή εάν πήγαινα στην Εκκλησία και στεκόμουν με φόβο θεού και  ευλάβεια, ή εάν έβαλα λαδί σε καντήλια με εικόνες, ή συμφιλίωσα κάποιον πού είχε έχθρα με τον πλησίον του, ή έκλαιγα για τις αμαρτίες μου, ή με έβρισε κάποιος και υπέμεινα ή αν έδωσα καλό παράδειγμα στους ανθρώπους για να κάνουν το καλό' ή αν παρηγόρησα απελπισμένο για να έχει υπομονή και να ελπίζει στο θεό και να κάνη θεάρεστα έργα, αν νήστευα για την αγάπη του θεού και της ψυχής μου, αν εγκρατεύθηκα από ψέματα και όρκους και λόγια υβριστικά και  γενικά όλα τα καλά πού έκανα στον κόσμο, τα ζύγιζαν με τις α­μαρτίες μου και τα διόρθωναν. Για όλα αυτά, δυσαρε­στούνταν οι δαίμονες, εξαγριώνονταν εναντίον μου και μάχονταν με τους Αγγέλους, δοκιμάζοντας πάντοτε να με αρπάξουν από τα χέρια τους και να με ρίξουν στον άχαρο Άδη.

Μετά από αυτά, βλέπω τον Αγιότατο Γέροντα μας Βασίλειο με τη δύναμη της Θείας Χάρης πού είχε και λέγει στους Αγγέλους: Κύριοι μου, αυτή ή ψυχή μου έκανε πολλές υπηρεσίες και με ανάπαυσε στα γηρατειά μου, γι’ αυτό παρακάλεσα το θεό γι’ αυτήν και μου την χάρισε ή ευσπλαχνία Του. Αυτό να το δεχτείτε, και κάτι ακόμη, όταν περνάτε τα εναέρια τελώνια, πληρώστε τα χρέη της, για να την εξαγοράσετε από τους δαίμονες  για­τί εγώ με τη Χάρη του θεού είμαι πολύ πλούσιος, εις τα ουράνια και θεϊκά Χαρίσματα, αυτά τα μάζεψα, από τους πολλούς κόπους και ίδρωτες και της τα χαρίζω για να εξαγορασθεί.

     Μου φάνηκε πώς ήταν μια σακούλα γεμάτη φλουριά. Μόλις έδωσε αυτά στους Αγγέλους έγινε άφαντος. Όταν είδαν όλα αυτά εκείνοι οι μαύροι, έμειναν άφωνοι, χωρίς να μπορούν να δικέ μολογήσουν την κακία τους και αφού έμειναν πολλή ώρα σε σύγχυση, απελπισμένοι και μουγκρίζοντας, αναχώρησαν από μας.  Μετά από αυτά, ήρθε πάλι Ο Άγιος Γέροντας μας, φέρνοντας πολλά αγγεία γεμάτα από Άγιο Λαδί, τα οποία κρατούσαν ωραιότατοι νέοι με χρυσά μαλλιά και διέταξε να τα ανοίξουν και να τα ρίξουν ένα προς ένα, όλα επάνω μου. Όταν τα έριξαν όλα αυτά επάνω μου, γέμισα από μία θαυμαστή και  ουράνια ευωδιά και αφού κα­θαρίστηκα, έγινε το πρόσωπό μου λαμπρό και  ευγενικό, έβλεπα τον εαυτό μου και ήμουν όμορφη και άσπρη σαν το χιόνι και γέμισα από μια θεϊκή Χαρά.

Τότε είπε Ο Άγιος Γέροντας μας προς τους νέους: Κύριοι μου, αφού κάνετε όσα χρήσιμα πρέπουν στην ψυ­χή αυτή, να τη φέρετε στην Ουράνια Κατοικία, την ο­ποία μου έχει ετοιμάσει ο θεός, για να μένω με τα πνευματικά μου παιδία. Και αναχώρησε από μας. Τότε ύψω­σαν οι Άγγελοι τα Χρύσα φτερά τους και πέταξαν στον αέρα, μέσα στα σύννεφα, και κρατώντας με ανεβαίναμε ανατολικά για να αντιμετωπίσουμε:

1. Το Τελώνιον της καταλαλιάς

Εδώ συναντήσαμε το τελώνιο της καταλαλιάς, δηλα­δή της κατακρίσεως, στο οποίο ήταν μια συγκέντρωση μαύρων και  καθόταν ο αρχηγός τους με πολλή πονηριά, σ’ αυτό αμέσως σταθήκαμε. Πίστεψε με παιδί μου Γρηγόριε, ότι όσους κατέκρινα στη ζωή μου, μου απεκάλυψαν τα πρόσωπα και  την ώρα μέχρι και μία λέξη ακόμη, μου την φανέρωσαν και ζητούσαν να δικαστώ όχι μόνο για τα αληθινά, σε πολλά με συκοφαντούσαν από την πονηριά τους. Και εάν είπα κάποιο λόγο με άλλο σκοπό, και αυτόν σαν κατάκριση τον λογάριαζαν. Π.χ., εάν είπα κάτι από αγάπη, ή με σκοπό να διορθωθεί αυτός πού έπεσε σε σφάλμα, σε όλα αυτά ρωτούσαν τους Αγγέλους να απα­ντήσουν. Οι Άγγελοι τους απαντούσαν μόνο στα αληθινά και τους πλήρωναν από εκείνα πού μου είχε χαρίσει ο Γέροντας μας και έτσι φύγαμε αμέσως από αυτούς.

2. Τελώνιον της βρισιάς

Και  ανεβαίνοντας λίγο ακόμη, μας συνάντησε το Τε­λώνιο της βρισιάς και  αφού ξοδέψαμε και σε κείνο, όπως και  στο πρώτο, αναχωρήσαμε ανενόχλητοι, με τις ευχές του Πατρός μας. Ανεβαίνοντας συνομιλούσαν οι Άγγελοι και  έλεγαν: Αλήθεια μεγάλη ωφελεία και  Χάρη βρήκε αυτή ή ψυχή, από τον αγαπημένο δούλο του θεού Βασίλειο διαφορετικά θα είχαμε στεναχωρεθή πο­λύ από τα τελώνια αυτά.

3. Τελώνιον του φθόνου

Ενώ συνομιλούσαν αυτά οι Άγγελοι, φθάσαμε στο τελώνιο του φθόνου και επειδή δεν είχαν, με τη Χάρη του θεού, εκείνοι οι άγριοι μαύροι, καμία κατηγορία να μου πουν, αναχωρήσαμε χαρούμενοι. Παρ' έλα αυτά, έτριζαν τα δόντια τους με πολλή κακία και θυμό ενα­ντίον μου και  αν ήταν δυνατόν να με καταπιούν.

4. Τελώνιον του ψεύδους

Και ανεβαίνοντας σε πολύ ύψος, συναντήσαμε το τε­λώνιο του ψέματος, στη οποίο ήταν πολύ μαύροι, πού τα πρόσωπα τους ήταν πολύ άσχημα και μισητά. Ο αρχηγός τους καθόταν με πολλή υπερηφάνεια και μόλις μας είδαν, άρχισαν να έρχονται σαν ληστές προς το μέρος μας, τρέχοντας με φωνές και ταραχή και έφερναν πολλές αποδείξεις με πολλά ψέματα τα οποία, σαν ανόητη πολλές φορές μίλησα και έκρυψα την αλήθεια στην παιδική μου ηλικία. Αυτοί παρουσιάζοντας αυτά τα ψέματα, τον καιρό πού τα είπα, τη θέση, την υπόθεση και στα πρόσωπα πού τα είπα, για το κάθε ψέμα, ζη­τούσαν δίκη. Πλην όμως οι Άγγελοι έκαναν, ότι και στα αλλά, με την ελεημοσύνη του Πνευματικού μας Πατέρα προς εμένα, έτσι ελευθερωθήκαμε και  από αυτούς.

5. Τελώνιον του θύμου και της οργής

Και αφού ανεβήκαμε λίγο ακόμη, φθάσαμε στο τε­λώνιο του θυμού και της οργής.

Εδώ βρήκαμε συγκέντρωση πολλών μαύρων και ο αρχηγός τους καθότανε, σαν είδωλο πολύ εξαγριωμένος και πρόσταξε με Οργή και φωνή τόσο άγρια, οπού δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τι έλεγε στους δαίμονες πού βρίσκονταν εκεί. Αυτοί γεμάτοι κακία, δαγκάνονταν και τρώγονταν μεταξύ τους, σαν σκυλιά λυσσασμένα και φώναζαν σαν αγρία θηρία.    Μας έβλεπαν με μεγάλη κακία και με εξέταζαν όχι μόνο σε όσα αληθινά με οργή και  θυμό, μάλωνα με κανέναν ή με άγριο βλέμμα τον έβλεπα, αλλά και  όσα μι­λούσα με αγάπη και  συμβούλευα τα παιδία μου ή τα τι­μωρούσα και Οργιζόμουν εναντίον τους.   Όλα αυτά λέγω, ένα προς ένα μου τα αποκάλυπταν, ή ακόμη αν είχα φοβερίσει κανέναν και έφευγε δυσαρεστημένος, ή είχα έχθρα και κρατούσα κακία εναντίον κάποιου. Ο,τι φέρσιμο και κίνηση είχα κάνει τα ίδια σχέδια και κινήσεις έκαμναν και αυτοί, τρέχοντας ενα­ντίον μας και αναφέροντας τα Ονόματα των ανθρώπων, την εποχή και  τις ίδιες λέξεις καθαρά, όπως τις έλεγα ε­γώ όταν θύμωνα. Αφού πληρώσαμε όμως και εκεί το χρέος, αναχωρήσαμε.

 

6. Το Τελώνιον της υπερηφάνειας

Ανεβαίνοντας ακόμη λίγο, μας συνάντησε το τελώ­νιο της υπερηφάνειας και ψάχνοντας μήπως βρουν τίπο­τε να με κατηγορήσουν, δεν βρήκαν, επειδή ήμουν φτω­χή και δεν μπορούσα να περηφανευτώ, έτσι περάσαμε και αυτούς χωρίς έξοδα και κόπους.

7. Το Τελώνιο της βλασφημίας

Πιο ψηλά ήταν το τελώνιο της βλασφημίας και ο αρχηγός τους καθόταν με πολύ αγριότητα. Αμέσως μόλις μας είδαν έτρεχαν εναντίον μας εξαγριωμένοι, τρίζο­ντας τα δόντια με σκληρότητα και βλαστημούσαν και έκαμναν διάφορα σχέδια. Με φοβέριζαν και εγώ έτρεμα. Επέμειναν ότι είχα βρίσει τρεις φορές στα νιάτα μου. Οι Άγγελοι έφερναν αποδείξεις της μετανοίας μου και τις Εξομολογήσεις μου και αφού πληρώσαμε όσα έπρεπε, φύγαμε.

8. Το Τελώνιο της φλυαρίας και μωρολογίας

Ανεβαίνοντας συναντήσαμε το τελώνιο της μωρολο­γίας και φλυαρίας, μας ζητούσαν να απαντήσουμε σε όσες φλυαρίες και αισχρές μωρολογίες μου, τις οποίες εί­πα από τα νιάτα μου και για τα σατανικά τραγούδια, όλα τα επαλήθευαν ως αληθινά. Και να απαντήσω δεν ήξερα, αλλά απορούσα πώς τα θυμόταν, ενώ εγώ από την πολυκαιρία τα είχα ξεχάσει. Αφού πληρώσαμε και εκεί το ανάλογο, αναχωρήσαμε.

9. Τελώνιο τόκου και δόλου

Συνεχίζοντας ανεβαίναμε το άγνωστο και σκοτεινό φοβερό μονοπάτι, εδώ φθάσαμε στο τελώνιο του τόκου και του δόλου, το οποίο εξετάζει τους τοκογλύφους και   κείνους πού γελούν τους άλλους και τους παίρνουν την περιουσία τους. Αρχισαν λοιπόν και με εξέταζαν, αν ξεγέλασα κανέναν και του πήρα τα πράγματα του. Επειδή όμως δε μπορούσαν τίποτε να αποδείξουν, έτριζαν τα δόντια τους και με φοβέριζαν.

10. Τελώνιον της οκνηρίας και του ύπνου

Αναχωρήσαντες απ' εκεί και ανεβαίνοντας εκείνο το μονοπάτι, του οποίου το μάκρος, ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να μέτρηση, φθάσαμε στο τελώνιο της οκνηρίας και του ύπνου.

Εξέταζαν αυτοί, εάν κοιμόμουν και  τεμπέλιαζα να σηκωθώ να πάω στην Εκκλησία, ή αν από την τεμπελιά μου και  την αμέλεια, δεν έκανα το καλό οπού μπορούσα να κάνω, αλλά με τη βοήθεια του θεού, δεν είχα φταίξιμο σ' αυτά και περάσαμε απ' αυτό ελεύθερα.

11. Τελώνιον της φιλαργυρίας

Αναβαίνοντας, συναντήσαμε το τελώνιον της φιλαρ­γυρίας, στο οποίο είχε πολύ ομίχλη και σκοτάδι, αφού  εξέτασαν αυτοί οι μαύροι, δε με βρήκαν ένοχη, επειδή ήμουν σ' όλη τη ζωή μου πτωχή, φύγαμε και  από εκεί ανενόχλητοι.

12. Τελώνιον της μέθης

Συνεχίζοντας την ανάβαση μας, φθάσαμε στο τελώ­νιο της μέθης. Εκεί μας περίμεναν σαν άρπαγες λύκοι, ζητώντας να καταπιούν κάποιον, αλλ’ επειδή δεν έχουν εξουσία από το Θεό να εξετάζουν όλες τις ψυχές, ήρ­θαν οι Άγγελοι πού με συνόδευαν και εξέταζαν το κρασί πού ήπια σ' όλη μου τη ζωή, οι δαίμονες φώναζαν: Δεν ήπιες τόσα ποτήρια κρασί στην τάδε γιορτή; Εκεί δε βρίσκονταν οι τάδε και οι τάδε; Δεν μέθυσες την τάδε ήμερα; Δεν ήπιες όταν πήγες στον τάδε άνθρωπο και στην τάδε γυναίκα αλλά τόσα ποτήρια κρασί και ήταν παρόντες οι τάδε άνθρωποι; Αυτά και αλλά παρόμοια μου έλεγαν και δοκίμαζαν να με αρπάξουν σαν αγρία θηρία. Όλα όσα μου έλεγαν, ήταν αληθινά. Οι άγγελοι έφερναν και αυτοί στη μέση τα κατορθώματα και τα καλά μου έργα, δίνοντας και εκεί μερική πληρωμή από εκείνα πού μου χάρισε ο Γέροντας μας, μας άφησαν και  φύγαμε.  Ανεβαίνοντας μου έλεγαν οι Άγγελοι πού με συνόδευαν. Βλέπεις πόσο μεγάλο κίνδυνο έχει ή ψυχή μέχρι να πέραση τα ακάθαρτα δαιμόνια και εναέρια τελώνια;

Εγώ τους απάντησα: Ναι, Κύριοι μου. Μεγάλος κίνδυνος στις ελεεινές ψυχές και πιστεύω, ότι δεν μπορεί να τα περάσει κανείς χωρίς ταραχή. Νομίζω, ότι κανένας από τους ανθρώπους πού ζουν, δεν γνωρίζει αυτά πού συμβαίνουν στην ψυχή. Αλίμονο, τι περιμένει την κάθε ψυχή, μετά τον θάνατο και εμείς αμελούμε και δεν τη φροντίζουμε οι ανόητοι!     Απάντησαν όμως οι Άγγελοι, ότι οι Γραφές αναφέρονται σ' όλα αυτά, αλλά ή πολυτέλεια, ή καλοπέραση, ή ευχαρίστηση και ή ανάπαυση του κόσμου, τυφλώνουν τους ανθρώπους και δεν τα βλέπουν, ούτε τα σκέφτονται, ζουν, σαν να μην πεθάνουν ποτέ και  αμελούν τα καλά έργα, Ιδιαίτερα την αγάπη και  την ελεημοσύνη, ή οποία μπορεί να βοηθήσει την ψυχή περισσότερο, από τα άλλα καλά έργα και να πέραση τα τελώνια χωρίς ενόχληση. Αυτοί όμως είναι λίγοι. Αλίμονο σ' αυτούς πού δεν έχουν καλά έργα διότι έρχεται ξαφνικά ο θάνατος δικαιολογημένα και επειδή πρέπει να περάσουν απ' εδώ (από τα τελώνια), τους αρπάζουν οι δαίμονες και αστρα­πιαία τους κατεβάζουν στους σκοτεινούς και βρωμερούς τόπους του Άδη και τους φυλάγουν εκεί μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας και  φοβέρας Κρίσεως. Αυτά λοιπόν θα πάθαινες και συ, εάν έλειπε ή Ευσπλαχνία του θεού και η ελεημοσύνη του δούλου του θεού Βασιλείου του Πνευματικού σου.

13. Τελώνιον της μνησικακίας

Λέγοντας αυτά και  ανεβαίνοντας, συναντήσαμε το τελώνιο της μνησικακίας, το οποίο εξετάζει εκείνους πού έχουν έχθρα με το γείτονα τους και  δε θέλουν να συγχωρεθούν, σύμφωνα με την εντολή του θεού πού λέει, Εκείνος πού σου έφταιξε συγχώρησε τον. Πλησιάζοντες δε προς εκείνο το καταραμένο τελώνιο, πήδη­ξαν οι δαίμονες, σαν ληστές επάνω μου, ζητώντας στα βιβλία τους να βρουν κανένα φταίξιμο, αλλά με τη Χάρη του θεού δε βρήκαν τίποτε και καταντροπιασθέντες, φώναξαν. Ξεχάσαμε να τα γράψουμε, και αλλά τέτοια ψέματα. Έτσι αναχωρήσαμε από εκεί χωρίς να πληρώ­σουμε τίποτε. Επειδή είχα πάρει θάρρος ρώτησα, τους Αγγέλους: Που τα ξέρουν αυτοί οι άδικοι, τα παραπτώ­ματα του κάθε ανθρώπου;  Και απάντησε ο ένας: Δε γνωρίζεις, ότι μετά τι βάπτισμα κάθε Χριστιανός, παίρνει έναν Άγγελο μαζί του, σαν Φύλακα, χωρίς να τον βλέπει και  τον οδηγεί στο καλό και  γράφει όλα τα καλά του έργα; Το ίδιο τον ακο­λουθεί και  ένας διάβολος και γράφει τις κακές του πράξεις και  μόλις αμαρτήσει, αμέσως ειδοποιεί το τελώνιο, στο οποίο ανήκει ή αμαρτία, π.χ. όταν κλέψει, στη τελώ­νιο της κλεψιάς, όταν βλασφημήσει στο τελώνιο της βλασφημίας, όταν πρόνευση, στο τελώνιο της πορνείας. Έτσι κάθε τελώνιο γράφει τις ανάλογες αμαρτίες και όταν ή ψυχή περνάει απ' αυτά, εμποδίζεται και  ρίχνεται στην Άδη και  κατοικεί εκεί, μέχρι να έρθει ή φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Πλην όμως εάν είναι περισσότερα τα καλά έργα της ψυχής, τα Οποία θα παρουσίαση Ο Φύλακας Άγγελος, περνά. ελεύθερα μέχρι να συνάντηση το επόμενο τελώνιο. Αυτά όλα γίνονται στους Ορθόδοξους Χριστιανούς, πού βαδίζουν το Δρόμο του Χρίστου, ενώ στους ασεβείς, αλλόθρησκους και  αιρετικούς, δεν κρα­τούν λογαριασμό, ούτε καν τους ενδιαφέρει και  ούτε νοιάζονται να τους βάλλουν να αμαρτήσουν, επειδή αμαρτάνουν από μόνοι τους.

14. Τελώνιον της μαγείας και γοητείας

Αφού αφήσαμε το τελώνιο της μνησικακίας, φθάσαμε στο τελώνιο της μαγείας και  γοητείας, το οποίο εξετάζει τους μάγους και  τους γόητες.  Αυτά τα δαιμόνια είχαν μορφές σαν θηρία, σαν φί­δια, σαν σκυλιά, σαν βόδια αγρία και  από διάφορων λο­γιών ζώων, τις πιο άσχημες μορφές. Αλλά με τη βοήθεια του θεού, επειδή δεν είχα τίποτε γι' αυτά να με εξετάσουν, ούτε καν ένα λόγγων να μας πουν, φύγαμε. Έτσι ανεβαίνοντας πάλι ρώτησα τους Αγγέλους λέγοντας. Με τι τρόπο μπορεί στον κόσμο να συγχωρηθούν τα αμαρτή­ματα του ανθρώπου και  να σβηστούν από τα βιβλία των εναέριων δαιμονίων; Και  μου απάντησαν: Όλα αυτά μπορεί να σβηστούν και  να συγχωρεθούν, όταν ο άνθρωπος Μετανοήσει και  Εξομολογηθεί τις αμαρτίες του και  κάνει τον κανόνα του Πνευματικού του και  πάρει την συγ­χώρηση. Τότε αμέσως και  από τα βιβλία των δαιμόνων σβήνονται. Εάν όμως κάνει κανείς αμαρτίες, όπως έκανες εσύ και  ντραπεί να Εξομολογηθεί τις αμαρτίες του και νο­μίσει ότι τον φτάνει μόνον ή αποχή της αμαρτίας και  ή εξομολόγηση μόνο στο θεό, με την προσευχή μπροστά στις εικόνες, τότε δε συγχωρούνται οι αμαρτίες του, διότι ο Κύριος έδωσε τη Χάρη στους Απόστολους, να δένουν και να λύνουν στη γη τις αμαρτίες, οι δε Απόστολοι, έδωσαν τη Χάρη και  την ίδια εξουσία, στους Αρχιερείς και   Πνευματικούς. Και  θέλει ο Κύριος να φυλάγεται αυτό το Μυστήριο. Διότι Αυτός τους έδωσε εντολή και  είπε: ‘’Όσα αν δέστε επί της γης, εσταί δεδεμένα εν τοις Ουρανοίς και  όσα αν λύσητε επί της γης εσται λελυμένα εν τοίς ουρανοίς’’. Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει εξάπαντος να Εξομολογηθεί ο άνθρωπος στον Πνευματικό και να κάνει τον κανόνα και έτσι να σβηστούν οι αμαρτίες του από τα βι­βλία των δαιμόνων. Και όταν δουν οι δαίμονες ότι σβήνο­νται από τα βιβλία τους οι αμαρτίες των ανθρώπων, συγχύζονται και αναστατώνονται και  βάζουν τα δυνατά τους, να τους ρίξουν σε αλλά μεγαλύτερα αμαρτήματα.

     Ή Εξομολόγηση και  ή Μετάνοια όμως νικούν τα εναέρια τελώνια και ξεπερνούν όλα τα εμπόδια. Πολλοί όμως φοβούνται το βαρύ κανόνα των αυστηρών Πνευματι­κών και μοιράζουν τα αμαρτήματα τους και  τα Εξομολο­γούνται από λίγα στον κάθε Πνευματικό για να αποφύ­γουν τον κανόνα. Οι τέτοιοι είναι ξεγελασμένοι, γιατί αυ­τή δεν είναι Μετάνοια, αλλά πονηρία. Οι άνθρωποι πρέπει να διαλέγουν τον καλό Πνευματικό και σε όλη τους τη ζωή να μην τον αλλάζουν χωρίς ανάγκη, αλλιώς δε μπορούν να γλιτώσουν τα εναέρια τελώνια.

15. Τελώνιον της γαστριμαργίας και πολυφαγίας

Ενώ ανεβαίναμε και  μιλούσαμε γι' αυτά και  αλλά παρόμοια, συναντήσαμε το τελώνιο της πολυφαγίας. Αυ­τοί οι δαίμονες, ήσαν παχύς, σαν τα γουρούνια, άγριοι και  δυνατοί περισσότερο από τους άλλους και  μόλις με είδαν, έτρεχαν επάνω μου γαυγίζοντες και  μου φανέρωσαν όλες τις κρυφοφαγίες και πολυφαγίες μου, τις οποίες από την παιδική μου ηλικία έκανα, τρώγοντας από τα ξημερώματα μέχρι το βράδυ χορταστικά καθώς και  εάν στις Σαρακοστές, έτρωγα από την πρώτη ώρα χωρίς προσευχή και εγκράτεια. Αυτά και  αλλά παρόμοια λέγοντες, με κατηγορού­σαν, ότι δεν κράτησα τις υποσχέσεις πού έδωσα στο Άγιο Βάπτισμα πού υποσχέθηκα να αρνηθώ αυτούς και  τα έργα τους, αλλ' εγώ πάλι έκανα τα θελήματα τους. Από το άλλο μέρος, οι Άγγελοι μάχονταν και  έφερναν, για να με βοηθήσουν, τα καλά μου έργα και  έτσι αναχωρή­σαμε απ' αυτούς.

16. Το τελώνιο της ειδωλολατρίας

Σύντομα φθάσαμε στο τελώνιο της ειδωλολατρίας και των διάφορων αιρέσεων. Αλλά ούτε λέξη μας είπαν και αναχωρήσαμε αμέσως απ’ εδώ.

17. Τελώνιον της αρσενοκοιτίας

Ανεβαίνοντας ακόμη λίγο, συναντήσαμε το τελώνιο της αρσενοκοιτίας, το οποίο εξετάζει τους αρσενοκοίτες(ομοφυλόφιλους). Ο αρχηγός τους, καθόταν ψηλά, σαν φοβερός δράκοντας, με άσχημο πρόσωπο, έχοντας στις διαταγές του, χίλια δαιμόνια, άλλαζε συχνά χίλιες μορφές, ποτέ γινόταν σαν δράκοντας, ποτέ σαν ποντίκι και  ποτέ σαν αγριόχοιρος εξαγριωμένος, ποτέ σαν θηριοψαρο της θάλασσας. Τριγύρω από αυτόν υπήρχε ακαθαρσία και  βρώ­μα ανυπόφορη και  ήταν επάνω σ’ ένα τραπέζι ξαπλωμένος για να αναπαύεται. Οι υπηρέτες του, οι οποίοι εξέταζαν τα αμαρτήματα, ήταν σαν αγάλματα και  έρχονταν εξαγριωμένοι κατά πάνω μου.  Αλλά βλέποντας ότι ήμουν γυναίκα, δεν είχαν τίπο­τε να με κατηγορήσουν, ούτε πώς κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα, ή με άνδρα να αμάρτησα παραφύσιν. Έτσι με τη βοήθεια του θεού ελευθερωθήκαμε από την ακαθαρ­σία αυτών και  πλησιάσαμε στην Πόρτα του Ουρανού.  Ανεβαίνοντας μου έλεγαν οι Άγγελοι, ότι πολλές ψυχές φθάνουν μέχρι εκεί ανεμπόδιστα από τα αλλά τελώνια, για να προσκυνήσουν τον Άγιο θρόνο του θεού και  αυτό το τελώνιο της αρσενοκοιτίας τους γκρεμίζει στον Άδη, για την αισχρή πράξη του παρά φύσιν, γιατί αυτή ή αρσενοκοιτία, Οργίζει τού θεού περισσότερο από όλες τις άλλες αμαρτίες.

18. Το τελώνιον των χρωματοπροσώπων

Ενώ μιλούσαμε αυτά, φτάσαμε στο τελώνιο πού εξετάζει τις γυναίκες και τους άνδρες πού βάζουν φτιασίδια και στολίζουν τι πρόσωπο τους με διάφορα ευωδιαστά χρώματα, επειδή τη μορφή πού τους έδωσε ο θεός δεν την άρεσαν, αλλά την καταφρόνησαν και  την απέβαλαν θεληματικά και  δέχτηκαν την δική τους μορφή. Και  αυ­τή ή γυναίκα, έλεγαν, το έκανε δύο φορές, γι' αυτό είναι δικέ ο να την πάρουμε εμείς. Οι Άγγελοι όμως έφερναν κι' εδώ τις καλές μου πράξεις στη μέση και με πολύ κόπο, αφού πληρώσαμε αρκετά, αναχωρήσαμε.

19. Το Τελώνιον της Μοιχίας

Ανεβαίνοντας, φθάσαμε στο τελώνιο της μοιχίας, το οποίο εξετάζει, τους μοιχούς και τις μοιχαλίδες, εκεί­νους δηλαδή πού, ενώ είναι παντρεμένοι, πηγαίνουν με ξένους συζύγους και  μολύνουν το στεφάνι τους. Και  μα­ζί με αυτούς εξετάζει και  πάλι τους παρά φύση αμαρτάνοντας άνδρες, στις γυναίκες τους και  όλους τους βρωμε­ρούς πού μολύνουν τα στεφάνια τους. Αλλ’ επειδή με τη βοήθεια του θεού, δεν είχα σ' αυτά κάτι να με κατηγο­ρήσουν τα δαιμόνια, αναχωρήσαμε και  από εδώ.

20. Το Τελώνιον του φόνου

Και αφού ανεβήκαμε λίγο ακόμη, φάνηκε το τελώνιο του φόνου, το οποίο εξετάζει τους φονιάδες και τις γυναίκες πού κάνουν εκτρώσεις, και όσους από θυμό κτύπησαν κανέναν και με λίγα λόγια ζυγίζουν κάθε αδι­κία. Έτσι ξοδέψαμε και εκεί κάτι και αναχωρήσαμε.

21. Το Τελώνιο της κλοπής

Ανεβαίνοντας ακόμη, συναντήσαμε το τελώνιο της κλοπής, δηλαδή της κλεψιάς, εδώ εξέταζαν εκείνοι οι τύραννοι, όλης της ζωής μου τις κακές πράξεις και  αφού πληρώσαμε κάτι, αναχωρήσαμε.

22. Το Τελώνιο της πορνείας

Αφού ανεβήκαμε ψηλά επάνω, πλησιάσαμε στην Πόρτα του Ουρανού και  φθάσαμε στο τελώνιο της πορ­νείας. Ο αρχηγός τους, φορούσε ένα φόρεμα ραντισμένο με αφρούς και  αίματα και  χαιρότανε σαν να ήταν λα-μπροστολισμενος με βασιλικό φόρεμα. Μου είπαν οι Άγγελοι, ότι αυτό έγινε από τις πολλές ακαθαρσίες και  πορνείες των ανθρώπων. Μόλις μας είδαν, πήδηξαν επάνω μας και  θαύμαζαν, πώς μπορέσαμε και  περάσαμε τόσα τελώνια και  φθάσαμε σ' αυτούς και  έτσι άρχισαν να με εξετάζουν ένα προς ένα. Και  όχι μόνον για τα αληθινά μου έργα με κατηγορούσαν, αλλά έλεγαν και  πολλά ψέματα και  ανέφεραν τα ονόματα των εραστών μου. Λέγοντας αυτά, προσπαθούσαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων και  να με ρίξουν στον άχαρο Άδη. Και  οι Άγγελοι έλεγαν: Αυτά όλα προ πολλού τα έχει πα­ρατήσει. Αλλά εκείνοι απαντούσαν: Και  εμείς γνωρί­ζουμε ότι τα έχει παρατήσει, αλλά μας αγαπούσε και ποτέ δε μας απαρνήθηκε. Τα είχε κρυμμένα στην καρδιά της και  ποτέ δεν τα εξομολογήθηκε στον Πνευματικό, ούτε πήρε κανόνα, ούτε συγχώρηση από τον Πνευματικό και  από πώς πήρε τόση πολλή χάρη και  λάμπει σαν τον ήλιο; Και  απορούσαν και  ζητούσαν να με κρατήσουν, να ζυγίσουν τα καλά μου έργα, με τα δικαιώματα τους, για να με εξαγοράσουν. Οι Άγγελοι με υπεράσπιζαν και  αφού πλήρωσαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις τους, με πή­ραν και  συνεχίσαμε την πορεία μας. Οι δαίμονες οι ακάθαρτοι έτριζαν τα δόντια τους, διότι ανέλπιστα γλίτωσα και από αυτούς. Μου έλεγαν δε οι Άγιοι Άγγελοι: Να ξέρεις έτι απ’ αυτό το τελώνιο, λίγες ψυχές μπορούν να περάσουν, χωρίς μεγάλη ζημία. Διότι οι άνθρωποι του κόσμου, από την πολυφαγία και  την κακή επιθυμία της πορνείας και  περισσότερο, εκείνοι πού δε γνωρίζουν τις Γραφές και  από το βάρος των αμαρτιών τους, και  την κρίση και τιμωρία πού κάνει Ο θεός σ' αυτούς, οι περισσότεροι σου λέγω, από τους ανθρώπους αυτούς της αγνοίας και της ανυπακοής πέφτουν από αυτό το τελώνιο, στον σκοτεινό και  άχαρο Άδη. Εσύ όμως με τη βοήθεια του Γέροντος σου, γλίτωσες από τα χέρια και  αυτού του τελωνίου και  φόβο δεν έχεις πια απ' εδώ και  πάνω, με τη Χάρη και  ευσπλαχνία του θεού, διότι χάριν του δούλου Του Βασιλείου σε ελέησε ο Κύριος.

23. Το Τελώνιον της ασπλαχνίας

Και ενώ μου έλεγαν αυτά, συναντήσαμε το τελώνιο της ασπλαχνίας και  σκληροκαρδίας, το οποίο εξετάζει με μεγάλη κακία και ακρίβεια, αυτούς πού δεν κάνουν ε­λεημοσύνες και  δεν συμπονούν τους συνανθρώπους τους και έκαμναν όλες τις κινήσεις πού κάμνουν εκείνοι πού υποφέρουν από φτώχεια, από αρρώστια και κάθε ανάγκη και ζητούν ελεημοσύνη. Καμία φορά πάλι ορμού­σαν εξαγριωμένοι εναντίον μας με όλο τους το τάγμα. Αφού με εξέτασαν και δεν με βρήκαν άσπλαχνη, αλλά ε­λεήμονα, διότι έδινα στους φτωχούς ελεημοσύνη, όσο μπορούσα, καταντροπιάστηκαν και σιωπούσαν. Έτσι αναχωρήσαμε και  από αυτούς. Οι δε Άγγελοι μου έλεγαν: Οι περισσότεροι άνθρωποι φύλαξαν τα προστάγματα  του θεού τα περισσότερα, αλλά επειδή δεν είχαν ευ­σπλαχνία να ελεούν τους φτωχούς, πέρασαν όλα τα τε­λώνια και έφτασαν μέχρι εδώ και  από αυτό το τελώνιο αφού εμποδίστηκαν, γκρεμίστηκαν στον Άδη.

Ή Πύλη του Ουρανού

Ανεβαίνοντας χαρούμενοι είδαμε την Πόρτα του Ουρανού, ή οποία ακτινοβολούσε σαν κρύσταλλο φωτεινό. Και  ή κατασκευή της ήταν θαυμαστή και Ουράνια, φεγγοβολούσε από άστρα και  είχε χρώμα, σαν το καθαρό χρυσαφί, με θαυμαστή και Ουράνια ωραιότητα, την Οποία, ανθρώπινο μυαλό δε μπορούσε να φανταστή, ούτι· γλώσσα ανθρώπινη να διηγηθεί, γιατί είναι πράγματα, Ουράνια και ανεξήγητα.  Ο θυρωρός, ήταν ένας αστραφτερός νέος με ζώνη και μαλλιά xρυσά και μας δέχτηκε, με μεγάλη χαρά και δόξαζε το θεό, πού πέρασε ή ψυχή μου ελεύθερη από τον κίνδυνο και  τα σκοτεινά εναέρια τελώνια των δαιμόνων.   Μόλις μπαίναμε στον ουρανό, σχίζονταν και έφευγε από μπροστά μας το νερό, πού ήταν πάνω από τον ουρανό και  όταν περάσαμε, γύρισε πάλι το νερό στην θέση του.

Όταν περάσαμε το νερό αυτό, φθάσαμε σε ένα τρομερό και ακατανόητο αέρα, επάνω στον Οποίο ήταν στρωμένο ένα χρυσοΰφαντο σκέπασμα, το οποίο σκέπαζε το φοβερό πλάτος του αέρα. Κάτω από αυτό, βρίσκονταν ένα πλήθος από αστραπόμορφους νέους, πού φορούσαν πύρινη στολή, και ακτινοβολούσαν σαν τον ήλιο, οι τρίχες τους ήταν σαν αστραπή και τα πόδια του πιο άσπρα και  από το χιόνι και  έλαμπαν με ουράνιο φως.  

   Μόλις μας είδαν, έτρεχαν όλοι και μου έδιναν συγ­χαρητήρια, έδειχναν πολύ ευχαριστημένοι για τη Σωτηρία μου και έψελναν με λεπτή φωνή και χαρμόσυνη με­λωδία, την οποία δεν μπορεί γλώσσα να διηγηθεί! Εγώ ήμουν πολύ χαρούμενη και ευχαριστημένη και πηγαίνα­με να προσκυνήσουμε τον Αστραπόμορφο θρόνο του φοβερού θεού και Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού. Περ­νώντας είδαμε σύννεφα, όχι σαν τα συνηθισμένα πού φαίνονται κάτω από τον ουρανό, αλλά σαν λουλούδια, πού ξεπερνούν εκατό φορές κάθε λουλούδι ως προς την ομορφιά και  την ευωδιά του, τα οποία σύννεφα χώρισαν για να περάσουμε. Τότε είδαμε άλλο άσπρο σύννεφο σαν το φως και αυτό έκανε ότι και  τι πρώτο, μετά από αυτό, φάνηκε ένα άλλο σύννεφο χρυσόμορφο, από το οποίο έβγαιναν αστραπές και φωτιά και αυτό έκανε όπως και τα προηγούμενα. Πηγαίνοντας λίγο ακόμη, είδαμε μια αυ­λή σκεπασμένη με χρυσοΰφαντα και  αλλά είδη, τα οποία δεν μπορώ να διηγηθώ. Ανθή πολύ ευωδιαστά και Ουράνια και αλλά πού δεν μπορώ να σας περιγράψω. Στέκονταν εκεί και ένας άνθρωπος αστραπόμορφος, έβγαινε δε τόση γλυκιά ευωδιά από θεού, πού δεν μπορεί γλώσσα να διηγηθεί.

Μετά από αυτά, προχωρήσαμε λίγο ακόμη και είδα­με σε αφάνταστο ύψος το θρόνο του θεού, χρυσοστολισμένο, αστραφτερό, πού φώτιζε τα πάντα. Εκεί είναι ή Χαρά των Δικαίων, ή Ευφροσύνη και Αγαλλίαση αυτών πού Αγάπησαν τι θύε. Γύρω από το θρόνο του θεού, στέκονταν άπειρο πλήθος, από ωραιότατους και  αστραπόμορφους νέους, πού φορούσαν πολύτιμα φορέματα και χρυσές ζώνες. Τα όσα είδα  εκεί, παιδί μου Γρηγόριε, δεν μπορώ να σου τα διηγηθώ, αλλά ούτε και το δικό σου μυαλό, μπορεί να τα καταλάβει.  Φθάσαμε τέλος, απέναντι από το φοβερό θρόνο του  θεού, πού ήταν στολισμένος με Αλήθεια, Καλοσύνη, και Δικαιοσύνη και είδαμε θαυμαστή και απερίγραπτη Δόξα. Τότε οι Άγγελοι πού με οδηγούσαν έψαλαν, στο φοβερό εκείνο θρόνο, δοξάζοντας με φόβο τον Αόρατο θεό, πού αναπαύονταν σ' αυτόν και αφού προσκυνήσαμε πάλι τρεις φορές, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιων Πνεύμα, έπειτα μαζί με μας, όλο το πλήθος πού στέκονταν γύρω από τον Τριαδικό θεό, όλοι δόξασαν Τον Καθήμενων στο θρόνο και χαίρονταν για τη Σωτηρία μου. (Τι ευλογία και τι χαρά γίνεται για τη Σωτηρία μας).

Τότε ακούσαμε φωνή σιγανή, από εκείνο το ύψος, γεμάτη από γλυκύτητα και ευφροσύνη, πού έλεγε στους Αγγέλους πού με οδηγούσαν. Οδηγήσατε την, σε όλες τις Κατοικίες, και στον Παράδεισο και στα καταχθόνια, όπως κάνετε σε όλες τις ψυχές και μετά αναπαύσατε την στον τόπο και  την κατοικία του Δούλου μου Βασιλείου, γιατί εκεί με παρακάλεσε να την αναπαύσω.

Αφού αναχωρήσαμε από εκεί χαρούμενοι, επισκε­φτήκαμε τις κατοικίες των Αγίων, πού ήταν αμέτρητες και έλαμπαν σαν τις ακτίνες του ήλιου και  με αλλά μυριόστομα και φωτεινά χρώματα, ήταν εκεί και ένας κάμπος, πού δεν μπορούσες να δις ούτε το μακρός, ούτε το φάρδος του, στολισμένος με διάφορα Ανθή ευωδιαστά. Εκεί βούιζε ή βρύση της Αθάνατης Ζωής, εκεί βρίσκο­νται, οι Θεόκτιστε, σαν Πυραμίδες, Κατοικίες των Α­γίων, μέσα στις οποίες αναπαύονται.

Από εκεί βγαίνουν φοβερές ακτίνες.  Είναι αυτές οι Κατοικίες, σαν τα βασιλικά παλάτια και  ακόμη ασυγκρίτως Ομορφότερα, με ανάγλυφα διάφορα στην όψη, στη δόξα και λαμπρότητα, στολίδια.  Κάθε Τάγματος οι Κατοικίες είναι χωριστές και πολύ δοξασμένες, όπως των Απόστολων, των Προφητών, των Μαρτύρων, Ιεραρχών, Ασκητών και Δικαίων, του καθ' ενός ή Κατοικία έχει ωραιότητα θαυμαστή κατά τα έργα του καθ' ενός. Όλοι έβγαιναν και μας προϋπαντούσαν, με καταφιλούσαν και χαίρονταν για τη σωτηρία μου.

Όταν μπήκαμε στον Κόλπο του Αβραάμ (δηλ. στην Κατοικία του), είδαμε Αυτόν με δόξα απερίγραπτη, γεμάτη από Ουράνια ευτυχία, Ανθή λογιών-λογιών, αέρα υγιεινό και απερίγραπτη ομορφιά, τόσο μεγάλη ώστε ο άνθρωπος να μένη εκστατικός. Εκεί είναι τα Παλάτια του Ισαάκ και Ιακώβ πού α­κτινοβολούν και  λάμπουν από τη θεία Χάρη. Εκεί ανα­παύονται τα παιδία των Χριστιανών, όσα έζησαν στον κόσμο αναμάρτητα. Τριγύρω τους είναι δόξα και χαρά απερίγραπτη, Δόξα Αιώνια. Εκεί αναπαύονταν, σε δώδε­κα λαμπρούς θρόνους με λάμψη σαν τον ήλιο, οι Δώδε­κα Πατριάρχες, από τους οποίους κατάγονταν, οι Δώδε­κα φυλές του Ισραήλ Ομοίως και οι αυλές ψυχές όλων των άγιων, φαίνονταν σαν να είχαν σώματα, αλλά χέρι ανθρώπου να τις πιάσει δεν ήταν δυνατόν, όπως και τις ακτίνες του ήλιου.     Ενώ λοιπόν επισκεφτήκαμε, όλα εκείνα τα Αγια μέρη, γυρίσαμε προς τη δύση οπού βρίσκονται οι κολάσεις οι σκληρές, στις οποίες κατοικούν οι ψυχές των α­μαρτωλών. Μου έδειξαν οι Άγγελοι πού με οδηγούσαν, τις κολάσεις, από τις οποίες γλίτωσα, χάριν του Πατρός μου Βασιλείου. Διότι είδα, παιδί μου Γρηγορεί, τις σκοτεινές φύλακες στις οποίες είναι κλεισμένες οι ψυχές των αμαρτωλών, πού είναι τόσες πολλές, σαν την άμμο της θάλασσας, από τότε πού δημιουργήθηκε ο κόσμος, σκεπασμένες με μαύρη ομίχλη του θανάτου και δεν είναι δυνατόν ποτέ να ιδούν το γλυκύτατο φως, αλλά γυμνές από τη Χάρη του θεού καίγονται και θρηνούν απαρηγόρητα. Δεν ακούγεται, παιδί μου Γρηγορεί, τίποτε άλλο ε­κεί, παρά μόνον το ουαί και  αλλοίμονον. Τους κατατρώγει ο μολυσμός και ή δυσωδία και κλαίνε ακατάπαυστα και  απαρηγόρητα.

    Όταν μπήκαμε στα σκοτεινά εκείνα μέρη αμέσως φωτίστηκαν, από τη λάμψη των Αγγέλων πού με οδη­γούσαν και είδα εκείνα τα υπόγεια σπήλαια και με έπιασε φόβος και τρόμος. Μου είπε τότε ο ένας Άγγελος: Αυτές τις φοβερές κατοικίες τις ξέφυγες, γιατί Μετανόησες και έπαυσες την αμαρτία και για τα λίγα καλά σου έργα, ή να σου πω καλύτερα, για τις Μεσιτείες του Δούλου του θεού Βασιλείου, του Γέροντος σου.

Αφού γυρίσαμε όλες τις κολάσεις επιστρέφοντας με ρώτησε ο ένας Άγγελος και μου είπε: Θεοδώρα άραγε ξέρεις ότι σήμερα κάνει τα σαράντα σου, ο καλός Πνευματικός σου, πατήρ Βασίλειος; Και αυτά αφού μου είπε μ' άφησαν στην πανέμορφη κατοικία και αναχώρησαν οι Φύλακες μου.

Από αυτό λοιπόν γνώρισα, ότι μετά τις σαράντα ημέρες από το θάνατο μου, έφθασα στην κατοικία την ο­ποία βλέπεις και ή οποία δεν είναι δική μου, αλλά του Πνευματικού μας Πατρός Βασιλείου, του Πιστού Δού­λου του θεού. Διότι καθώς βρίσκεται στον κόσμο σώζει πολλές ψυχές, με τις συμβουλές Του και τις οδηγεί στη Μετάνοια και Εξομολόγηση. Αυτές οι ψυχές κατοικούν σ’ αυτήν την λαμπρή κατοικία μαζί μου. Έλα τώρα να δις τις Κατοικίες μας, τις οποίες πριν από λίγο, επισκέφτηκε ο Πατέρας μας.   Εγώ ακολούθησα, την κυρία Θεοδώρα και έτσι μπή­καμε σε ένα μεγάλο προαύλιο, το οποίο ήταν στρωμένο με ακτινοβόλε χρυσοκέντητες πλάκες, ανάμεσα σ' αυτές υπήρχαν διάφορα δέντρα, των οποίων ή ομορφιά ή­ταν ανεξήγητη. Ηταν ή Θεοδώρα ντυμένη με ένα φόρεμα μεταξωτό κάτασπρο και στο κεφάλι της φορούσε κόκκινη κανδήλα, θαύμαζα να βλέπω να τρέχει απ' αυτήν, σαν ίδρωτας Άγιο Μύρο πολύτιμο με απερίγραπτη ευωδιά. Βλέποντας ανατολικά, είδα φοβερά και θαυμαστά βασιλικά παλάτια, στα οποία μπήκαμε. Κοντά στα σκαλοπάτια, των βασιλικών εκείνων παλατιών, ήταν μια θαυμαστή από σμάραγδο και άλλους πολύτιμους λίθους τράπεζα, ή οποία ακτινοβολούσε πιο πολύ και  από τον ήλιο. Ήταν γεμάτη από διάφορα ωραιότατα και ανεξή­γητα φρούτα, καθώς και  από μανδήλια μεταξωτά με αρωματικότατα Ανθή. Εκεί επάνω σε ένα θαυμαστό και Λάμπρο θρόνο, ήταν και ο Πατήρ Βασίλειος και αναπαυόταν, ως κύριος όλων αυτών.  Ο θρόνος ήταν πράσινος, αλλά θαυμαστός και  έλαμπε πιο πολύ και  από τον ήλιο και όλοι εκεί έτρωγαν από εκείνα τα Φρούτα και ευφραίνοντο.

    Εκείνοι πού έτρωγαν απ' αυτήν την Τράπεζα, ήταν τέλειοι άνθρωποι. Όμως δεν είχαν παχιές σάρκες αλλά ήταν σαν τις ακτίνες του ήλιου και τα πρόσωπα τους έλαμπαν από ομορφιά. Επίσης οι άνδρες από τις γυναίκες δεν ξεχώριζαν και έτρωγαν από εκείνη την θαυμαστή και Ουράνια Τράπεζα. Και όσο έτρωγαν, τόσο περίσ­σευαν εκείνα τα μυρωδάτα και θαυμαστά Φρούτα, επειδή ήταν ουράνια και πνευματικά, ετοιμασμένα από το θεό. Έτρωγαν και  ευχαριστιόνταν με απερίγραπτη χαρά, συνομιλούντες με γλυκεία φωνή και χαρμόσυνα χαμογελά.

Τους κερνούσαν μερικοί νέοι και ροδοκόκκινο ποτό το οποίο άστραφτε πολύ στα κρυσταλλένια ποτήρια και όσοι έπιναν, χόρταιναν τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύ­ματος. Και έμεινα έτσι θαυμάζοντας επί αρκετή ώρα, γιατί έλαμπαν τα πρόσωπα τους, σαν το δροσερό τριαντάφυλλο. Οι νέοι πού τους κερνούσαν, ήταν ωραίοι και άστραφταν οι μορφές τους, με ζώνες χρυσές και στα κεφάλια τους είχαν θαυμάσια στέφανα, στολισμένα με πο­λύτιμους λίθους θαυμαστής τέχνης.  Ενώ περπατούσα, μπροστά μου ή Θεοδώρα πλησία­σε προς τον Άγιο Γέροντα μας και του μίλησε για μένα. Αυτός με κοίταξε, χαμογέλασε και μου έκανε νόημα να τον πλησιάσω. Εγώ πλησιάζοντας, έβαλα μετάνοια μπροστά του, του ζήτησα την ευχή του και  μοβ είπε με χαμηλή φωνή. Ο θεός, παιδί μου να σε σπλαχνιστεί, να σε ευλόγηση και να σε καταξίωση της Επουρανίου Βα­σιλείας Του. Και ενώ βρισκόμουν εγώ γονατιστός μπροστά του επάνω στα χρυσοΰφαντα, με έπιασε από το χέρι, με σήκωσε και μου λέγει (δείχνοντας με το δάκτυλο τη Θεοδώρα): Δες τη Θεοδώρα τεκνών Γρηγορεί, για την ο­ποία πολλές φορές με παρακάλεσες να μάθεις τι έγινε και που κατοικούσε. Τώρα λοιπόν ησύχασε και μη με ενόχλησης γι' αυτήν.

Εκείνη ή μακάρια και  ευλογημένη από το θεό, με έβλεπε με γλυκύτητα και μου έλεγε: Ο θεός παιδί μου Γρηγόριε, να σου πλήρωση το μισθό, για την τόση, για μένα φροντίδα, ο οποίος σύμφωνα με την επιθυμία σου, και  τις παρακλήσεις του Αγίου Πατρός μου, σε αξίωσε να με δις.  Όλοι όσοι καθόταν σ' εκείνη τη θαυμάσια τράπεζα, μας έβλεπαν με μεγάλη σιωπή και χαίρονταν. Ύστερα είπε ο Άγιος προς τη Θεοδώρα: Πήγαινε τεκνών, δείξε του την ομορφιά πού έχουν τα δέντρα του περιβολιού. Και ενώ με Οδηγούσε, προς τα δεξιά, είδα την πόρτα του Περιβολιού, θαυμαστή και ολόχρυση και τα τείχη επί­σης Ολόχρυσα και ψηλά. Αφού ανοίξαμε, μπήκαμε και είδαμε το Περιβόλι, στολισμένο με διάφορα μικρά πολύ­μορφα δέντρα, με λογιών-λογιών Ανθή και ρόδα, των Ο­ποίων ή Ομορφιά και ή μυρωδιά ήταν απερίγραπτη. Όσο έβλεπα αυτά, τόσο πιο πολύ θαύμαζα την ομορφιά, την ευωδιά και το πλήθος των καρπών επάνω στα δέντρα.  Και τόσο πολύ Καρπό είχαν, πού έγερναν στη γη.  Όμως τα δέντρα δεν πάθαιναν τίποτε, αλλά πάντοτε βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση, γιατί ήταν Ουράνια και Αθάνατα, εγώ τα έβλεπα και απορούσα. Τότε μου λέει ή Θεοδώρα: Εάν παιδί μου σε έκαναν να άπορης και να θαυμάζεις αυτά, τι θα ένοιωθες εάν έβλεπες εκείνο τον Παράδεισο, πού στην ανατολή εμφύτευσε Ο Κύριος, τι θα γινόσουν; Επειδή Αϊτής με εκείνον, δεν έχουν καμία σύγκριση. Γιατί όσο απέχει Ο ουρανός από τη γη, τόσο διαφέρει και εκείνος από αυτόν.

    Εγώ την παρακαλούσα, να μου δείξη εκείνα τα πιο αξιοθαύμαστα πραγματα, και μου απήντησε: Δεν είναι δυνατον παιδί μου να δής τετοια πραγματα, τα Οποία εί­ναι ακατανοητα, εφ' οσον βρίσκεσαι ακομη στον προ­σωρινο κοσμο, αυτα πού είδες, είναι οί κοποι και Ο ί­δρωτας του Πατρός μας Βασιλείου, Ο οποιος, απο παιδί αγωνιζοταν με νηστείες, αγρυπνίες και κακοπαθειες, με­χρι τα γηρατεια του. Γι' αυτούς τους κοπους, του εχάρισε ο θεός αυτά τα βασιλικά παλάτια με τα Περιβόλια, να κάτοικοι με τα πνευματικά του τεκνά, οπού μαζί του α­γωνίζονται και φυλάγουν τις εντολές του Κυρίου.

    Φρόντισε λοιπόν και συ παιδί μου, έσο είσαι στον κόσμο, να αγωνιστής, για να έρθεις και συ εδώ να ευφραινόμαστε μέχρι της Δευτέρας Παρουσίας του Κυ­ρίου μας, Διότι μετά την Ανάσταση, πολύ καλλίτερα έχει να μας χαρίσει ο Κύριος, όπως λέγει και ο Απόστολος Παύλος: ‘’α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ οικούσε και επί κάρδιον ανθρώπου ουκ ανέβει, α  ητοίμασεν ο θε­ός τοις αγαπώσιν αυτόν’’.

Εγώ έμεινα εκστατικός, όταν άκουσα ότι δεν ήμουν εκεί με το σώμα, αλλά νοερά με την ψυχή. Γι' αυτό προ­σπαθούσα να ψηλαφίσω τον εαυτό μου, εάν έχω σάρκες και κοκάλα, αλλά μου φαινόταν σαν να έπιανα ακτίνες του ήλιου και τις έσφιγγα, χωρίς να βαστώ τίποτε.  Έτσι, ενώ κοιμόμουν, είδα τη μεγάλη αυτή θεωρία και οπτασία, είχα σώας φας φρενός μου και θαύμαζα, για όσα έβλεπα.  Έπειτα μου φάνηκε ότι ήρθαμε στην αυλή από την Πόρτα πού μπήκαμε, βρήκαμε όμως το Τραπέζι άδειο και δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος.

   Τότε συνήρθα και έτσι ελευθερώθηκα από εκείνα τα φοβερά και θαυμαστά πράγματα πού είχα δη. Υστερα άρχισα να εξετάζω τον εαυτό μου, σκεφτόμενος, τι ήταν εκείνα πού είδα και διδάχτηκα, τα οποία καλά τυπώθηκαν στο νου μου. Σηκώθηκα λοιπόν και πη­γαίνοντας προς τον Άγιο Γέροντα μου, σκεφτόμουν και έλεγα στον εαυτό μου' άρα ρε από το διάβολο να είναι αυτά τα θαυμαστά πράγματα πού είδα, ή από το θεό; Μόλις έφθασα στο Γέροντα μου, έβαλα μετάνοια κατά τη συνήθεια και αφού πήρα την ευλογία του, κάθισα κοντά του και  μου είπε με γλυκύ πρόσωπο. Ξέρεις τεκνών Γρηγορεί, πώς αυτή τη νύκτα ήμασταν μαζί στα αιώνια αγαθά.! Εγώ για να δω τι έχει να μου πι, προσποιήθη­κα πώς δεν ήξερα τι μου έλεγε και είπα: Εγώ Γέροντα μου, ήμουν στο κελί μου και κοιμόμουν αυτή τη νύκτα. Και εκείνος μου απάντησε με χαμηλή φωνή, επει­δή ήμασταν μόνοι στο κελί του λέγοντας: Ναι τεκνών, το γνωρίζω και  εγώ αληθινά, ότι με το σώμα σου κοιμόσουν στο κελί σου, αλλά με το πνεύμα και το νου σου περπατούσες σε αλλά μέρη. Όσα λοιπόν σου έδειξα αυτή τη νύκτα, μην τα νομίσεις όνειρα, αλλά αληθινή θε­ωρία. Δεν πήγες αυτή τη νύκτα στη Θεοδώρα; Δεν έφθασες στην Ουράνια Κατοικία μου; Δεν έτρεχες για να φθάσεις και βρέθηκες στη μεγάλη Πόρτα και όταν έβγαινε ή Θεοδώρα σε υποδέχθηκε όλο χαρά; Δεν σου διηγήθηκε το ψυχομαχητό της και το θάνατο της; Και ότι με μεγάλη βία και τρόμο πέρασε τα αγρία και σκοτεινά εναέρια τελώνια, επειδή τη βοήθησα σε πολλά μέρη και ελευθερώ­θηκε τελείως; Δεν μπήκες στην αυλή με τη Θεοδώρα με τη διαταγή μου; Δεν είδες τη θαυμαστή Τράπεζα, την κατάσταση της και τα θαυμάσια πράγματα και τα ωραία οπωρικά και ποια ήταν τα θαυμαστά και μυρωδάτα λου­λούδια και ποιοι ήταν οι νέοι πού την υπηρετούσαν; Δε στεκόσουν και έβλεπες την ομορφιά πού είχαν εκείνα τα θαυμαστά και εξαιρετικά βασιλικά παλάτια; Δεν παρουσιάστηκες κοντά μου και σου έδειξα τη Θεοδώρα, για την οποία πολλές φορές με παρακάλεσες να την δεις, σε ποια κατάσταση βρίσκεται; Δε σε οδήγησε εκείνη, κατόπιν δικής μου εντολής και μπήκατε μαζί στο θαυμαστό περιβόλι; Δεν κρατούσες στα χέρια σου εκείνα τα χρυσοβλάσταρα χόρτα και απορούσες για την ομορφιά των καρ­πών τους; Όλα αυτά δεν τα είδες την περασμένη νύκτα; Και πώς λέγεις λοιπόν έτι σε άλλο μέρος δεν ήσουν ούτε είδες κανένα πράγμα;

    Όταν άκουσα εγώ αυτά, τα οποία σαν πύρινη φλόγα μου φαινόταν ότι έβγαιναν από το στόμα του Αγίου και σκεφτόμενος, ότι όλα όσα μου έλεγε ήταν αλήθεια, λιπο­θύμησα και έμεινα άφωνος. Στην συνεχεία, άρχισα να χύνω ποτάμι τα δάκρυα και να βρέχεται τι προσώπου μου, όσο σκεφτόμουν το ύψος της Αγιότητας και των θαυμάτων του, ότι Γήινος Άγγελος ήταν, και όχι νοερά ήταν εκεί, αλλά πράγματι, σαν να βρισκόταν με το σώμα, τα γνώριζε όλα. Τότε ο Άγιος μου είπε: Εάν τεκνών, πέρασης τη ζωή σου σύμφωνα με τις Εντολές του Χρίστου, εάν αποφεύγεις την κακία και εργάζεσαι την αρετή, θα σε δεχτώ εκεί μετά τον θάνατο σου, στην αιώνια Κατοικία, πού μου χάρισε ο Κύριος, με την Αγαθότητα Του. Γιατί εγώ πρόκειται να αναχωρήσω σε λίγο καιρό από αυτόν το μάταιο κόσμο, εσύ ύστερα από λίγο, θα με ακολουθήσεις, με ζωή θεάρεστη και καλά έργα, καθώς ο Κύριος μου απεκάλυψε. Πρόσεχε παιδί μου, να μη βγουν από το στόμα σου τα όσα είδες και άκουσες, όσο εγώ ζω σ' αυτόν τον όσο. Γνωρίζω ότι πρόκειται να γράψεις τον ταπεινό μου βίο και τα έργα μου να αφήσεις στον κόσμο, προς ωφελείαν αυτών πού διαβάζουν, εγώ σε λίγο θα βρεθώ σε όλα αυτά, κατά το θέλημα του θεού. Όταν μου είπε αυτό ο Αγιότατος μου Γέροντας με διέταξε να πάω στην κατοικία μου και να φροντίζω για τη σωτηρία της ψυχής μου.

   Μέχρι εδώ, αδελφοί και Πατέρες τιμιότατοι, είναι ή διήγηση του θανάτου της Θεοδώρας, την οποία είδε και έγραψε ο σοφότατος Γρηγόριος. Έχει γραμμένα και αλλά πολλά θαύματα και αποκαλύψεις του Αγίου, και πώς του έδειξε ο Χριστός, το φοβερό Κριτήριο, τους χορούς των Αγγέλων και  την πολυθαύμαστη τάξη και μακαριότητα.

Είναι επίσης και αλλά πολλά γραμμένα στο χειρόγραφο, τα οποία αφήσαμε χάριν συντομίας, περιλάβαμε μόνον το θάνατο της Θεοδώρας, ως πιο ψυχωφελές και για το σκοπό πού γράφτηκαν από το σοφότατο Μοναχό Γρηγόριο. Για να γνωρίζουμε εμείς οι άνθρωποι και να θυμόμαστε συχνά το μυστήριο του θανάτου και τον κίν­δυνο πού έχει ή ψυχή μέχρι να περάσει τα εναέρια τελώ­νια, ώστε να διορθώνουμε τις ψυχές μας, με τη Μετάνοια και  την Εξομολόγηση.

Τω δε θεώ Δόξα, Κράτος, Τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

Μνήμη θανάτου, γνώρισμα σοφού ανθρώπου

Ο ελάχιστος Πνευματικός πατήρ πού επιμελήθηκε αυτήν την καινούργια έκδοση, θέλει να παρακάλεση τον κάθε αναγνώστη του φυλλαδίου αυτού να έχει μνήμη θανάτου, γιατί μόνον έτσι θα αρχίσει να αποκτά αρετές: Τα-πεινώσεως, Αγάπης, Πίστεως, Υπακοής, Πραότητας, Συνέσεως, Σωφροσύνης, Εγκράτειας, Ελεημοσύνης, Φιλο­ξενίας, Φιλανθρωπίας, Αγαθοεργίας, Υπομονής, Συγκαταβάσεως, Φοίβου θεού, Ευσεβείας, Προσευχής, Μυστη­ριακής ζωής, Δικαιοσύνης, Μακροθυμίας, Σιωπής, Αγα­θών λογισμών, Μελέτης, Διάθεση για θυσία και Ιεραποστολή. Έτσι προετοιμασμένος με τα μεγάλα εφόδια από τον αγώνα πού έκανε στη γη θα κληρονομήσει σίγουρα τη θεία Βασιλεία του Χρίστου εις αιώνας, αιώνων.

Όπως θα διαπιστώσατε από τη διήγηση αυτή, αίτία πού ή Αγία μας Εκκλησία επιμένει στη συνεχή Εξομολόγηση με Ταπείνωση και Καθαρότητα, είναι να κερδί­σουμε την αιώνια ζωή. Να μην ξεχνούμε ακόμη ότι πο­λύ αναπαύεται ο θεός, όταν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί έχουν υπακοή σε προσεκτικό Πνευματικό Πατέρα. Οι Άγιοι μιλούν στις ψυχές μας    Να ενθύμησε τα τελευταία σου, και στον αιώνα δε θα αμαρτήσεις (Σοφία  Σειράχ 7, 36).

Μακάρια ή ψυχή, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, πού νύ­κτα και ημέρα σκέπτεται πώς θα δόση λόγο στην μεγάλη ήμερα της Κρίσεως, δι' όλα όσα έπραξε. Διότι εκείνος πού την ημέρα και ώρα εκείνη της κρίσεως θέτει μπροστά στα μάτια του και πάντοτε μελετά έτι θα κριθή, αυτός ή καθόλου ή ελάχιστα θα αμαρτήσει, επειδή το να αμαρτάνουμε συμβαίνει από την έλλειψη του φόβου του θεού.

Όπως το ψωμί είναι στο σώμα αναγκαιότερο από όλες τις τροφές, έτσι και ή ενθύμηση του θανάτου είναι αναγκαιότερη στην ψυχή και πιο σωτήρια από όλες τις άλλες εργασίες. Είναι άξιος επαίνου στ' αλήθεια, εκείνος πού κάθε ή­μερα περιμένει το θάνατο και ζει με φόβο και τρόμο πάντοτε, σαν να ήταν εκείνη ή τελευταία ημέρα της ζωής του.  Σύγχρονο τέχνασμα τον διάβολου και πανουργία δαιμονική της εποχής μας είναι να πείσει τους ανθρώ­πους, ότι δεν υπάρχει κόλαση και μη φοβάσθε. Ή Αγία Γραφή όμως αιώνες τώρα μας προειδοποιεί, ότι για τον άνθρωπο υπάρχει και Παράδεισος και κόλαση και ότι αυτά πού γράφονται δεν είναι για να μας φοβερίζουν, αλλά να μας προειδοποιούν, ώστε να μην αμελούμε τη σωτη­ρία μας και συνεχώς να ετοιμαζόμαστε για το μεγάλο τα­ξίδι, με εισιτήριο, το Μυστήριο της Εξομολογήσεως.

 

Η ΑΓΙΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΑΒΑ ΜΑΚΑΡΙΟΥ

Περί απόκρυφων και αρρήτων μυστηρίων και περί Μνημοσυνών των κεκοιμημένων

 

Ενώ πορευόταν κάποτε στην έρημο ο Αβάς Μακάριος, τον ακολουθούσε Άγγελος Κυρίου και  του λέγει: Ευλόγησαν πάτερ άγιε. Ο δε Γέροντας σκεφτόμενος ότι είναι μονάχος από την έρημο είπε προς αυτόν: Ο θεός να σε συγχώρηση, τεκνών. Αφού περπάτησαν λοιπόν μαζί λίγο διάστημα, πρόσεξε ο Αβάς την εμφάνιση και το όλο παρουσιαστικό του συνοδοιπόρου του και  τον ερωτά. Σε βλέπω τεκνών και απορώ, με τη θαυ­μαστή σου εμφάνιση και σκέφτομαι μήπως και δεν είσαι άνθρωπος και σε ορκίζω εις τον θεόν να μου πεις την α­λήθεια. Τότε ο Άγγελος έβαλε μετάνοια στον Άβα Μακάριο και λέγει: Ευλόγησαν πάτερ. Εγώ καθώς βλέπεις δεν είμαι άνθρωπος, αλλά Άγγελος και ήρθα να σε διδάξω Μυστήρια, τα οποία δεν ξέρεις και επιθυμείς να μάθεις. Λοιπόν ρώτησε με εάν θέλεις κάτι και  εγώ σου απαντώ.  Τότε ο Γέρων, αφού έκανε μία μετάνοια στον Άγγελο, λέγει: Σε ευχαριστώ, Κύριε, ότι μου έστειλες Οδηγό, για να μου διδάξει εκείνα πού δεν ξέρω και επιθυμώ να μάθω, απόκρυφα μυστήρια πού δεν λέγονται. Και ο Άγγελος είπε: Λοιπύν ρώτησε με Πάτερ. Ο δε Γέρων λέγει: Πες μας, άγιε Άγγελε, εάν γνωρίζονται αναμετα­ξύ τους οι άνθρωποι σε κοινών τον αιώνιο κόσμο οι κεκοιμημενοι.

      Και είπε ο Άγγελος: Άκουσε Πάτερ Άγιε. Όπως στον κόσμο αυτήν, οι άνθρωποι κοιμόνται από το βράδυ μέχρι το πρωί και  την επόμενη σηκώνονται και γνωρί­ζουν τους ανθρώπους πού έβλεπαν εχθές και τους χαιρε­τούν και συνομιλούν και  πολλές φορές κάθονται μαζί και ευχαριστιούνται και ερωτά ο ένας τον άλλον, έτσι γίνεται και  σε κοινών τον κόσμο, ο ένας τον άλλον γνω­ρίζει και συνομιλεί. Διότι, καθώς πάει κάποιος στην αγορά και εκεί βλέπει άρχοντες και πτωχούς και Ρώτα ποιας είναι αυτός και ποίους εκείνος και με τις ερωτήσεις μαθαίνει και  εκείνους τους οποίους ποτέ δεν είδε, έτσι γίνεται και εκεί, αλλά μόνον για τους Δικαίους, διότι οι αμαρτωλοί και αυτό το στερούνται.

Τότε λέγει ο Γέροντας: Πες μου και αυτό παρακα­λώ μετά το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, τι γίνεται και γιατί γίνονται τα Μνημόσυνα των κεκοιμημενων; Και ο Άγγελος είπε: Άκουσον Πάτερ Άγιε, μετά το χωρισμό της ψυχής από τι σώμα, παίρνουν την ψυχή οι Άγγελοι και  την τρίτη ήμερα τη φέρνουν στον ουρανό για να προσκύνηση τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Από τη γη μέχρι τον ουρανό υπάρχει μια σκάλα και  σε κάθε σκαλοπάτι της έχει ένα τάγμα δαιμόνων, τα οποία λέγονται τελώνια και ζητούν την ψυχή φέρνοντας τα χειρόγραφα της ψυχής και τα δείχνουν στους Αγγέλους λέγοντας: Την τάδε ήμερα, τόσο του μηνός, ή ψυχή αυ­τή έκανε το εξής: Η έκλεψε ή πόρνευες, ή μοίχευσε, ή αυνανίσθηκε, ή είπε ψέματα, ή συμβούλεψε άνθρωπο για κακά έργα και οτιδήποτε άλλο κακό έκανε όλα τα δείχνουν στους Αγγέλους. Τότε και οι Άγγελοι δεί­χνουν ότι καλό έκανε ή ψυχή εκείνη, ή ελεημοσύνη ή προσευχή ή λειτουργία ή νηστεία ή οτιδήποτε άλλο καλό έκανε ή ψυχή και έτσι συγκρίνουν τα καλά και τα άσχημα, οι Άγγελοι και  οι δαίμονες και εάν βρεθούν περισσότερα τα καλά, αρπάζουν την ψυχή οι Άγγελοι, με μεγάλη χαρά και ανεβαίνουν σε άλλο σκαλοπάτι και οι δαίμονες τρίζουν τα δόντια τους, σαν αγρία σκυλιά και αγωνίζονται να αρπάξουν την ελεεινή ψυχή από τους Αγγέλους. Ή ψυχή συστέλλεται και  τρομάζει πολύ και κρύβεται στις αγκαλιές των Αγγέλων και γίνεται μεγάλη συζήτηση και πολύς θόρυβος μέχρις ότου ελευθερώ­σουν την ελεεινή εκείνη ψυχή από τα χέρια των δαιμόνων. Και πάλι ανεβαίνουν σε άλλο σκαλοπάτι και εκεί βρίσκουν άλλο τελώνιο χειρότερο και αγριότερο και ε­δώ πάλι γίνεται πολλή ενόχληση και ταραχή μεγάλη πού δεν μπορώ να σου την περιγράψω, ποιος θα πάρει την ελεεινή εκείνη ψυχή, και φωνάζοντας οι δαίμονες, ελέγχουν την ψυχή και λέγουν: Που πας; δεν είσαι συ πού πόρνευες, πού καταμόλυνες το Αγιον Βάπτισμα; δεν είσαι συ πού μόλυνες το Αγγελικό Σχήμα; που πας τώρα; γύρισε πίσω, επέστρεψε κάτω, στον σκοτεινό Άδη, στο πυρ το εξώτερο, στον σκωληκιά την ακοίμητο. Τότε, αν ή ψυχή είναι καταδικασμένη, την επιστρέφουν οι πο­νηροί δαίμονες, στα κατάβαθα της γης, σε τύπο σκοτεινό και οδυνηρό και αλίμονο σε κείνη την ψυχή, αλίμονο στην ώρα εκείνη, πού γεννήθηκε ο άνθρωπος ε­κείνος. Πώς να σου περιγράψω, Πάτερ Άγιε την ανάγκη πού έχουν οι καταδικασμένες ψυχές στον τύπο εκείνον;

Εάν βρεθεί ή ψυχή καθαρή και αναμάρτητος, ανε­βαίνει στον ουρανό με μεγάλη χαρά και  την προϋπαντούν οι Άγγελοι με λαμπάδες και θυμιάματα και ασπάζονται την ψυχή. Μετά πηγαίνουν στον Δεσποτικό θρόνο, για να προσκύνηση την Κύριο και θύε ημών Ιησού Χριστό και τότε βλέπει τους χορούς των Αγίων Απόστολων, των Αγίων Μαρτύρων, των Αγίων Πατέρων, τα Εννέα Τάγματα των Αγίων Αγγέλων, την λαμπρότητα ε­κείνη, πού δεν μπορεί κανείς με λόγια να περιγράψει και ακούει την Αγγελική εκείνη μελωδία και  την ομορφιά τη θαυμάσια του Παραδείσου.

Σε ερωτώ; Και για τα μνημόσυνα, πώς και γιατί γί­νονται; Επειδή όπως είπαμε, μετά τις τρεις ημέρες, α­νεβαίνει ή ψυχή για να προσκύνηση, γι' αυτό κάνουμε τα τριήμερα, δίνοντας στους φτωχούς από το δίσκο ή το πανέρι Οτιδήποτε, είναι σαν να τα στέλνουμε στον Κύ­ριο υπέρ της ψυχής πού αναπαύτηκε. Και μετά την προ­σκύνηση, επιστρέφουν την ψυχή οι Άγγελοι στη γη και δείχνουν σ' αυτήν τους τύπους οπού περπάτησε στη ζωή της και  της θυμίζουν τις πράξεις της, τις πονηρές και αγαθές, λέγοντας: Εδώ έκλεψες, εκεί πόρνευσες, εδώ κατηγόρησες, εκεί αυνανίσθηκες, εδώ θύμωσες και σκότωσες, εκεί έγινες επίορκος, εδώ αδίκησες, εκεί βλαστήμησες, εδώ τόκισες χρήματα, εκεί μέθυσες, εδώ μοίχευσες, εκεί σκανδάλισες. Ύστερα πάλι θυμίζουν τις αγαθές πράξεις: Εδώ έδωσες ελεημοσύνη, εκεί νήστευες, εδώ μετανόησες, εκεί έκανες θεία Λειτουργία, εδώ έκανες παράκληση, εκεί αγρυπνία, εδώ προσευχή, εκεί γονυκλισία, εδώ σιωπή, εκεί εγκράτεια. Αυτά κάνουμε μέχρι την ένατη ήμερα. Την ένατη ήμερα ανέρχονται πάλι για προ­σκύνηση, όπως και  την τρίτη ήμερα.  Τα Μνημόσυνα γίνονται υπέρ των ψυχών, σαν υπεν­θύμιση στον Κύριο, για να αποδεχτή την ψυχή με συγκατάβαση, επειδή πολύ ωφελούν την ψυχή οι ελεημο­σύνες, οι θειες Λειτουργίες και τα Μνημόσυνα, τόσο, πού μπορούν να βγάλουν την ψυχή από την Κόλαση.   

        Μετά τη δεύτερη προσκύνηση, πάλι παίρνουν την ψυχή οι Άγγελοι και δείχνουν σ' αυτήν τον Παράδεισο, τον Ελαιώνα, τον Κόλπο του Αβραάμ, τις Σκηνές οπού ανα­παύονται οι Δίκαιοι. Και όταν δη τη χαρά εκείνη την α­περίγραπτη, παρηγορείται και χαίρεται και παρακαλεί τους Αγγέλους να αφήσουν την ψυχή εκεί κοντά στους Δικαίους. Μετά δείχνουν και  την κόλαση των αμαρτω­λών λέγοντας: Αυτός είναι ο πύρινος ποταμός, αυτός εί­ναι ο σκώληκος ο ακοίμητος, αυτό είναι το σκοτάδι το εξώτερον και αυτό το εσώτερο, αυτός είναι ο βρυγμός των οδόντων και στη συνεχεία, όλες τις κολάσεις των α­μαρτωλών. Δεν υπάρχει, Άγιε Πάτερ, άλλη κόλαση χειρότερη και φοβερότεροι, σαν του πόρνου και λεπτού, ιδιαίτερα δε του πόρνου Μονάχου και μοναχής, του πόρνου Ιερέως και πρεσβυτέρας.     Αφού δουν όλα αυτά ξαναφέρετε ή ψυχή για προ­σκύνηση την τεσσαρακοστή ήμερα στο θρόνο του θεού. ΓΗ αυτό γίνονται αυτά τα Μνημόσυνα των τεθνεώτων, επειδή πρόκειται την τεσσαρακοστή ημέρα να πα-δη απόφαση και να κατάταξη ο φιλάνθρωπος θεός την ψυχή, κατά τα έργα και τις πράξεις πού έκανε στον κόσμο αυτό. Οι ιερείς στα μνημόσυνα, μεσιτεύουν και πα­ρακαλούν το θεό να συγχώρηση τον αποθανόντα.   Έτσι, τοποθετείται ή ψυχή οπού αποφασίσει ο Κύ­ριος μέχρι την ημέρα της Αναστάσεως, όποτε θα αναστηθεί και τα σώμα και θα απόλαυση κατά τα έργα του.

    Τότε αναστέναξε ο Γέροντας και αφού δάκρυσε πικρά είπε:  Αλίμονο, την ημέρα εκείνη πού γεννήθηκε ο άνθρωπος εκείνος. Λέγει σ' αυτό ο Άγγελος: Ναι τίμιε Πάτερ, έτσι είναι για τους αμαρτωλούς, Όμως για τους δικαίους, μακάρια ή ήμερα και ή ώρα κατά την ο­ποία γεννήθηκαν οι άνθρωποι αυτοί.  Τότε λέει ο Όσιος: Σε παρακαλώ, πες μου και αυτό :  έχει καμία άνεση ο αμαρτωλός και έχει τέλος ή κόλαση του; Ο Άγγελος είπε: Όχι Πάτερ Άγιε, ούτε ή Βασι­λεία των Δικαίων έχει τέλος, ούτε ή κόλαση των αμαρ­τωλών. Εάν έπαιρνε κανείς, κάθε χίλια χρόνια, ένα κόκκο άμμου από τη θάλασσα και τον μετέφερε, θα είχε ελ­πίδα να τελείωση κάποτε ή άμμος της θαλάσσης, των α­μαρτωλών όμως ή κόλασης δεν θα έχει τέλος.   Λέγει πάλι ο Όσιος: Παρακαλώ πες μου και τούτο' ποιοι Άγιοι είναι πιο σπλαχνικοί στον άνθρωπο, για να τους παρακαλεί ο ελεεινός άνθρωπος, να πρεσβεύουν γι’αυτόν;     Απάντησε ο Άγγελος και  λέγει: Όλοι οι Άγιοι σπλαχνικοί είναι σε σας τους ανθρώπους και ευγνώμο­νες, αλλά εσείς οι άνθρωποι σαν αγνώμονες και αχάριστοι κάνετε αυτούς να οργίζονται εναντίον σας. Διότι και οι άγιοι Άγγελοι έχουν πολλή ευσπλαχνία στον άνθρωπο, επειδή εξ αιτίας της σωτηρίας των ανθρώπων εί­δαν και αυτοί τα παράδοξα του θεού. Εκτός από Αυ­τούς, ή Κυρία Θεοτόκος, ή Δέσποινα μας, σπλαχνίζεται πια πολύ το γένος των ανθρώπων. Έπρεπε, Άγιε Πάτερ, οι άνθρωποι να μην αφήνουν ούτε στιγμή, πού να μην αναφέρουν το Όνομα Της, από το στόμα τους. Αλλά ο διάβολος απάτησε τους ανθρώπους και έγιναν αχάριστοι. Διότι με τις Πρεσβείες Της, και τις παρακλήσεις Της, στέκεται ο ιασμός μέχρι σήμερα και επειδή περιφρόνησαν οι άνθρωποι το θεό και τους Άγιους, περιφρόνησε και Ο θεός αυτούς, καθώς και οι Άγιοι.

    Λέγει πάλι ο Όσιος: Πες μας, Άγιε Άγγελε, ποιο αμάρτημα είναι μεγαλύτερο από όλες τις αμαρτίες; Και ο Άγγελος είπε: Κάθε αμαρτία, Τίμιε Πάτερ, χωρίζει την άνθρωπο από το θεό. Ή μνησικακία και ή βλασφημία καλύπτουν όλες τις αμαρτίες, Διότι αυτές και μόνες είναι ικανές να κατεβάσουν τον άνθρωπο στα κατάβαθα του οδού και στα καταχθόνια της γης και της θαλάσσης.  Και πάλι ο Γέρων είπε: Ποιο αμάρτημα περισσότερο από όλα μισεί ο θεός; Και ο Άγγελος απάντησε; Την κενοδοξία αύτη μόνη, όλο τον κόσμο κατέστρεψε, με αυτήν ο Φαρισαίος όλους τους κόπους έχασε' διότι ο άνθρωπος, εάν Παισοί σε τέτοιο πάθος, δύσκολα σηκώνε­ται.

Ο Γερων πάλι ρώτησε: Ποιοι άνθρωποι κολάζονται περισσότερο από τους άλλους; Και  ο Άγγελος του άπαντα: Σε είπα, ο πόρνος και ο βλάσφημος πλην όμως σου λέγω και αυτό, ότι πιο κάτω από όλες τις κολάσεις, υπάρχει κόλαση τρομερή και πονηρή, ή οποία ονομάζεται αφάνεια εκεί κολάζονται οι πόρνοι ιερείς και μονα­χοί και μονάχες, πού πόρνευαν. Διότι, Τίμιε Πάτερ, πρόκειται να ανανεωθεί το εκπέσουν τάγμα των αγγέλων, από τους καλούς Ιερείς και Μοναχούς και σε μεγάλη τι­μή θα πάνε. Λοιπόν οι πονηροί και κακοί μοναχοί σε μεγάλη ατιμία και κόλαση διώχνονται, αλλά και  οι ιερείς πού παραβαίνουν τους θείους Νόμους και αυτοί πού δέχονται τους παράνομους, εξ αιτίας των δώρων και αυτοί πού καταφρονούν τις ακολουθίες των ιερέων, εξαι­τίας κοσμικών και βιοτικών φροντίδων. Γιατί, για μια α­κολουθία, έχουν να δώσουν λόγο στο θεό. Για δε τους ιερείς πού μεθούν, τι να πω και τι να λαλήσω; Αλίμονο σ' αυτούς, ότι φοβερή κόλαση τους περιμένει.

Τότε λέγει ο Γέρων: Πες μου και αυτό σε παρακα­λώ αυτοί πού καταφρονούν την Άγαν Κυριακή, έχουν κάποιο μέρος στην κόλαση; Και απάντησε ο Άγγελος και είπε: Αλίμονο και σ' αυτούς, Τίμιε Πάτερ! φρι­κτή κόλαση τους περιμένει και  οποίος καταφρονεί την Κυριακή την Αγια, τον Κύριο καταφρονεί και ο Κύριος αυτόν, διότι ή Κυριακή ήμερα, είναι ο ίδιος ο Κύριος.  Και οποίος τιμά την Κυριακή, τον Κύριο τιμά. Οποίος πάλι τιμά τη μνήμη των Αγίων και οποίος γιορτάζει τις  μνήμες αυτών, βοηθούν και οι Άγιοι αυτόν, διότι μεγάλη παρρησία έχουν προς το θεό και ο,τι ζητήσουν, τους το δίνει ο Κύριος. Αλλά οι άνθρωποι, έδιωξαν το Φόβο του θεού από τις ψυχές και ούτε το θεό έχουν Φίλο ούτε κάποιον από τους Αγίους, αλλά προσκολλήθηκαν μόνο στα βιοτικά και κοσμικά πράγματα πού καταστρέφονται και φθείρονται και αλίμονο σ' αυτούς! Γνώριζε, Τίμιε Πάτερ, ότι κάθε άνθρωπος, ή Ιερέας, ή μονάχος, ή κοσμικός, ή ιδιώτης, ο οποίος δεν τιμά την ήμερα της Κυρια­κής, θεού πρόσωπο δεν πρόκειται να δη, ούτε ελπίδα σω­τηρίας έχει. Τώρα λοιπόν, Τίμιε Πάτερ, εάν θέλεις να ρωτήσεις κάτι ακόμη, ρώτησε με, γιατί είναι ώρα να πάω στον Ουρανό και να παρουσιαστώ στον Κύριο μου.  Τότε αναστέναξες ο Γέροντας και αφού δάκρυσε πικρά είπε: Αλίμονο σε μας! Ιδού ο καλός δούλος του Κυρίου μου, ενώ είναι Άγγελος, αυλός και αναμάρτητος, βιάζεται για να δοξολογήσει τον Κηρίων, εμείς δε οι υλι­κοί και αμαρτωλοί δε φροντίζουμε αλλά αμελούμε τη σω­τηρία μας.  Λέγει πάλι ο Όσιος προς τον Άγγελο: Σε παρακα­λώ, πες μου, ποια προσευχή αρμόζει στο Μοναχό;  Ο Άγγελος απάντησε: Εάν είναι γραμματισμένος ο άνθρωπος, οι ψαλμοί του Δαβίδ, εάν όμως δεν είναι, να λέει: ‘’Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του θεού, ελέησαν με τον αμαρτωλών’’. Αύτη ή ευχή είναι ή δυνατότερη. Πολ­λοί γραμματισμένοι, άφησαν όλα και κράτησαν αυτήν την ευχή και σώθηκαν, γιατί αυτήν μπορούν να την κρατήσουν στο μυαλό τους και άνδρες και γυναίκες και παιδία και Μοναχοί και Μοναχές και αυτοί πού μπορούν να μάθουν και αυτοί πού δεν μπορούν και οι έμπειροι και οι άπειροι και οποίος θέλει να σωθεί, αυτήν ας έχει στο μυαλό του και μέρα και νύχτα, στο κελί του, στο δρόμο, είτε είναι όρθιος είτε καθιστός και εάν περπατάει και εάν εργάζεται, αυτήν την ευχή ας κρατάει, με πόθο και προ­θυμία, γιατί αυτή ή προσευχή, είναι ικανή να σώσει ο­ποίον έχει την επιθυμία να σωθεί.

Και πάλιν είπε ο Όσιος: Επειδή ήρθες να με διδάξεις εμένα τον αμαρτωλό, σε παρακαλώ πες μου και αυτό. Εάν βρεθεί κάποιος αμαρτωλός άνθρωπος και διδάξει άλλον και τον βγάλει από την αμαρτία και του δείξει το σωστό δρόμο, έχει τίποτα μισθό;   

Λέγει σ' αυτόν Ο Άγγελος: Οποίος κάνει αυτά πού με Ρώτας σώζει τον εαυτόν του, ενώ αντίθετα οποίος συμβουλεύει τον άλλον στο κακό, όχι μόνον εκείνον καταστρέφει, αλλά και  την ψυχή του παραδίνει στο διαβολέα. Λοιπόν δεν υπάρχει χειρότερη αμαρτία, στο να συμβουλεύεις τους ανθρώπους στα κακά έργα, όπως επίσης είναι πολύ καλό στα να συμβουλεύεις στα καλά έργα.  Πάλι ρώτησε ο Όσιος λέγοντας: Πες μου και αυτό άραγε μέχρι τώρα πλήθυναν οι Άγιοι σε όλον τον Κόσμο;   Και μέχρι το τέλος θα μείνουν έτσι;    Ο Άγγελος του είπε: Μέχρι τη συντέλεια του αιώ­νος, Τίμιε Πάτερ, δε θα εκλείψουν οι Άγιοι και Προφή­τες του Κυρίου και θεού μας, όπως δε θα εκλείψουν και οι υπηρέτες του σατανά. Γνώριζε όμως ότι στους μελλο­ντικούς χρόνους, όσοι αληθινά θα υπηρετούν το Χριστό, δε θα το δείχνουν στους ανθρώπους και ενώ δε θα κάμνουν σημεία και τέρατα, όπως τώρα, αλλά θα βαδί­ζουν την πρακτική οδό με ταπείνωση, αυτοί θα βρεθούν πιο ψηλά στη Βασιλεία του θεού (απ’ αυτούς πού σήμε­ρα κάνουν θαύματα). Διότι τότε, στους έσχατους και­ρούς δε θα μπορούν να βρουν κάποιον να κάμνει σημεία και θαύματα, για να παρακινηθούν από αυτά οι άνθρωποι και να κάνουν πνευματικό αγώνα, γιατί εκείνοι πού θα ποιμαίνουν και  θα εξουσιάζουν, σε όλον το κόσμο, θα είναι εντελώς αδόκιμοι, χωρίς να έχουν καμία αρε­τή. Αντίθετα θα είναι γαστρίμαργοι, φιλάργυροι, κενόδοξοι και έτσι περισσότερο μάλλον, θα σκανδαλίζουν τους ανθρώπους, παρά θα είναι παραδείγματα. ! Εξ αιτίας λοιπόν αυτής της καταστάσεως, θα παραμεληθεί κάθε αρετή, θα βασιλεύει όπως είπαμε ή φιλαρ­γυρία και αλίμονο σ' εκείνους, πού θα χαίρονται ότι έχουν χρήματα πολλά, θα γίνουν όνειδος (ντροπή) στα !             μάτια του Κυρίου και θεού μας και δεν πρόκειται να δουν Πρόσωπο θεού Ζώντος.  Μονάχος ή λαϊκός πού τοκίζει τα χρήματα του στους ανθρώπους, στα βαθιά τάρταρα θα καταποντιστεί, διότι δεν προτιμά να τα κάνη αυτά καρποφόρα, στον Κύ­ριο και θεό μας, με τις ελεημοσύνες στους φτωχούς.

Αυτά αφού είπε Ο Άγγελος στον Άβα Μακάριο και αφού έκλινε προς αυτόν την κεφαλή του είπε: Ευλόγησαν Πάτερ Άγιε, συγχωρήσουν με.  Τότε έπεσε Ο Γέρων, προσκύνησε Αυτόν λέγοντας: Πορεύουν εν ειρήνη, παράστηθη (να παρασταθείς) τη Α­γία Τριόδι και πρέσβευε υπέρ εμού.   Έτσι αναχώρησε ο Άγγελος και  ανέβηκε στον ουρανό.

Ο δε Άβας Μακάριος, ευχαρίστησε το θεό και πή­γε στο κελί του και διηγήθηκε στους αδελφούς και  συνασκητας του, όσα είδε και άκουσε από του Άγιο Άγγελο, δοξάζοντας και ευλογώντας τι θεό.  ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ  ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ, ΤΙΜΗ ΚΑΙ  ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ Τα αδύνατα παρά άνθρωπος, δυνατά παρά τω θεώ εστί (Λούκα 18(ΟΙΗ')27).

Καλή Μετάνοια, καλό Παράδεισο και καλή Σωτηρία στην αιώνια θεία Βασιλεία. Αμήν.

 

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΟΒΕΡΗ ΩΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος μας διδάσκει τα εξής: Δεν αμφιβάλλουμε ότι τα νήπια όταν πεθαίνουν και είναι βαπτισμένα, θα εισέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών, όχι όμως και  όλα εκείνα πού είχαν αρχίσει να ομιλούν, διότι οι γονείς αποκλείουν τη σωτηρία των μικρών παιδιών των, εάν τους δίνουν κακή ανατροφή. Στην πόλη αύτη ζούσε κάποιος άνθρωπος σ' όλους γνωστός. Αυτός πριν τρία χρόνια είχε ένα γιο περίπου πέντε χρόνων, τον οποίο δεν ανέτρεφε καλά, επειδή τον αγαπούσε πολύ, σαρκικά. Έτσι το παιδί συνήθισε να βλάσφημη την Μεγαλοσύνη του θεού. Αυτό λοιπόν το παιδί, όταν εδώ και τρία χρόνια έπεσε θανατικό στην πόλη, προσεβλήθη και ήλθε σε θάνατο. Οι αυτόπτες μάρτυρες διηγούνται ότι, καθώς ο πατέρας κρατούσε τον γιο στην αγκαλιά του, ήλθαν τα πονηρά πνεύματα κοντά του, τα οποία μόλις είδε το παιδί, έτρεμε και έκλεινε τα μάτια του και  άρχισε να φωνάζει: πατέρα, σώσε με, σώσε με και προσπαθούσε να κρύψει το πρόσωπο του στην αγκαλιά του πατέρα του. Βλέποντας ο πατέρας αυτόν να τρέμει, την ερώτησε τι βλέπει και  το παιδί αποκρίθηκε: Μαύροι άνθρωποι ήλθαν θέλοντας να με πάρουν και αφού είπε αυτό, αμέσως βλασφήμησε το όνομα της Μεγαλοσύνης του θεού και τότε ξεψύχησε. Για να δήξη δηλαδή ο Παντοδύνα­μος θεός για ποιο αμάρτημα παραδόθηκε το παιδί σε τέτοιους υπηρέτες, παραχώρησε να πεθάνει με αυτό το αμάρτημα, από το οποίο δεν προσπάθησε ο πατέρας του να τον εμπόδιση όταν ζούσε. Και έτσι αυτό το παιδί πού από ευσπλαχνία ανεχόταν ο θεός να ζει βλάσφημα, παρεχώρησε κατά την δικέ η κρίση Του να βλασφημήσει όταν ξεψυχού­σε, για να εννοήσει καλά ο αμελής πατέρας την αμαρτία του, διότι αδιαφορώντας αυτός για την ψυχή του παιδιού του, ανέθρεψε για τη γεννά του πυρός όχι ένα μικρό, αλλά ένα μεγάλο αμαρτωλό (Εύεργετινος Α' τόμος).

 

ΟΡΑΜΑ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Δε με είχε θολώσει καλά - καλά ο ύπνος, δεν ξέρω αν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, και βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο με αλλόκοτη όψη. Ήτανε κατακίτρινος, σαν πεθαμένος, μα τα μάτια του ήτανε σαν ανοιχτά και μ' έβλεπε τρομαγμένος. Το πρόσωπο του ήτανε σαν μάσκα, σαν μούμια, με τι πετσί του γυαλιστερό, μαυροκίτρινο, και κολλημένο στο νεκροκεφαλο με όλα τα βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σαν λαχανιασμένος. Άτονα χέρι βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, πού δεν κατάλαβα τι ήτανε, και με τ' άλλο έσφιγγε το στήθος του, λες και πονούσε, και μου λέει: Εκεί πού βρίσκομαι, είναι κι άλλοι πολλοί από κείνους πού σε περιπαίζανε για την πίστη σου, και τώρα καταλάβανε πώς οι εξυπνάδες δεν περνούνε παραπέρα από το νεκροτα­φείο. Πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος από ότι τον βλέπαμε! Ανάποδος από την έξυπνη αντίληψη μας. Τώρα καταλάβαμε πώς ή εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας ψευτιά και απατή. Εσείς πού έχετε στην καρδιά σας το Χριστό, και πού για σας ο Λόγος του είναι Αλήθεια, ή μονάχη Αλήθεια, εσείς κερδίσατε το Μεγάλο Στοίχημα, πού μπαίνει ανάμεσα στους Πιστούς και στους άπιστους, αυτό το στοίχημα πού το έχασα εγώ ο ελεεινός, και χάθηκα, και τρέμω κι αναστενάζω, και δεν βρίσκω ησυχία. Αληθινά, στον Άδη δεν υπάρχει πια μετάνοια. Αλίμονο σ' όσους πορεύονται όπως πορευθήκαμε εμείς, τον καιρό πού ήμασταν απάνω στη γη. Ή σάρκα, μας είχε μεθύσει, και εμπαίξαμε εκείνους πού πιστεύανε στον θεό και στη Μέλλουσα Ζωή, κι ο πολύς κόσμος μας χειρο­κροτούσε. Σας λέγαμε ανόητους, σας κάναμε περίπαιγμα, κι όσο εσείς δεχόσασταν με καλοσύνη τα πειράγματα μας, τόσο μεγάλωνε ή δική μας ή κακία. Αυτά του είπε ο αποθανών γιατρός και γνωστής του Φωτίου Κόντογλου. (Από το βιβλίο Μυστικά Ανθή σελ. 113, Εκδ. Αστέρος)

ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Ευχαριστώ, τα πνευματικά μου τεκνά Ί. και Β.Τ. για­τί ανέλαβαν και πάλι το κόστος του φυλλαδίου αυτού, κάνοντας Πνευματική Ελεημοσύνη στους αδελφούς τους, αλλά και αδελφούς του Χρίστου. Είναι επίσης μεγάλη ευλογία τα πνευματικά τεκνά να αναπαύουν τον Πνευματικό τους Πατέρα, ο οποίος αγρυπνεί και προ­σεύχεται για την Σωτηρία πάντων των Ορθόδοξων Χρι­στιανών και ιδιαίτερα των Πνευματικών του τεκνών, όπως διαπιστώσαμε και  από τη διήγηση.  θα ήθελα επίσης να τονίσω ότι θα έχουν μεγάλο μισθό όσοι υποτακτικοί κάνουν Υπακοή στον Γέροντα τους, γιατί όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες ή αρε­τή της Υπακοής εξοφλεί πλήθος αμαρτιών, όπως διαβάσαμε και με τη μητέρα Θεοδώρα, ή οποία πήρε από το Γέροντα της τι σακουλάκι με τα πνευματικά φλουριά, εξόφλησε τα τελώνια και αξιώθηκε του Παραδείσου.

Εύχομαι αγαπητά Πνευματικά μου τεκνά, ο Χριστός να σας αξιώνει της συνεχούς Μετανοίας, του Φόβου του θεού, της Πίστεως και της Αγάπης, στο θεό και στο συνάνθρωπο, για να αξιωθείτε των αιωνίων αγαθών την απολαυσιν, στους κόλπους του Αβραάμ, του Ισαάκ, και του Ιακώβ. Αμήν.

Έγραφα τις Αποκριές του Σωτηρίου έτους 1998, στην Αγιοτοκο  Θεσσαλονίκη και πρωτεύουσα της Μακεδονίας μας.

Αδελφοί! Μην αμελείτε τις ελεημοσύνες σας!

(Πνευματικές και υλικές).

Μην αμελείτε τη Σωτηρία σας.

Μη ντύνεστε και συμμετέχετε στα καρναβάλια.

Αγρυπνείτε και προσεύχεστε αδιαλείπτως, οι καιροί είναι πονηροί! Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

ΓΡΗΓΌΡΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

Μαθητή Αγ. Βασιλείου του Νέου και Αργυρής Γαλήνη Όσης Λαγκαδά

 

 

ΠΕΡΙ ΝΟΟΣ (Από τον  1Ος ΤΟΜΟ  του ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ του Αγίου όρους)

Ό Γέρων Φιλάρετος, από τη χαρά του, τα δάκρυα, σαν δυο βρύσες τρέχανε, από τα μάτια του. Έδόξασε μεγαλόφωνα το θεό, ευχαριστούσε την Παναγία μητέρα του Χρίστου και Θεοτόκο Μα­ρία και άφοΰ γονάτισε, έκαμε θερμή προσευχή στο Δεσπότη Χρι­στό, προς τύν όποιον είπε: «Να φυλάξεις θεέ μου, αυτά τα αγγε­λούδια της ερήμου, τη συνοδεία των αδελφών Δανιηλαίων καΐ να σκεπάζεις σε παρακαλώ, Χριστέ μου, ΰλα τα Καλογέρια, πού για την αγάπη σου από θεΐο έ'ρωτα, άφήκαν τύν κόσμο καΐ τα εγκό­σμια, μίσησαν τα ψεύτικα αγαθά της γης καΐ ζητούν να απολαύ­σουν έκεΐνα τα έπηγγελμένα αγαθά της μελλούσης ζωής τα αιώ­νια, τα όποια, με το στόμα του αποστόλου Σου Παύλου, μό:ς εΐπες πώς: «"Α οφθαλμός ουκ είδε καΐ ους ουκ ήκουσε καΐ έπΐ καρδίαν ανθρώπου ουκ άνέβη, ό: ήτοίμασεν ό θεύς τοις άγαπώσιν αυτόν» (Α' Κορ. Β' 9). Αυτά τα Καλογέρια, πού με τη δΰναμι καΐ χάρι σου, ήρθαν εδώ στον ίερύ αυτόν τόπο, τύ "Αγιον "Ορος, σκέπασε τα από τις πλάνες καΐ παγίδες του Σατανα, αλλά καΐ δ*λους εκεί­νους πού ζήτησαν καταφύγιο στο λιμάνι αυτό, ιτού λέγεται «Περι­βόλι της Παναγίας» καΐ χάρισε τους νηψι στο νου, καθαρότητα καΐ αγνότητα στην καρδιά καΐ ψυχική σωτηρία σ' δλο τον κόσμο. Σέ ευχαριστώ θεέ μου».

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΧΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ

 Άφοΰ τέλειωσε τη θερμή προσευχή του αυτή, τότε, δπως μου αφηγήθηκε ό αδελφός Δανιήλ, άρχισε να κάνει διδαχή με θειες θεωρίες, με υποθήκες αρετής και με θεια επιτεύγματα. Δηλαδή μας εϊπε, πώς, και με ποιο τρόπο μπορούμε να άρχίσωμε τη νοε­ρά προσευχή, με ποιο τρόπο να άποφεύγωμε τις πλάνες τοΟ δια­βόλου, ό όποιος με τέχνη σπέρνει τα ζιζάνια του εγωισμού και της υπερηφάνειας στο μυαλά και στην καρδιά εκείνων, πού θέλουν να αγωνιστούν και να προκόψουν στη θεία αυτή αρετή και να μπουν στον πνευματικό αγώνα, και 6τι αυτοί,    θα πρέπει να παλέψουν στήθος με στήθος με το διάβολο, θα συναντήσουν, μας είπε, πολ­λές δυσκολίες, άλλα δεν πρέπει να δειλιάσουν, παρά με ταπείνωσι να επιμείνουν και να λένε δσες περισσότερες ώρες το 24)ωρο μπο­ρούνε τη θεία προσευχή το «Κύριε Ίησου Χριστέ Υιέ του θεοΰ έλέησόν με», αλλά παιδιά μου, προσέξτε αυτό πού θα σας είπω: «Την προσευχή αυτή, να τη λέτε ολόκληρη και δχι δπως συνηθίζουν με­ρικοί και την κόβουν, δήθεν για συντομία, και λένε τη μισή, αυτό εΐναι πλάνη και απαράδεκτο από τους αγίους Πατέρες, διότι με το να παραλείπωμε το «Υίέ του θεοΰ» αφαιρούμε τη θεολογική έν­νοια της προσευχής αυτής, ή Οποία εΐναι μεν απλή, άλλα είναι θεο­λογική και συμπεριλαμβάνει Ολόκληρο το Μυστήριο της ένσάρκου οικονομίας του Υίοΰ καί Λόγου του θεοΰ,   δπως λέγει κι ό άγιος Νικόδημος ό αγιορείτης, καί πρέπει να ξέρετε πώς ή πλάνη του διαβόλου από το σημείο αυτό αρχίζει, στους αγωνιζόμενους να αποκτήσουν τη θεία και ουράνια αυτή προσευχή, ή Οποία πρέπει να γίνει ένα με την αναπνοή μας, κι δταν συνηθίσωμε να την λέμε σω­στά από την αρχή, τότε ό νους μας θα καθαρίσει άπο κάθε γήϊνη έννοια, εϋκολα τότε θα μπαίνει ό νους μας στην καρδιά, ή Οποία στην αρχή θα αρχίζει να πιέζεται, να πονεΐ, θα μας φέρνει δύσ­πνοια, στενοχώρια, αν έπιμείνωμε να λέμε έντονα την ευχή, επιμέ­νω Ολόκληρη καί οχι τη μισή, τότε θα αρχίζουν να υποχωρούν τα πάθη καί οι ανθρώπινες αδυναμίες,   πού μόνιμα φωλιάζουν στην καρδιά μας, ή Οποία άμα καθαρίσει τύτε θα ανάψει το λυχνάρι του θείου φωτός, δηλαδή θα αρχίσουν οί ουράνιες έλλάμψεις, θα στη­θεί Ο θρόνος του θεού(μέσα στην καρδιά μας) καί άφοΰ γίνουν δλα αυτά κι άλλα πολλά τα Οποία με την πράξη θα τα βρείτε μόνοι σας, τότε θα αρχίσουν οί αποκαλύψεις καί τα μυστικά επιτεύγματα της πνευματικής ζωής, πού άμα σας αξιώσει Ο Πανάγαθος θεός θα ϊδήτε, τότε μόνοι σας πλέον, με καθοδηγητή τη θεία χάρι του Παναγίου Πνεύματος..

΄΄..Προσοχή λοιπόν, όσοι επιθυμούμε, με την υπακοή να φθάσωμε σύντομα και χωρίς περίσσιο κόπο στη βασιλεία των ουρανών, κα­θώς ό *Α66ας Δοσίθεος, πού αναφέρει στο βιβλίο  του Άββά Δωρο­θέου, ό όποιος σε πέντε χρόνια μόνον, αδιάκριτης καΐ τυφλής υπα­κοής και κοπής του ιδίου θελήματος, κέρδισε τη βασιλεία των ου­ρανών, την οποίαν άλλοι, με 60 και 70 ακόμη χρόνια ασκητικής ζωής, δεν μπόρεσαν να κληρονομήσουν, γιατί ξεθάρεψαν και πέθα­ναν στο θέλημα τους...΄΄

΄΄… Στήν ίδια περιοχή στα Κελλιά της Κερασιάς και συγκεκρι­μένα, στο Κελλί του «Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστοΰ Ιωάννου», τριάντα περίπου χρόνια μετά από το αναφερόμενο αποτρόπαιο γε­γονός, έζησε ενας ευλαβής, απλός και ταπεινός Μοναχός, αληθι­νός υποτακτικός με το δνομα Παντελεήμων, κατά κόσμον θεοφι­λής θεοφιλόπουλος, από το Λογκανΐκο της Σπάρτης καταγόμενος,

ό όποιος αφού με προσοχή μελέτησε τον βίο του Άββα Δοσίθεου, πού αναφέρει ό Άββας Δωρόθεος στο βιβλίο του κσΐ ό όποιος έζή­σε τον Ε' αιώνα στη Μονή του Άββα: Σερίδου στην 'Ανατολή, θέλη­σε να τον μιμηθεί.

Το 6ι6λίο αυτό καΐ ό τρόπος ζωής του Άβ6α Δοσίθεου, έκαναν τόση έντΰπωσι, στον Πατέρα Παντελεήμονα, πού ολόψυχα απεφά­σισε να τύν μιμηθεί και πράγματι αντέγραψε σε δλα τη ζωή εκεί­νου, και δπως εκείνος δε θέλησε να φάει αυγά, πού ήταν απαραί­τητα για την ασθένεια του, διότι τα είχε ζητήσει μόνος του και γιο: να κόψει το θέλημα του δεν τα έφαγε. "Ετσι καΐ Ο Πάτερ Παντε­λεήμων δε θέλησε σε κανένα πράγμα να γίνεται το θέλημα του, άλ­λα έπρεπε να γίνεται ακριβώς δπως έδωκε εντολή ό Γέροντας.

Είχε τέλεια αύταπάρνησι, δεν έπινε οΰτε νερό χωρίς την άδεια και ευλογία του Γέροντα. Εΐχε τακτική έξομολόγησι καΐ έξαγόρευσι των κρυφών διαλογισμών, ήταν αδύνατο να κοιμηθεί, χωρίς να έξαγορεύσει κάθε βράδυ τους διαλογισμούς και τον πνευματι­κό πόλεμο της ημέρας.

"Από παλιά Παράδοσι, των πνευματικών Πατέρων και Γερον-τάδων, είχε καθιερώσει και ό Γέροντας μας Ιωακείμ Μοναχός, κι άπρεπε κάθε βράδυ απαραίτητα να ασχολούμεθα μισή έως μία ώρα να εξομολογηθούμε πώς περάσαμε την ήμερα καΐ να άνταλ-λάξωμε σκέψεις, γνώμες και να δεχτούμε συμβουλές ανάλογες για την νύκτα και για την άλλη ήμερα. Αυτό υπαγορεύει ή Καλογερι­κή και ή άγρυπνη παρακολούθησι των πνευματικών ηγητόρων, ηγουμένων καΐ Γεροντάδων, «ως λόγον άποδόσοντες» για την ψυ­χική σωτηρία των πνευματικών των τέκνων.

Από την παράδοσι, πού έγινε συνείδησι, κι ό πάτερ Παντελεή­μων, έκανε άνελειπώς τον Κανόνα της προσευχής του είκοοιτετρα-ώρου —μετάνοιες και κομβοσχοίνια— και ακατάπαυστα πρόφερε με τύ νου και με τα χείλη τις προσευχές «Κύριε Μησου Χριστέ ΥΙέ του θεού ελέησαν με», «Ύπεραγία Θεοτόκε σώσε με»' «Βσπτιστά του Χρίστου πρέσβευε υπέρ εμού και βοήθει μοι τω άμαρτωλω», «"Αγιοι Πατέρες πρεσβεύσατε για όλον τον κόσμον καΐ δι' έμέ τον άμαρτωλόν».

Με την άδεια του Γέροντα και του Πνευματικού, εκτός από τΙς καθημερινές σκληρές και βαρείες εργασίες του Κελλιου και τις δι­κές του πνευματικές υποχρεώσεις και προσευχές, Εκανε ώρισμένη προσευχή για τους γονείς καΐ συγγενείς του, κατά σάρκα και κα­τά πνεύμα, και για δλον τον κόσμο.

Είχε τόση ακρίβεια και προσοχή στη ζωή του γενικά …….

 

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ (εκ του φυλλαδίου Ιδρύματος Αποστόλου Αγ. Βαρνάβα)

….Όσο κι αν μας φαίνεται άσχε­το, στην πραγματικότητα ή καρδιά ξεκουράζει τον κου­ρασμένο νου, μόλις αυτός την εντόπιση που είναι και κτυπά και όταν εκεί λέγη τις προσευχές, τότε καί ή εργασία της προσευχής δεν θεωρείται έργο κοπιώδες αλλά ευχάριστο, γιατί ή καρδιά είναι ή οικία του νου καί ό τόπος αναπαύσεως του.

Μπορούμε δε να προσέξουμε εξ αρχής ότι ό νους μπορεί να κινήται μέσα στην καρδιά κι αυτή τον αίσθάνεται. Ή δε ψυχή μέσα στην καρδιά ως κέντρον αυτής μόλις προοέξη την επιστροφή του νου από τον κόσμον της περιπλανήσεώς του, αμέσως ειρη­νεύει καί χαίρεται όπως μια γυναίκα παντρεμένη πού κάποτε βλέπει τον σύζυγο της να ξενογυρνάη να έπι-στρέφη καί να κατοική στο οικογε­νειακά του σπίτι.

      Ό νους είναι ό άνδρας, ή ψυχή ή γυναίκα. Ό σωστός ό νους μοιάζει με τον καλό σύζυγο καί οικογενειάρχη. Μένει στην καρδιά καί κοιτάζει την ψυχή του καί την φροντίζει καί είναι οϊ δύο ανδρόγυνο αγαπημένο, καί είναι οι δύο σάρκα μία, καί προσεύχονται μαζί νους και ψυχή καί όπου υπάρ­χουν δύο συνηγμένοι στο όνομα του χριστού, τότε ό,τι ζητήσουν από τον χριστό πού είναι μεταξύ τους το αποκτούν.   ‘’ Ότι εάν δύο υμών συμφωνήσωσιν επί της γής περί παντός πράγματος ου εάν αιτήσωνται, γενήσεται αυτοίς παρά του πατρός μου του εν ουρανοίς..΄΄ (Ματθ ΙΗ΄19) Αυτά τα μέτρα γράφουν οι πατέρες καί συμβουλεύουν καί οι σύγ­χρονοι Αγιορείτες καλλιεργητές της νοεράς προσευχής πρέπει να φθάσου­με οι χριστιανοί για να γίνουμε σάρκα μία καί ένα με τον Κύριον.

Εδώ έχει εξίσου εφαρμογή το ρητό πού λέει ότι όπου είναι δύο προσευχόμενοι στο όνομα μου, έκεϊ είμαι κι εγώ μεταξύ τους καί ό,τι ζητήσουν τους το δίνει ό πατέρας μου. Όταν δηλαδή ό νους καταπιάνεται με την ψυχή καί όχι με τον κόσμο καί την ϋλη, τότε εισακούονται οι προσευχές μας, λένε οι πατέρες στα συγγράμμα­τα τους, καθώς καί οι νεώτεροι οι Αγιορείτες καλλιεργητές της νοεράς προοευχής.

 

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΞΟΙΚΙΩΣΕΩΣΤΗΣ ΑΓΡΙΑΣ ΖΩΗΣ

Βλέπουμε στο σύγγραμμα αυτό τον άγιο γέροντα π. Παΐ'σιο να ταΐζει τα θηρία καί άλλα ζώα καί πουλιά. Αυτό το Βλέ­πουμε καί σε άλλους αγιορείτες πατέ­ρες καί σε όλους τους βίους των αγίων. Αυτό έχει σχέση με την αγιότητα. "Οταν ό άνθρωπος γίνει άγιος τα άγρια ζώα τον αγαπούν. Τα θηρία τον αγαπούν, τον σέβονται καί τον φοβούνται. Όσο σέβεται καί φοβάται ό άνθρωπος τάν νόμο του θεοϋ άλλο τόσο σέβονται καί τα άγρια ζώα τον άνθρωπο. Αυτό γίνεται πολύ εμφανές σε πολλά μονα­στήρια ειδικά στην έρημο στο μονα­στήρι της Λαύρας του πατέρα μας του Αγίου Σάββα του Ήγιασμένου όπου τα πουλιά κατασκηνώνουν στο εσωτερικό της μονής κατά χιλιάδες ενώ έξω κρα­τούν τίς μεγάλες αποστάσεις. Τα δε καλογεροπούλια έξοικιώνονται με τους μοναχούς καί έρχονται κάθε πρωί να πάρουν το πρύγευμά τους καί να φύ­γουν. Φθάνουν δε στο σημείο να υπαίνουν ακόμη καί στα κελλιά των μοναχών, καί ζητούν τροφή. Τουλάχιστο μέχρι την προηγούμενη γενιά αυτά έχαριεντίζεντο με τους πατέρες τόσο πολύ πού καθόντουσαν στο κεφάλι καί ατούς  ώμους τους. Αυτή ή υπερβολική έξκίωση έχει υποχωρήσει ελαφρώς από ,τόν καιρό πού ανοίχθηκε ό δρόμος και η μονοΐυνια ιών πατέρων διασκεδάζε­ται με τίς επισκέψεις των περαστικών..

ΤΟ ΦΙΔΙ

Συνέχεια έλεγαν οϊ πολλοί προ­σκυνητές ότι πήγαινε ένα φίδι κοντά του το καλοκαίρι, μάλι­στα πολλοί έλεγαν ότι το συναντήσανε εκεί καί γέμισαν από φό6ο και τρόμο, ενώ ό γέρων το έδιωξε και έφυγε.

"Αλλοι μιλούσαν για αρκούδες καί λύκους τον χειμώνα καί άλλα άγρια ζώα. Στό θέμα αυτό τον ρωτήσαμε εμείς ευθέως αν αυτό συμθαίνη καί μας είπε για ένα μικρό λυκάπουλο πού πήγε εκείνες τίς ήμερες καί τύ τάισε. Την ερώτηση αυτή του την υποβάλα­με στην Παναγούδα στο επόμενο του καί τελευταίο κελλί, όπου τακτικά συ­νήθιζε, όταν ήθελε να ήσυχάση να φεύγη νοτιοδυτικά μέσα στο πυκνά δάσος, όπου ζουν όλων των ειδών τα άγρια ζώα.

Εμείς ακούσαμε στα παραπλήσια του δρόμου της περιοχής ρουθουνίσματα αγριόχοιρων. Πάλιν άλλοι λένε ότι τους έλεγε ό γέρων αυτός Οτι πρέπει ό άνθρωπος να συνηθίση τον λογισμό του νά προσεύχεται με δοξολογίες προς τον Κύριον, έτσι ή ζωή του άνθρωπου αι ό εσωτερικός του κόσμος νάναι  μία δοξολογία καί ευλογία συνεχής.  Έλεγε συνεχώς  ότι,  όταν το                                      αυτό σε κάποιον καί αυτός ζηοϋσε περισσότερες πληροφορίες πώς του είπε ό γέρων, ότι όλα τα ζώα, τα πουλιά, τα ερπετά, τα έντομα κ.λπ, όλα δοξολογούν τον θεό, να, σαν καλή ώρα καί αυτά τα βατράχια, καί ότι αμέσως ξέσπασε στο άκουσμα αυτό μία μελωδία από βατράχια. Αυτό φυσικά δέν είναι κάτι το ξε­χωριστό με τα βατράχια, γιατί ό γέ­ρων αυτός αχέ το χάρισμα της πίστεως καί με αυτό θα μπορούσε να κάνη τα βατράχια να δοξολογήσουν τον Κύριον επί τόπου. Ό γέρων είχε την πίστι αυτή μέχρι θανάτου άπ' ό,τι αντιληφθήκαμε από τίς περιγραφές του για το τί είναι πίστις. Δηλαδή θα δια­κινδύνευε για την πίστι του και πεποί-θησίν του προς τον θεό ακόμη καί την ζωή του καί έβγαινε δικαιωμένος. ..’’ 

 

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΑΙΖΕ ΤΑ ΘΗΡΙΑ

 

Όπως είναι γνωστό έλέγετο για τόν  γέροντα  ότι  στό   κελλί του πού συνόρευε με το δάσος   έδέχετο   την   έπίσκεψι θηρίων. Πολλοί άνθρωποι ομι­λούσαν για επισκέψεις φιδιών, λύκων, τσακαλιών, κλπ.

Έτσι σκεφθήκαμε να τον ρωτήσου­με αν αυτό άληθεύη. Τόν ρωτήσαμε καί μας απάντησε ότι «τίς προάλλες ήρθε εδώ με το χιόνι ένα λυκόπουλο, ό λαιμός του έγινε να, τόσο μι­κρός από το κρύο. Του έδωσα κάτι καί έφαγε καί έφυγε».   Έτσι, όντως ό "Αγιος αυτός γέρον­τας δεν άγαπάτο μόνο από τους αν­θρώπους, αλλά ακόμη καί από τα άγρια θηρία.   Είναι πράγματι αποδεκτό από την Ορθόδοξη πίστι ότι, όταν ο άνθρωπος θεραπεύση τον εαυτό του από τα πάθη πού φύτρωσαν μετά την παρακοή του Αδάμ, τότε ή κτίσι πάλιν τον προσ­κυνά όπως πρώτα καί τα άγρια θηρία γίνονται καί πάλιν φίλοι του, όπως τα ήμερα ζώα.  Αλλά αυτά είναι επίσης καί ζήτημα πιατεως.   "Αν   ό   χριστιανός   πιστεύη τους λόγους του Κυρίου ότι μπορεί πατήση επάνω σε  δράκοντες και .λέοντες τότε καί από αυτή την άποψι το θέμα αυτό επιτυγχάνεται. Έξαλλου η πρώτη κατάστασι του Αδάμ δεν μπορούσε να διασαλευθή από λογισμόν απιστίας για τα όσα έντέλλετο ό Κύ­ριος.  Ό πρώην γέροντας του Πατρός Παϊσίου ό πατήρ Τυχών, όλος άκακος, καθώς ήταν, έλεγε ό πατήρ Πα'ίσιος καί αυτός τάιζε μια αλεπού του βουνού, αλλά καί ένα αγριογούρουνο θηλυκό γεννούσε κοντά του για να προστατεύη τα μικρά της ό γέρων αυτός.  Άλλα και ό γέρων Παχώμιος, έλεγε ό Πατήρ Παίσιος με τα χέρια έπαιρνε τα φίδια καί τα πολύ μεγάλα τα έδενε στη μέση του ως ζώνη.   Όταν κάποτε πέρασε από κοντά του ό πατήρ Παίσιος καί τον βρήκε να πιάνη ένα φίδι, τον ρώτησε τί κάνει, οπότε απάντησε ό γέρων ότι λένε οί άνθρωποι ότι τα φίδια τσιμπούν τους ανθρώπους, αλλά εγώ αυτό δεν το πιστεύω. Οΰτε τα φίδια ούτε οί σκορ­πιοί δεν τσιμπούν έλεγε.

Με αυτά κατά νουν πρέπει μάλλον έμεΐς να υποθέσουμε καί να πούμε ότι μόνον, όταν εμείς τσιμπούμε ό ένας τον άλλο καί το αισθανθούν αυτό τα φίδια καί οί σκορπιοί, έκτελούν το έργο θεού, μας τσιμπούν καί μας θανατώ­νουν, όπως ό σπεκουλάτορας πού έχει εντολή από τον νόμο να άποκάπτη τίς κεφαλές εκείνων πού αποκόπτουν τίς κεφαλές των συνανθρώπων τους.

Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΕΝΙΟΤΕ ΕΙΝΑΙ Η  ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ  ΨΥΧΗΣ

Ένας γέροντας μας έλεγε, πάνω στο θέμα αυτό. Εγώ σε όλη μου τη ζωή είχα προβλήματα φοβερά με την τακτοποίησι της αδελφότητας μου για τη φτώχεια μας την πολύ μεγάλη.

Μόλις όμως μου δόθηκε ευλογία καί το πρόβλημα αυτό ξεπεράστηκε, τότε άρχισαν οι αρρώστιες να με ταλαιπω­ρούν. Δοξάζω καί ευχαριστώ τον θεόν μου, γιατί νομίζω πώς θέλει να με σώση, Γι΄ αυτό καί δεν με αφήνει να πλανηθώ από την υπερβολική οικονο­μική ευλογία πού μας έδωσε.  "Ετσι καί με τον γέροντα Πα'ί'σιον, όταν γύρισε από το Σινά δεν πέρασε πολύς χρόνος καί άρχισε να αισθάνε­ται αναπνευστικά προβλήματα Το πρό­βλημα έγινε πιο έντονο με το πέρα­σμα του χρόνου. Έτσι το 1966 έπρε­πε να είσαχθή σε νοσοκομείο για βρογ­χικά, όπου του αφαίρεσαν ένα μεγάλο μέρος των πνευμόνων του. Όταν ακού­σθηκε αυτό καί ζητήθηκε επιμόνως αίμα, τότε οι αδελφές άπα την Ιερά Μονή  του Αγίου Ιωάννου του θεολόγου στην Σουρωτή έτρεξαν με πολύ ενδιαφέρον καί συμπαραστάθηκαν στην νοσοκομεια­κή αύτη ζήτηση.  Έτσι  αυτό  έγινε   μία  ευλογία για  την Ιερά αυτή Μονή, γιατί συμπαρα­στάθηκαν σε ένα άγιον γέροντα.    Ή γνωριμία αυτή βοήθησε πνευμα­τικά πολύ την αδελφότητα, όσο καί τα πλήθη πού ανέμεναν να τον συναντήσουν όταν τα προβλήματα της υγείας του τον εξανάγκαζαν να επισκέπτεται τον κόσμον.  Δεν ήταν φυσικά μόνον τα προβλή­ματα της υγείας, του πού τον έκαναν να επισκέπτεται τον κόσμο, αλλά καί ή πληροφόρησι της Παναγίας ότι πρέπει να εξέρχεται καί να συμπαραστέκεται στους ανθρώπους με τα πολλά τους προβλήματα.

Γι' αυτή την λεπτομέρεια αναφέ­ρουμε στο βιβλίο αυτό πώς έτυχε να γνωστοποιηθή αυτό, γιατί συνήθως οι γέροντες δεν αποκαλύπτουν άνετα όλες τίς εμπειρίες τους. Αν όμως άλλοι γέροντες το ερωτήσουν, τότε από ταπείνωσι καί υπάκουη προς τους Αγίους Πατέρες μεταδίδουν λεπτομέ­ρειες για τέτοιες εμπειρίες με την Ύπεραγία Θεοτόκο. Ή Παναγία, έλεγε ό γέρων, του παρουσιαζότανε με την μορφή στην είκόνα της Παναγίας της Ίεροσολυμίτισσας πού εκδίδει το "Ιδρυμα μας.

 

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΑΓ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

(εκ του φυλλαδίου Ιδρύματος Αποστόλου Αγ. Βαρνάβα)

ΕΚΓΥΜΝΑΣΙ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗΣ

Μια νέα ψηλή πήγαινε κάθε τόσο στο γέροντα, για να τον συμβουλευθή σε πολλά από τα νεανι­κά της θέματα. "Οπως μας έλεγε της άρεσε ή γυμναστική άσκησι, πράγμα πού την ξεκούραζε, μετά από το φόρτο των μαθημάτων. Ό γέρων Πορφύριος, πού είχε το χάρισμα να συμβουλεύη, ακόμη καί τους επιστήμονες εις τον κλάδο, πού έξειδικεύοντο, της υπέδειξε δτι δεν μπορεί να ύπαρξη καλύτερη άσκησι από τίς μετάνοιες των χριστιανών, όταν μετά πού κάνουμε το σταυρό μας γονατίζουμε κι άφοϋ αγγίσουμε με το πρό­σωπο τη γη, σηκωθούμε όρθιοι καί το επαναλά­βουμε αυτό καί πάλιν καί πάλιν, ενώ εσωτερικά ή Ψυχή αναστενάζει προς το θεό, προφέροντας τα λόγια του τελώνου, «Ό θεός ιλάσθητί μοι τω άμαρτωλώ». Επίσης λέγουμε κι ο,τι άλλο το αύτοκατάκριτο πού θα μας φώτιζε το Πνεϋμα το "Αγιο.

"Ετσι της έλεγε ό γέροντας, θα μπορούσε να άντικαταστήση ένα μεγάλο μέρος του χρόνου, πού σπαταλούσε στις γυμναστικές ασκήσεις με τίς μετάνοιες. Μετά από τίς μετάνοιες έρχεται μεγάλη χαρά, άνακούφισι πολλή κι ειρήνη στην ψυχή, στο δε σώμα δεν παραμένει ούτε το τελευταίο μέλος του να μη τεθή σε λειτουργία κι άσκησι. Ό Χρίστος, για να τονίση την σημασία των μετανοιών, ό ίδιος, όπως διηγείται ό ευαγ­γελιστής, όταν εΰρίσκετο μέσα στον κήπο της Γεθσημανή, άποτραβήχθηκε άπΟ κοντά τους όσο να ρίξη ένας μία πέτρα κι εκεί άρχισε να κάνη μετάνοιες, πίπτοντας επί του εδάφους κατ' επα­νάληψιν. Οι μετάνοιες κάνουν καί στο σώμα το αντίστοιχο φυσικό καλό, όπως καί στην ψυχή. Γι αυτό οι ασκητές δεν παθαίνουν εύκολα εμφράγ­ματα, καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά, γιατί ο! ' αρτηρίες τους, τα διάφορα αγγεία δια των μετά-

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

Έλεγε ό πατήρ Πορφύριος, ότι υπάρχουν καί περιπτώσεις ψυχασθενικές, πού ένα παιδί νομίζει ότι ανήκει στο αντίθετο φύλο, γιατί το πείθει ό λογισμός του, κι ας μη έ'χη καμμιά σωματική οργανική βλάβη. Δεν σημαίνει φυσικά ότι ό ασθενής με τον αδύνατο νου δεν θα μπορούσε άπΟ πολύ νωρίς να είχε έμπνευσθεΤ με τα ιδεώδη της αγνότητας κι άγιότητος καί να αδιαφορούσε καί να μη νικούσε καθόλου ό λογισμός αυτός. Χρειάζεται σωστή διαπαιδαγώγησι των παιδιών άπΟ την παιδική ηλικία, ώστε να αγαπούν την αγνότητα καί την αγιότητα.

Ο ΘΕΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΝ ΣΟΦΙΑ ΕΠΟΙΗΣΕ

Έλεγε ό πατήρ Πορφύριος δτι γνώριζε νέους πού είχαν εκ φύσεως τη φύσι πλησίον του αντίθε­του φύλου δηλαδή, ενώ ήσαν αγόρια, αισθανΟ-ντουσαν περισσότερο σαν κορίτσια καί το αντίθε­το, αλλά δχι μονό δεν έξετράπησαν προς το κακό της αντίθετης φύσεως αλλά καί τη δική τους φύσι κι αύτη την κράτησαν δεμένη με τίς σκέψεις της σωφροσύνης κι αγιοσύνης και διήνυ-σαν τη ζωή τους σαν επίγειοι άγγελοι καί άρπα­ξαν το μεγάλο στεφάνι της παρθενίας, από το χέρι του στεφανοθέτου Χρίστου. Καί φυσικά, κατά το μέτρο του πειρασμού είναι ανάλογη καί ή λαμπρΟτης του στεφάνου πού χαρίζει ό Κύριος. Συνεπώς έλεγε ό πατήρ Πορφύριος, ανάλογα με τους πειρασμούς, είναι καί τα στεφάνια. Γι αυτό κι οι μεγαλομάρτυρες τιμούνται με ιδιαίτερο σεβασμό. Ό σωστά σκεπτόμενος άνθρωπος δεν άγανακτεΤ για τον πειρασμό πού του παραχώρη­σε ό Κύριος, αλλά χαίρεται κι ευχαριστεί για την τιμή πού του γίνεται.

για παράδειγμα, έλεγε, κάποια μητέρα πού κρα­τάει στην αγκαλιά της ένα μικρό παιδάκι, όταν ξαφνικά μια φοβερή βροντή ή κάτι το παρόμοιο λαμβάνη χώρα. Προσέξετε έλεγε, την αυθόρμητη ενέργεια της μητέρας εκείνης καί· θα δήτε ότι αμέσως θα σφίξη.το παιδάκι με δύναμι στην αγκαλιά της καί θα άρχίση να το κουνάη δεξιά κι αριστερά μέχρι να πέραση λίγη ώρα καί θα άρχίση να το χαϊδεύη καί να μιλάη μαζί του καί να του λέη: «φοβήθηκες, φοβήθηκε το καλό μου παιδάκι, φοβήθηκε, δχι, όχι μη φοβάσαι, μη φοβάσαι να εγώ, εγώ είμαι εδώ για σένα». Αυτή δλη ή σκηνή γίνεται άπΟ ένστικτο φυσικό, προικι­σμένη καθώς είναι ή μητέρα από το θεό για να προσ-τατεύη τα μικρά παιδάκια της, μέχρι να δυναμώσουν σωματικά καί πνευματικά, για να μη πάθη κάτι το ψυχολογικό, κάποιο παιδάκι της, κατά τη διάρκεια της φοβερής εκείνης δοκι­μασίας.

ΤΑΠΕΙΝΟΣ

Μία μέρα ένας καθηγητής Μέσης Εκπαιδεύσε­ως θέλησε να έπαινέση το γέροντα Πορφύριο, λέγοντας του «εύγε γι αυτό, μπράβο για εκείνο» κι ό γέροντας πού ήτανε ξαπλωμένος πήρε την κουβέρτα καί σκέπασε το κεφάλι του καί το πρΟ-σωπΟ του καί δεν ήθελε να άκούση. Προφανώς ό έπαινος κάνει ζημιά μεγάλη καί κανείς άνθρω­πος, με έπίγνωσι, δεν θα άφηνε τον εαυτό του εκτεθειμένο στη μεγάλη ζημιά, πού προξενεί ό έπαινος των ανθρώπων. Ό έπαινος πρέπει να άπωθήται άπΟ εμάς καί να μεταποιήται σε δοξο­λογία καί να μεταβιβάζεται στον Κύριο της δόξης.

Εκκλησία σώζει τους ανθρώπους και θέλει την διάλυση της. Ό καλός χριστιανός προσέχει να μη βλάψη την Εκκλησία, όπως προσέχουν οι ναύτες το καράβι τους.

ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

"Οποιοι ήθελαν να αφιερωθούν στο θεό καί τον ρωτούσαν τί πρέπει να κάνουν, για να αγαπήσουν τον Κύριο, τους έφερνε το παράδειγμα τί κάνουν οι νέοι. άνθρωποι, πού, για να παντρευτούν, ερω­τεύονται ένα πρόσωπο. "Αν θέλη ένας να έρω-τευθή κάποια νέα,  Όσο καταπιάνεται  με αύτη, τόσο του κολλάει στο νου καί δεν μπορεί να την βγάλη. Παρομοίως οΐ άνθρωποι του θεοΰ πρέπει να καταπιανώμαστε με τύ  θεύ καί τα  θεία  κι εκεί πρέπει νάναι ό νους μας κι οι σκέψεις μας κι ή μελέτη μας καί να μη μένη περιθώριο για να είσέλθη τίποτε άλλο.

ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ

Συμβούλευε  όλους τους ανθρώπους καί ειδικά όσους νέους ήθελαν να  αφιερωθούν  στο  θεό, νάχουν για πρύτυπό τους τους  μοναχούς  του Αγίου "Ορους κι εκεί νάναι στραμμένος ό νους τους, ως το ιδεώδες μονοπάτι πού όδηγεΐ στην άγιωσύνη. '"Αν ό νέος,, ό όποΤος δεν είναι μονα-χύς, δεν βλέπη στύ μοναχισμύ τύ σωστύ πρότυ­πο  του  Αγίου,   κινδυνεύει να  περιπέση  στην αϊρεσι καί στην πλάνη.  Σημείο πλάνης,  έλεγε, Ι       είναι να αισθάνεται ανώτερος των ασκητών, επει­δή έδωσε ελεημοσύνη ή κήρυξε το ευαγγέλιο, τύ όποιο ό ίδιος δεν το τηρεί.

 

Η ΚΑΡΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΜΠΟΣ, ΤΑ ΔΑΚΤΥΛΑ ΚΕΡΑΙΕΣ

"Ελεγε ό πατήρ Πορφύριος ότι οί γονείς πρέπει να προσέχουν πολύ τη γλώσσα τους. Πρέπει να ευλογούν κι όχι να καταριώνται τα παιδιά τους, γιατί, έλεγε, καί ενώ ομιλούσε, σήκωνε ελαφρά τα χέρια κι άνοιγε τα δάκτυλα, ή καρδιά μας είναι ένας πομπός πού εκπέμπει καί τα δάκτυλα είναι ο! κεραίες. Από κάθε άνθρωπο εκπέμπο­νται ευλογίες ή κατάρες, ευλογία ή δυστυχία, καλό ή κακό. Καί διηγεΐτο ένα περιστατικό πού γνώριζε ό ι'διο;. Το παιδί, μας έλεγε, έφυγε από το σπίτι του καί πήγε στο παιχνίδι, ενώ ή μητέ­ρα του το ήθελε να πάη με το γαϊδούρι στο χωράφι. Τελικά το παιδί ήλθε στο σπίτι καί ή μητέρα του γεμάτη θυμό, το καταράστηκε με μία απαίσια κατάρα, με ξυλοκρέβατα, πού ξεστο­μίζουν αμόρφωτες, κακόγνωμες κι άξεστες γυναίκες, πού ζουν μακρυά από την εκκλησία. ΤΟ παιδί πήρε το γαϊδούρι κι έφυγε καί στο δρόμο έπεσε άπο το γαϊδούρι, κτύπησε σε μία πέτρα καί το βρήκαν περαστικοί καί το έφεραν σε ξυλοκρέβατο νεκρό, όπως το καταράστηκε. Τραβούσε τα μαλλιά της, αλλά το κακό είχε γίνει. Γι' αυτό καί το Ευαγγέλιο συμβουλεύει να ευλογούμε καί να μη καταριώμαστε, γιατί ή ευλογία φέρνει το καλό και ή κατάρα φέρνει το κακό, τη συμφορά, τη δυστυχία.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥ­ΜΑΤΩΝ

Τον ρωτήσαμε για μια συγκεκριμένη περίπτωσι να μας πει πώς εργάζεται ό διάβολος, κι άρχισε να μας έξηγή. Να! μας έλεγε, αυτό το δαιμόνιο στηρίζει εκείνο το δαιμόνιο κι έκεΤνο συντηρεί το έξης δαιμόνιο. 'Άν ό άνθρωπος κτυπήση το βασι-κο δαιμόνιο, τότε καταρρέουν καί τα επόμενα. Κλειδί δε στον πνευματικόν αγώνα είναι ή νηστεία καί ή λογική διατροφή, αλλά θεμέλιο καί βάσεις είναι ή αγάπη προς τον Χριστόν, ή ταπείνωσις καί ή έρώτησις, ή υποταγή σε γέρο­ντα. Ό αγώνας πού γίνεται με το θέλημα μας είναι μπερδεμένος.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

Έλεγε ότι συχνά βλέπεις γυναίκες καί λες, να αυτή είναι άνδρογυναίκα καί βλέπεις τον άνδρα σε διάφορες άλλες περιοχές να εχη γυναικεία χαρακτηριστικά κι αυτές οι καταστάσεις είναι φυσικές καθ' ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι φτιαγμένοι, για να προσφέρουν το Ί'διο έργο προς την κοινωνία. "Ομως δεν σημαίνει ότι το 25% ή καί περισσότερο της φύσεως της είναι σωστό να παρεκτρέπεται προς το άλλο φύλο; Έτσι δεν πρέπει, έλεγε, να έξάπτουμε τα ευρισκόμενα μέσα μας λιγοστά συγγενικά με το αντίθετο φύλο. Αυτό έλεγε γίνεται, όταν από κακή νοο­τροπία ένας δεν σέβεται τη φύσι του καί ντύνε­ται, στολίζεται καί συμπεριφέρεται, όπως ταιριά­ζει στην αντίθετη φύσι ή οι γονείς, επειδή δεν έχουν κορίτσι ή αγόρι η για τον ένα ή άλλο λόγο, σπρώχνουν τα παιδιά τους σε συνήθειες του αντιθέτου φύλου, καί αυξάνουν τίς περιορι­σμένες αυτές ροπές.

 

 

 

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΠΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ   ΄΄ΖΙΟΒΑΝΙ – ΒΕΚΙΟ΄΄ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ 1200 ΜΧ ΝΑ ΑΛΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΑ ΒΡΥΚΟΛΑΚΙΑΣΜΕΝΑ ΠΤΩΜΑΤΑ ΟΣΩΝ ΔΕΧΘΗΚΑΝ ΝΑ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΟΥΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΠΙΚΟΥΣ.

 ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΣΑΡΩΜΕΝΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ, ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

 

ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ

Είς τους ηρωικούς Όμολογητάς της "Ορθοδοξίας, τους μαρτυρήσαντας επί του λατινόφρονος Πατριάρχου Ιωάννου Βέκκου παί στηρίξαντες την άγίαν Όρθόδοξον Έκκλησίαν, καταισχύναν· τας δε τον κοσμικόφρονα παπισμόν,  άφιεροϋται το παρόν τεύχος, ως ελάχιστον δείγμα σεβασμού Αγιορειτών ποος τους εν Αγίω Ορει τελειωθέντας αδελφούς και συναθλητάς.

 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

Ώ! διαβατά του "Ορους αυτοί, πού βαδίζεις με πίστη θερμή, : μη ξεχνάς να κηρΰττης παντού πώς βρισκόμαστ' εδώ σαν φρουροί" να αγρυπνούμε εις τα τείχη τα θεία, την αθάνατη "Ορθοδοξία».

Φίλε Αναγνώστη

Διερχόμεθα μίαν περίοδον σοβαρός εκκλησιαστικής κρίσεως. νΑνεμοι σφοδροί πνέουν από διάφορα μέρη και απειλούν να ε­ξαφανίσουν τον θαλερον Παράδεισον, την θείαν "Αμπελον της Όρθοδοξίας, την οποίαν έφύτευσεν ή Δεξιά του Τψίστου.

Ό χριστιανός απορροφημένος από τα προβλήματα του εφή­μερου τούτου κόσμου ουδόλως η ελάχιστα άνυψει το βλέμμα του προς τον Οϋρανόν, εν ώ ή «μέλλουσα και ένυπόστατος» πόλις, ή εν ούρανοϊς θριαμβεύουσα Εκκλησία, δια να συλλαβή τον πραγ-ματικόν επί γης σκοπόν του, την σωτηρίαν της "ψυχής του.

Ό δε Διάβολος εκμεταλλευόμενος την σΰγχυσιν των καιρών, και την άδιαφορίαν του χριστιανού δια την ψυχικήν του σωτη­ρίαν, εργάζεται πυρετωδώς να αχρήστευση το έργον της Όρθοδόξου Εκκλησίας. Προς τον σκοπόν τούτον επιχειρεί να έφαρμόσει και πάλιν το προαιώνιον και καταχθόνιον σχέδιόν του, την άπάτην της ψευδενώσεως των Εκκλησιών. Ποίων όμως Εκκλησιών; Τό Σύμβολον της πίστεως και ή Ιστορία διδάσκουν, ότι ή Εκκλη­σία είναι «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική», αυτό τούτο το Μυστικόν Σώμα του Κυρίου, το όποιον Ευρίσκεται μόνον εις την Όρθόδοξον 'Εκκλησίαν.

Κατά συνέπειαν υπό την άπάτην και την παγίδα της ψευδενώσεως επιδιώκει ο Διάβολος να κλείση τον Παράδεισον, δια της αχρηστεΰσεως του έργου της Εκκλησίας, της Όρθοδόξου Έκκλησίας.

Ή απόπειρα αυτή δεν επιχειρείται δια πρώτην φοράν.  Υπάρχει καΐ το προηγοΰμενον είς την Ίστορίαν.

Και το προηγούμενον αυτό συνέβη κατά τους χρόνους του Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Παλαιολόγου. Τον Πατριαρχικόν θρόνον κατείχε ο Ιωάννης ΙΑ' Ο Βέκκος, «διαβόητος δε καί δια την περί τα Δόγματα παλιμβουλίαν, και τέλος δια την αίσχράν αΰτοΰ Λατινοφροσύνην» (Κατάλογος Πατριαρχών Κων­σταντινουπόλεως Ζαχ. Ν. Μαθά σελ. 85).

Ούτος λοιπόν επεχείρησε την βιαίαν ΰποταγήν της "Ορθοδο­ξίας είς τον κοσμικόφρονα παπισμόν, ύπο το άπατηλον πρόσχημα της ψευδενώσεως.

Πλην ομως προσέκρουσεν είς την άντίστασιν των ευσεβών ορ­θοδόξων. Στρατηγεων καί επαλξις της αντιστάσεως αυτής, χά­ρις είς την Οποίαν «ή παγίς συνετρίβη καί ήμεϊς έρρύσθημεν» α­νεδείχθη το "Αγιον "Ορος. Ή Αγία καί ευλογημένη γη του Α­γίου "Ορους έδάφη με τα τίμια αίματα των Μαρτύρων της Όρθοδοξίας, Μοναχών καί λαϊκών. Πρωτάτον Καρυών, Μονή Ζω­γράφου, Μονή Βατοπαιδίου, Μονή Ιβήρων, ιδού οΐ πάνσεπτοι τό­ποι, οπού τα όργανα ενός άλλου Οικουμενικού Πατριάρχου, του Ιωάννου του Βέκκου, έτυράννησαν και έφόνευσαν μαρτυρικώς τα φωτόμορφα τέκνα της αγίας Όρθοδοξίας δια να ικανοποιήσουν τον καταχθόνιον παπισμόν.

Υπηρξαν βεβαίως καί οί δειλοί, οΐ ριψάσπιδες άλλ' ούτοι, καθώς λέγεται, πρόκειται θέαμα φρικτόν είς απρόσιτα σπήλαια της περιοχής Λαύρας, ως αφορισμένοι, τυμπανιαϊοι καί άδιάλυτοι(κοινώς  βρυκόλακες ….).

Προς έκείνην την μάχην καί εκείνους τους άγωνιστάς μεταφέρομεν τον ευσεβή άναγνώστην, δια να ύποκληθεί  προ των Μαρτυρών και Όμολογητών της Όρθοδοξίας, δια να διαπίστωση δτι ή Ιστορία επαναλαμβάνεται, δια να σταθμίσει τάς εΰθύνας του και τάς υποχρεώσεις του έναντι της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Α­ποστολικής Όρθοδόξου Εκκλησίας" δια να άντιληφθεί, τέλος, πώς πρέπει να σκέπτηται ως "Ορθόδοξος "Ελλην.

Φίλε άναγνώστα

«Τα μεν ώδε πρόσκαιρα, τα δε εκεί αιώνια». Προς αυτά τα αιώνια πρέπει να στρέφωμεν την προσοχήν ήμων' και αυτά τα κληρονομεί ό πιστος μόνον δια της "Ορθοδοξίας. Άλλα και μόνον δια της "Ορθοδοξίας λαμπρύνεται και έπιβιεί ή ωραία καΐ ίστορική ημών Πατρίς, ή Ελλάς.

Στώμεν όθεν καλώς, στώμεν μετά φόβου, πρόσχωμεν.

Αύγουστος 1971

 

ΙΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΒΙΟΝ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΔΑΦΝΗ — ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

 

ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ    ΠΕΡΙ    ΕΝΩΧΕΩΣ    ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ    ΠΕΡΙ    ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΩΝ

 

Επειδή από τάς αρχάς του Σωτηρίου έτους 1960, διετυμπανίσθη ανά την ΰφήλιον υπό του νέου έγκαθιδρυθέντος Πάπα Ιωάν­νου, ότι μέλλει να συγκάλεση εν Ρώμη Οίκουμενικήν Σΰνοδον, με θέμα την "Ενωσιν των Εκκλησιών, και πολλοί των ήμετέ-ρων, κληρικοί τε και λαϊκοί, "Επιστήμονες και θεολόγοι, μετά χα­ράς έδέξαντο το τοιούτον μήνυμα, και μετά ζήλου ΰπερμαχοϋσι δια την τοιαύτην ένωσιν, γράφοντες εις διάφορα περιοδικά- Καί. οι' αύτόν τον λόγον εΐδομεν το παρελθόν έτος, τον Παναγιοτατον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως κ. Άθηναγόραν, έπισκεπτόμενον τα Όρθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής. 'Επίσης καί τον Ρωσσίας Πατριάρχην 'Αλέξιον καί αυτόν μετά συνοδίας έπισκεφθέντα τον Μακαριώτατον 'Αρχιεπίσκοπον Αθηνών καί πάσης Ελλάδος κ. θεόκλητον, επίσης έπισκεφθέντα καί τα Πατριαρ­χεία της Ανατολής, προς άνταλλαγήν γνωμών, καί συζητήσεως επί του σοβαρού τούτου θέματος. Τούτου ένεκεν, διεννοήθημεν α­κροθιγώς να σημειώσωμεν καί ύπομνήσωμεν, ιστορικά τίνα γεγο­νότα, λαβόντα χωράν έν τω "Ορει τοΰτω του "Αθωνος, κατά την εξ *Ιταλ£ας έπιστροφήν του Βασιλέως Μιχαήλ Παλαιολόγου καί Πατριάρχου Βέκκου, προς άναγκαστικήν παραδοχήν των ενωτικών των διαθέσεων καί παρά των Αγιορειτών Πατέρων, των εν ταϊς Ίεραϊς Μοναΐς και Κελλίοις ενασκούμενων.

Δεν γράφομεν  ίστορίαν,  διότι εις τους εγγραμμάτους   είναι γνωστόν, πού κατέληξαν αϊ επί Μιχαήλ Παλαιολόγου (1280) διαπραγματεύσεις ενώσεως, ως και μετέπειτα αϊ επί Ιωάννου Παλαιολόγου (1439). Και πώς παταγωδώς, Συνοδικώς εν Κωνσταντινουπόλει ήκυρώθησαν. Πώς οί ίδιοι ύπογράψαντες Αρχιερείς ην ενωσιν εν Φλωρεντία, υπό την πίεσιν του Βασιλέως και του Πάπα, επανελθόντες εϊς Κωνσταντινοΰπαλιν, κατεμέμφοντο έαυτούς και μεταμεληθέντες ήκύρωσαν τα πραχθέντα. Ταΰτα μόνον σημειοΰμεν ενταύθα, ίνα μη υπό του Πανδαμάτορος χρόνου εις άγνειαν γένωνεαι και λησμονηθώσιν, άλλα να ένηχοΰσιν την άκοήν και μνήμην των μεταγενεοτέρων αδελφών ημών.

Την τοιαντην ενωσιν, πρώτην άπεδοκίμασεν ή Προστάιις ύμών Και έφορος του Αγίου "Ορους ή ΰπερένδοξος Κυρία θεοτόκος, ήτις συνεβούλευσε τους άγιορείτας Πατέρας να μη δεχθώσι ην τοιαύτην ενωσιν, αλλά να την έλέγξωσι και οί δυνάμενοι να πομείνουν μετά γενναιότητας τον μαρτυρικόν θάνατον" όπερ και εγένετό εις την Ιεράν Μονήν Ζωγράφου. Έκεΐ άγιος τις Γέρων, ακουσε φωνήν από την εικόνα της Παναγίας, καθ΄όν χρόνον ελεγε τους χαιρετισμούς έξω πού της Μονής (εις Άμπελάκια) και του είπε προστακτικώς να υπάγει ταχέως εις την Μονήν να ειδοποίηση τους Πατέρας της Μονής ,ότι έρχονται οί εχθροί  Του, και Αυτής και να μη τους δεχθώσιν εις την Μονήν τον Βασιλέα Μιχαήλ Παλαιολόγον καΐ Πατριάρχην Βέκκον) άλλά να τους έλέγξωσι, και οι δυνάμενοι, να παραμείνωσι καΐ να υποστούν   μαρτυρικόν θάνατον, υπέρ των Όρθοδόξων δογμάτων της Αγίας Εκκλησίας μας. Διό και ο  "Αγιος Ηγούμενος μετά 26 αδελφών, περικλεισθέντες εις τον Πύργον της Μονής, και τους Λατινόφρονας εξελέγχοντες υπέστησαν τον δια .τυρός μαρτυρικόν θάνατον. Τοισύται μαρτυρικαί αθλήσεις, καϊ. έλεγχοι και ωλογίαι συνέβησαν και εις αλλάς Μονάς .Εις την Ίεράν Μονήν Βατοπαιδίου, επειδή τους έξήλεγξαν ως αιρετικούς, τον μεν  Ήγοΰμενον Εϋθΰμιον δέσαντες με άλΰσεις κατεπόντισαν εϊς την θά­λασσαν, ετέρους δε δώδεκα Μοναχούς άπηγχόνησαν εϊς τόπον λεγόμενον Φουρκόδουνον. Τα αυτά περίπου ελαβον χωράν και είς την *Ιεράν Μονήν των Ιβήρων, επειδή δεν τους έδέχθησαν, άλλα τους ήλεγξαν ως αιρετικούς, οι μεν κατεποντίσθησαν μετά του πλοίου, οί δε άπήχθησαν ως αίχμάλωτοι.

Επίσης και εϊς την Σκήτην των Καρυών, επειδή δεν τους έδέχθησαν, αλλά τους ήλεγξαν ως παραβάτας των πατρίων δογμά­των και ως αιρετικούς, τόν μεν Πρώτον άπηγχόνησαν, τους δε λοι­πούς δια ξίφους έφόνευσαν, ων τα άγια λείψανα αυτών, οΐ του καιρού πατέρες έναπέθεντο εϊς την εϊσοδον του Ίεροΰ Ναού του Πρωτάτου, προς αϊωνίαν ΰπόμνησιν ημών και διδασκαλίαν. Και τοιαύτα μεν συνέβησαν εϊς τους μη αποδεξαμένους, άλλ' έλεγξαντας αυτούς τους Λατινίζοντας ενωτικούς. "Ιδωμεν δε τι έπηκολοΰθησεν εϊς τους φιλικώς αυτούς αποδεξαμένους και συλλειτουργήσαντας.

 "Ας ϊδωμεν και εϊς την Μεγίστην Λαΰραν οπού τους ΰπεδέχθησαν μετά κωδωνοκρουσιών' και έκεί βλέπομεν οτι έπηκολούθησαν  έτει φοβερώτερα, φρίκης και τρόμου γέμοντα. Καθώς ή αψευδής παράδοσις διέσωσεν και εώς τάς ημέρας ήμων  παρέδωσεν' ακούσατε.

Ό μεν Ιεροδιάκονος Λαυριώτης ό συλλειτουργήσας εν αΰτη τη λειτουργία, υπό θεηλάτου οργής καταληφθείς, το ζην έξεμετρησεν άναλύσας ως κηρός υπό πυρός φλεγόμενος οί δε συλλειτουργήσαντες Ιερομόναχοι επτά (7) κατ΄ άλλους ένδεκα (11) με­τά θάνατον ευρέθησαν άλυτοι, τυμπανιαΐοι, αφορισμένοι, τους ο­ποίους μέχρι τέλους του 19ου αϊώνος τα λείψανα των είχον εϊς ,τόν Νάρθηκα του Κοιμητηρίου «οί "Αγιοι Απόστολοι» εϊς κοινήν  θέαν, το μεν προς διδασκαλίαν και σωφρονισμόν των επιγενομένων γενεών, το δε οπως οί βλέποντες αΰτοΰς, σπλαγχνιζόμενοι, εύχον­ται υπέρ αυτών, ίνα ό Κύριος τους συγχωρήσει καί διαλύει τα τυμπανιαϊα αυτών σώματα εις γήν εξ ης ελήφθησαν.

Παρέλειψα να ειπώ οτι και ή ζωγραφιά της Εκκλησίας έμαΰρισεν, άνακαινίσθη δε ύστερον κατά το έτος 1544 υπό του δια­σήμου Ζωγράφου θεοφάνους.

Διά τα περί ων ό λόγος τυμπανιαϊα (άλυτα) σώματα(κοινώς βρυκολακιασμένα…), διεσώθη και άχρι σήμερον Ιστορείται μικρόν τι επεισόδιον. Των Βουρδουναρέων (ήμιονηγών) ποτέ εν εύθυμίζει εκ μέθης τελούντων, εκαμον στοίχημα με γενναϊον τι χρηματικόν επίδομα" εκείνος πού θα είχε το θάρρος και την ψυχραιμίαν, να λάβει το πτώμα άφωρισμένον να το μεταφέρει εκεί οπού διεσκέδαζον, για να κερδίζει τα χρή­ματα" και πράγματι ευρέθη είς τολμηρός, όστις με το πιστόλιον εις τάς χείρας, μετέφερε το τοιούτον άπαίσιον λείψανον και εκέρδισε το καταβληθέν ως στοίχημα χρηματικόν επίδομα. Επίσης ή παράδοσις διασώζε ότι προσκυνητής τις, ευαίσθητος υπάρχων, ως πλησίασε και είδε τα κατάμαυρα τυμπανιαϊα σώματα, με τα μαλιά, με τους μεγάλους γαμψούς όνυχας, με τα στόματα ανοικτά, όπου ελευθέρως οΐ ποντικοί είσήρχοντο καί έξήρχοντο, τόσον έφοθήθη, ώστε  άπέθανεν εκ συγκοπής της καρδίας. Το τοιοΰτον έγινεν αιτία να τους απομακρύνουν εκ της Μονής, καί τους υπηγον. είς τα παράλια της Ρουμανικής Σκήτης, καί τους περιέκλεισαν είς ένα σπήλαιον δυσανάβατον και άπόκρημνον, άλλ' επειδή και- εκεϊ οί περίεργοι δεν επαυον να τους επισκέπτονται, να  τους βλέπουν καί να τους φωτογραφίζουν, δια τούτο τώρα εσχάτως, ενέφραξαν δια λίθων κτιστών τελείως την θΰραν του σπηλαίου, καί έγινε τελείως άγνώριστον το τοιούτον σπήλαιον, το περικλείον τους τοιούτους άφωρισμένους ενωτικούς Λατινόφρονας Λαυριώτας. 'Οταν κατά το έτος 1925 δια λέμβου διέπλεον το άνωθι μέρος ταξιδευοντας δια το Όρφάνιον Παγγαίου, οί λεμβούχοι αδελφοί Παχώμιος και Ανδρόνικος, μοί έδειξαν το τοιούτον σπή­λαιον.

Ο ημέτερος αδελφός Χριστόδουλος μοί είπεν ότι κατά το έ­τος 1935 είς τάς Καρυάς ευρισκόμενος, είδεν ένα λαϊκόν Ρουμανον καί είχε φωτογραφίαν τριών τοιούτων σωμάτων αφορισμέ­νων και ετρόμαξεν από την θεα  αυτών" ταΰτη σημιειοϋμεν χά­ριν της ιστορικής αληθείας' ο νοών νοείτω καί ο έχων ώτα άκοΰειν άκουέτω. Δεν αποκλείεται καί τώρα, ή μετ' ολίγα έτη, να επανα­ληφθούν τοιαΰτα τραγικά κρούσματα καί επεισόδια, διό χρεία  εγρηγόρσεως και προετοιμασίας, προς φύλαξιν της Όρθοδόξου η­μών Πίστεως, από τάς πλεκτάνας και πλάνας των λατινιζόντων Παπιστών, Μασόνων κ.λ.π.

""Εγγραφον  τη 5η Απριλίου 1963 Λάζαρος Μοναχός Διονυσιάτης

Εκ του βιβλίου

 ΄΄ Η ΕΝ ΑΓΙΩ ΟΡΗ, ΑΘΩ, ΙΕΡΑ, ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΣΕΒΑΣΜΙΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ, 424-1925΄΄

 

  

 

Το χειρόγραφο έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο “Φιλήματα Ιούδα” της ιεράς μονής Εσφιγμένου το έτος 1993. Η φωτογραφία στην αρχή του άρθρου είναι τραβηγμένη στο σπήλαιο των αφορισμένων το έτος 1932 και εικονίζει τα σώματα δύο αφορισμένων μοναχών που συλλειτούργησαν με τον αιρεσιάρχη πατριάρχη Ιωάννη Βέκκο. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το έτος 1932 στο περιοδικό “Κήρυξ των Ορθοδόξων”, αριθ. Φύλ. 132 του έτους 1932 και στη συνέχεια στο περιοδικό “Δίστομον ρομφαίαν” το έτος 1934.

 EΜΕΝΑ ΜΟΥ ΤΟ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΦΙΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΡΙΝ 6 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΑ .     

 

Προηγουμένου ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΙΗΟΥ του Κρητός, Θεσσαλονίκη 1971  Σελ. 23-24

Ή Μονή έξακολουθεϊ όμαλώς εξελισσόμενη μέχρι του 1280 (1275—1282), μέχρι δηλονότι της είς π'ΑΟω ελεύσεως του Αύ-τοκράτορος Μιχαήλ Η' του Παλαιολόγου και του Πατριάρχου Ιωάννου Βεχκου, λατινοφρονων, ή απεσταλμένων αυτών, «επί τω σκοπώ όπως πείσωσι τους Άγιορείτας. ίνα προστεθώσι τφ λατινι­κό) φρονήματι περί ενώσεως των Εκκλησιών, οπότε, άφικομένων και εις την Μονήν Ξηροποτάμου, οί εν αυτί] οίκοΰντες Μοναχοί δειλανδρίσαντες και. φό6ω συσχεθέντες και αντί τόνν αιωνίων τα πρόσκαιρα προτιμτ)σαντες και τω της Λαύρας ζηλώσαντες ύποδεί-γματι, ΰπεδέξαντο αυτούς μετά φώτων και χρότων και μεγάλης τιμής και μετ' αυτών εν τω ναώ είσελθόντες τνή των άζυμιτών λει-τουργίαν έτέλεσαν και των αίρετιζόντων έμνημόνευσαν. Τότε ό ποιών την γην τρέμειν Κύριος, θάττον συσσείσας την γην μετ' ή-χον, το μεν ναόν χατέ6αλε, του δ' εν αΰτω 'Ιερεΐς^ της αισχύνης κατέχωσε και τα τη ςΜονής τείχη άνέιρεψεν, ένα μόνον καταλίπών εκ των τοίχων, κεκλιμένον καΐ αυτόν, είς σημεΐον ταΐς μετέπειτα γενεαΐς», (Μ.Γ. 143—144).

Τότε δ' Ιπαυσε φυόμενον υπό την Άγίαν Τράπεζαν και το χανιτάριον, όπερ αυτομάτως κατ* έτος εν τη μνήμη των Άγίίον Γεσσαράκοντα έφΰετο, δια το βε6ηλωθήναι το "Αγιον Ου >ιον υπό των ειρημένων Λατινοφρόνων,

 

ΑΦΗΓΗΖΙΣ    ΓΑΒΡΙΗΛ    ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ

Γαβριήλ Ιερομόναχος, Κΐλλίον Ίδηριτικδν Γενέθλιον Τι­μίου Προδρόμου, ετών έννενήκοντα ένέα (99).

Εΐς αδελφός ηκουε δια τους άφωρισμένους οπού είναι είς την Λαΰραν του "Άθωνος, οί οποίοι έδέχθησαν και συνελλειτοΰργτ^σαν με τον *Ιωάννην Βέκκον, τον Λατινόφρονα Πατριάρχην. Είχε άμ-φι6ολίαν αν είναι πράγματι αληθώς και πάντοτε ερευνούσε καΐ έ-ρωτοΰσε αν ευρίσκεται κανείς να τους είδεν ιδίοις ομμασιν ως αυ­τόπτης μάρτυς δια να πεισθη από την άμφι6ολίαν οπού εΐχε" Χοί από τους πολλούς όπου ερώτησε τον είπαν ότι δ Πνευματικός τοΰζ έχει ίδεϊ και ήρθε και με ερώτησε εάν γνωρίζω και εάν τους είδα ιδίοις ομμασι και τον επληροφόρησα δτι τους είδα και είναι βε­βαιότατα επειδή εγώ ήρθα εις το "Αγιον "Ορος είς τα 1885 ε­τών είκοσι" μετά δυο έτη, επειδή έτυχε να πάρωμε σιτάρι από την Μονήν Κωνσταμονίτου 1200 οκάδες, έπηγαίναμε δια θαλάσσης με την βάρκα την ϊδικήν μας να το περιλάβαμε, 5που ήμουν 22 ετών καί ήτο τον Σεπτέμ6ριον δύο ημέρας μετά του Τιμίου Σταυροΰ. Επήγαμε το εσπέρας καί έμείναμε είς τον άρσανάν της Μεγ, Λαύ­ρας, όπως το πρωί έξακολουθήσωμε το ταξίδιόν μας, καθώς και έγινε. Μόλις όμως εξακολουθήσαμε ολίγον διάστημα από την Λαύ~ ραν, ακούω καί μου λέγει ό Γέροντας μου Μελέτιος Μοναχός, «παιδί μου Γα6ριήλ εδώ παρεμπρός υπάρχουν οί άφωριπμένοι οϊ όποιοι έδέχθησαν τους Λατινόφρονας είς την Μκγίσιην Λαΰραν

ιΐ συνελλειτούργησαν με τον Ίωάννην Βέκκον και τους μετ* αΐ;-·ί}' τους οποίους εγώ τους έχω ϊδεΐ και άλλοτε, άλλα επειδή είσαι Ιός και ίσως να γίνη «όποτε λόγος και διόλου, καΐ να λέγουν με-κοί ότι ψέματα, είναι, δεν υπάρχουν τίποτα, ούτε άφωρισμένοι. λα τα λέγουν δια φοβέρα είς τους ανθρώπους, δι' αυτό να πάμε ι τους ίδϊ}ς ιδίοις δμμασι να μη πίστευες ότι και αν σου λέγουν και ή Αγία Γραφή λέγει* ό οφθαλμός είναι πιοτότερος των ;α>ν" λέγοντας ό Γέροντας τα τοιαύτα, εφθάσαμεν εΐς ένα άπότο-ν γκρεμνάν, δπου μόνον να τον ϊδη ό άνθρωπος τρομάζει, και ΰ λέγει, «εδώ είναι», εγώ δε περιεργαζόμουν να τους ιδώ και τον νω «με κοροϊδεύεις;» Λοιπόν «γέλασε και μου λέγει, «τι νομί-£, εΐναι Σ ταύρος ή Εικόνες να βλέπουν οί άνθρωποι να κάμνουν \? Σταυρον τους; Ενώ έχουν του δια6όλου την μορφήν, την ό-ίαν θα ϊδΓ]ς και τότε θα πιστωθ^ς». Τότε λοιπόν προσεγγίσαμεν ; την άπότομον έκείνην χαράδραν και μετά κόπου πολλού έδγή-(ΐε ε|ω και με τα είκοσι νΰχια, ανεβήκαμε πέντε — §ξη μέτρα ΐ έπειτα είδα ένα σπήλαιον και εισήλθαμε και (ΐλέπω, έλεεινόν μαο: Τρεις άνθρίί)πους ακουμπισμένους εις τον βράχον, όρθιοι, τα ροϋχα ράσα και ζωστικά, οί οφθαλμοί ανοικτοί, ή κόμη και γένειον και των τριών μακρύ και κατάλευκον, το: πρόσωπα των ως είναι το χρώμα της φούμας,όμοίως και αί χείρες προς τα :ω, οί δάκτυλοι ολίγον κλυτοί προς τα μέσα, οί όνυχες των χει-ν έως 2—3 πόντους μεγάλοι των δε ποδών δεν έφαίνοντο, έιιει-ήσαν καλυμένα με τις κάλτσες και τα παπούτσια. Μάλιστα ή-ηοα να τους ψηλαφήσω να ϊδώ αν πραγματικά το σώμ« ήτο μα-β ή μόνον ξηρό δέρμα και οστά, άλλα δεν μου άφησε δ Γέρων1

μου λέγει «μη βάλ^ς χέρι επί την όργήν του θεοΰ». Εϊς δλα δπως τα άλλα ε"6αλα μεγάλην έπιμέλειαν" μόνον χέρι δεν έβαλα. Και τότε διόλου δεν έδειλίασα, τώρα όμως, όταν τους ενθυμηθώ ταράττεται ή ψυχή μου και δεν ημπορώ ούτε να κοιμηθώ ήμερόνυκτα ούτε να φάγω δύο και τρεις ημέρας, ενώ τότε οπού τους είδα ούτε έβαλα τίποτε είς τον νουν μου.

 

Γράφω ίδια χειρί εΐς τάς 2 Μαρτίου 1964 εν τη Ιερή Μο­νή Ξενοφώντος, Γαβριήλ Ιερομόναχος Πνευματικός εκ του Ίβηριτικοΰ Κελλίου «Γεννέσιον του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστοΰ Ιωάννου».

 

Κραυγήν της Παναγίας άκούουν οι Τούρκοι.   (από άρθρο εφημερίδος του 2003).

Κατά δημοσιογραφικάς πληροφορίας εκ Κωνσταντίνουπόλεως χαρακτηρίζουν ως "Άνα Μεριεμ», ως φωνήν της Παναγίας,  κραυγήν αγωνίας  ή οποία διαχέεται εις όλόκληρον την νήσον  Άντιγόνην των Πριγκιπονήσων και έχει ως έπίκεντρόν της τον ιερόν ναόν του Αγίου Ιωάννου της περιοχής,  αποκαλύπτει την έσχατολογικήν διάστασιν  των σημείων…

 

• Οί Τούρκοι κάτοικοι της νή­σου, ερμηνεύουν αυτήν την κραυγήν ως φωνήν της Πανα­γίας, ή οποία φανερώνει τα ση­μεία των εσχάτων ημερών.   Το γεγονός αυτό έχει καταστή, δια τα τουρκικά μέσα ενη­μερώσεως, σημείον αναφοράς, διότι όλοι οί Τούρκοι της νή­σου, την κραυγήν αυτήν την εκλαμβάνουν ως σημείον των καιρών…

 

 

 

ΣΤΑ ΠΡΙΓΚΗΠΟΝΝΗΣΙΑ, ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ

Αναστενάζει η Παναγιά

'

Ο πόνος των αλύτρωτων Πατρίδων ξαναζωντανεύει σήμερα έμπροσθεν του ανεξερεύνητου θαύματος, το οποίο πραγματοποιείται και έχει ανα­στατώσει Τις τελευταίες ημέρες τους κατοίκους της νήσου Αντιγόνης :«Μπουργάζ» στα Πριγκηπονήσια.

Η κραυγή αγωνίας, η όποία διαχέεται στο νησί και που ως επίκεντρο της έχει  τον Ιερό Ναό .του Αγίου Ιωάννη στο νησί της Αντιγόνης, για τα τουρκικά Μ.Μ.Ε. έχει καταστεί σημείο αναφοράς των τελευταίων ημερών.

Από την πλευρά τους, όπως μας δήλωσε ο Δημοσιογράφος κ. Χειλαδάκης, οι τούρκοι κάτοικοι του νησιού αποδίδουν αυτήν την κραυγή αγωνίας σε φωνή της Παναγίας, χαρακτηρίζοντας την ως «Ανά Μεριέμ». Γι ' αυτούς α­ποτελεί ένα εσχατολογικό σημείο των καιρών.    Ελπίζουμε αυτό το γεγονός, το οποίο δεν είναι φανταστικό αλλά πραγμα­τικό, να αποτελεί απαρχή των προφητειών του Μεγάλου Δασκάλου του Γέ­νους Πατρο - Κοσμά.

Αυτή η κραυγή αγωνίας της Παναγίας, όπως την αποδίδουν οι γείτονες μας, αποτελεί την επιθυμία των Ελλήνων για τις Χαμένες Πατρίδες οι οποίες ζητούν την ελευθέρωση τους Και την επιστροφή τους στους  κτήτορες"

 

ΠΩΣ ΕΙΔΕ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ Ο ΟΣΙΟΜΑΡΤΗΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΝΕΟΣ.

 

Κάποτε, ό όσιος Ιάκωβος επήγε στίς Καρυές Αγίου "Όρους μαζί με τον μαθητή Μαρκιανό, για να δεΐ τους γνωστούς του καθώς ήλθε ή ώρα της λειτουργίας έμπι εϊς την εκκλησία. Σταθείς δε κάπου,  προσεκτικά —με το διορατικό χάρισμα τ είχε— προς τα βημόθυρα καί έθαύμαζε, ό μαθητής του τον παρακολουθούσε πού μερικές  φορές  υπομειδιοϋσε  καΐ κάτι τραύλιζε.

"Οταν έτελείωσε ή θεία Λειτουργία, ό θητής του με πολύ σεβασμό τον ερώτησε του εΐπει, τί έβλεπε εις την εκκλησία. Ό γιος ομως, κατ' αρχήν, ήταν έπιφυλακτικα αλλά, μετά από πολλές παρακλήσεις, έδ σε να του διηγηθεί τα εξής:

«Καθώς, λέγει, αρχισε ό ίερέας, τέκνο μ Μαρκιανέ, να φορέσει την Ιερατική στο για να λειτουργήσει, ήλθε μπροστά του φως των Αγγέλων, οπως την αυγή» πρίν  ανατείλει ό ήλιος. "Αμα δε άρχισε να προ­σκομίζει, επήγαν οί "Αγγελοι εις τους χο­ρούς της εκκλησίας καί έστεκαν, ένα προς ένα τάγμα, εϊς τα τέσσερα μέρη της εκκλη­σίας. Καί αφού έτελείωσε την προσκομιδή ό ιερέας καί έβαλε τα άγια καλύμματα, πολύ φως περισκέπασε τα θεία δώρα, διότι τα αίσθητά καλύμματα φανερώνουν το νοητό φως, το όποιο σκεπάζει τα άγια. "Αμα δε ήλ­θε ό καιρός της μεγάλης Εισόδου καί βγήκε ό Ιερέας με τα άγια, άρχισε το φως μπροστά καί έσκέπασε το λαό. "Οταν όμως, ό Ιερέας έγύρισε εις το "Αγιο Βήμα καί έβαλε τα ά­για εις την Αγία Τράπεζα, το φως εκείνο την περικύκλωσε, ως τον γϋρον της σελήνης. Είς δε τη μέση εκείνου του γύρου, εύρίσκετο ό Ιερέας καί τα άγια δώρα καί έξω άπα τον κύ­κλο οι άγιοι "Αγγελοι με πολλή ευλάβεια καί δεν τολμοϋσαν να πλησιάσουν καθόλου. Καί ενώ έλεγε αυτά ό "Αγιος, θυμήθηκε ό Μαρκιανος το του Άποστολου Παύλου: «Προς τα όποΐα "Αγγελοι έπιθυμοΰσι παρακύψαι».

Ό δε Ιερέας έφαΐνετο νοητά όλος δεμέ­νος καί μαύρος στην εμφάνιση, με σχοινιά των αμαρτιών του σφιγμένος. Επειδή ανά­ξια υπηρετούσε τα θεϊα ό άθλιος, εξερχόταν δυσωδία απ* αυτόν, ώστε οί "Αγγελοι έγύρι ζαν τα πρόσωπα τους προς άλλη κατεύθυνση». Καί πάλι ό μαθητής του τον ερώτησε «Παρακαλώ σε πάτερ μου, είπε μου· ό καθαρός Ιερέας, όταν λειτουργεί πώς φαίνεται «Καί ό Οσιος του εΐττε: «Από τον καθαρό Ιερέα δεν φεύγει το φως, καθώς σου προεΐπα, αλλά γίνεται ένα με αυτόν. Και γίνεται ό Ιερέας όλος φως, ομοίως καί ή στολή του από δε το στόμα του λαμπάδα φωτός εξέρχεται, όταν λέγει το Ευαγγέλιο καί τίς ευχές ομοίως καί οταν σηκώσει τα χέρια του, λαμπάδες εξέρχονται από τα δάκτυλα του. Και αυτά γίνονται είς τους άξιους, ώ τέκνο μου εις δε τους αναξίους, οτι άκουσες προηγου- μένως». "Υστερα δε είδε άλλο θαυμαστότερο, όταν δηλ. έτελείωσαν τα άγια καί τα( ευλόγησε αυτά σταυροειδώς». Είδα, λέγει τον Κύριον εν τω δίσκο (εις τον δίσκον) καθήμενον εν φωτί· καί ήτο εκείνο το φως με πολλούς Οφθαλμούς- καί καθώς έμέλισεν Αΰτόν εις τέσσερα μέρη, έκένωσε το αίμα εις το ποτήριον καί μετέλαβεν άπ' αύτοϋ' καί οταν έτελείωσεν ή Λειτουργία, πάλιν είδε το βρέφος άκέραιον όμοϋ (μαζί) με τους Άγγέλους άναβαϊνον εις τον ουρανόν». Και αυτά περί της θεωρίας. Τότε ό μαθη­τής του ερώτησε: «Δια ποίαν αίτια δεν α­ποστρέφεται ή χάρις τους αναξίους ϊερεϊς;». Και ο όσιος του λέγει: "Δια την πίστιν του λαού. Διότι δεν γνωρίζουν οί άνθρωποι ποίος είναι άξιος και ποϊος ανάξιος καί δια τούτο με πίστιν τρέχουν εις Ολους. Καί βλέ­ποντας ό θεός την πίστιν του λαού στέλλει την χάριν του είς τους άναξίους, διότι θα έμειναν οι άνθρωποι άβάπτιστοι καί άμετάδοτοι, αν ή χάρις δεν ήρχετο είς τους ανα­ξίους ίερεϊς. Ό δε Ιερεύς, ό όποϊος άναξίως Ιερουργεΐ, αν δεν μετανοήσει καί κάμει τελείαν άποχήν της Λειτουργίας, δεν ευρίσκει έλεος από τον θεόν, αλλά με τους παρανό­μους Εβραίους, οί όποιοι έσταύρωσαν τον Χριστόν. θέλει δε σταλή είς το πυρ το ασβέστον, κατά την ήμέραν της κρίσεως, ως καταφρονητής των θείων μυστηρίων. "Αν όμως μετανοήση καί κάμη παραίτησιν, πηγαίνει με τους άξιους είς την βασιλείαν του θεού δια την άφατον αυτού φιλανθρωπίαν».

{ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ, ΔΟΥΚΑΚΗ ΚΩΝ., Μην Νοέμ­βριος, σελ. 85-86).

 

ΠΩΣ Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΣΙΝΑ, ΓΕΩΡ­ΓΙΟΣ, ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΕ -ΘΑΥΜΑ­ΤΟΥΡΓΙΚΑ- ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΟΙΝΩΝΗΣΕ ΤΩΝ ΑΧΡΑΝΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ.

 

Τό περιστατικό μας το διηγήθηκε ή γε­ρόντισσα Δαμιανή, ήσυχάστρια, μητέρα του άββά Άθηνογένη, επισκόπου Πετρών «Στό άγιο Ορος Σινα έζησε ένας ηγούμενος, Γε­ώργιος τ' Ονομα του, πολύ ξακουσμένος α­σκητής. Αυτός ό άββάς Γεώργιος, ενώ καθόταν μέσα στο κελλί του τη μέρα του Μ. Σαββάτου, κυριεύτηκε από μια επιθυμία· «Λαχτάρησα», είπε, «να κάνω την αγία ανά­σταση στην αγία πόλη καί να κοινωνήσω από τ' άχραντα μυστήρια στον ναό της Αναστά­σεως του Κυρίου». Όλάκερη, λοιπόν, τη μέ­ρα ό γέροντας δμεινε να συλλογίζεται μ' αδημονία ετούτα καί προσευχόταν, "Οταν έ­φθασε το βράδυ, μπήκε μέσα ό μαθητής του καί του είπε- «Με την άδεια σου, πάτερ, ώρα για τον κανόνα». Κι ό γέροντας του άποκρίθηκε· «Πήγαινε εσύ καί την ώρα της θείας με-ταλήψεως πες μου κι έρχομαι κι εγώ». "Ετσι έμεινε ό γέροντας στο κελλί του.

2. Σάν έφθασε δμως ή ώρα της θείας κοι­νωνίας στο ναό της Αναστάσεως, βρέθηκε ό γέροντας κοντά στον επίσκοπο Πέτρο, τον μακάριο, κι εκείνος τον κοινώνησε μαζί με τους πρεσβύτερους. Άλλα, καθώς τύν είδε Ο πατριάρχης, ρώτησε τύν πρωτοσύγκελλό του τύν Μηνά* «ΠΟτε έφθασε εδώ ό ηγούμε­νος του Σινά;». Του απάντησε Ο πρωτοσύγ-κελλος· «Με την ευχή σου, δέσποτα, δεν τάν είδα παρά μονάχα ετούτη τη στιγμή». Τάτε ό πατριάρχης παράγγειλε στον πρωτοσύγ-κελλο' «Πες του, μη φεύγεις, γιατί θέλω να συμφάγουμε». Ό πρωτοσύγκελλος μετέφε­ρε την παραγγελία στάν γέροντα καί κείνος απάντησε- «"Ας γίνει τα θέλημα του θεού». "Οταν ό πατριάρχης έκαμε άπάλυση στην εκ­κλησία, Ο ηγούμενος προσκύνησε τύν άγιο Τάφο καί βρέθηκε πάλι στΟ κελλί του. Καί να πού ό μαθητής του χτύπησε την πύρτα καί του λέγει· «Πάτερ, με την ευχή σου, ώρα να μεταλάβεις». Τότε ό γέροντας πήγε με τα μα­θητή του στην εκκλησία καί μετέλαβε άπΟ τ' άχραντα μυστήρια.

3. Ό αρχιεπίσκοπος Πέτρος δμως πικρά­θηκε, πού ό ηγούμενος δεν έκαμε υπακοή καί μετά την εορτή του στέλνει μιαν επιστολή, καθώς επίσης καί στον επίσκοπο της Φαράν, τον άββά Φώτιο, καί πράς τους πατέρες του Σινά, καί παραγγέλλει να φέρουν ένώπιύν του τύν ηγούμενο. "Οταν Εφυγε ό κομιστής των επιστολών καί παρέδωσε τα γράμματα, ό ηγούμενος έστειλε στάν πατριάρχη τρεις πρεσβυτέρους, τύν άββά Στέφανο τΟν Καπ-παδύκη, τον μέγα, τον άββά Ζώσιμο (πού τάν έχουμε μνημονεύσει άλλου) καί τύν άββά Δουλκήτιο τύν Ρωμαίο. Απολογήθηκε, λοι-πΟν, γραπτώς Ο γέροντας καί είπε1 «Ποτέ να μην φτάσω, άγιώτατε Δέσποτα, να περιφρο­νήσω τον άγιο απεσταλμένο σου». Επιπλέ­ον έγραψε τα έξης· «"Ας τό· ξέρει ή μακαριύτητά σου, δτι υστέρα άπύ έξι μήνες πρόκειται άπύ κοινού να συναντήσουμε τύν ΚύριΟ μας, τύν Χριστό καί θεώ μας* εκεί θα προσκυνήσουμε μαζί».

4. "Ετσι αναχώρησαν άπύ τη μονή τους οί πρεσβύτεροι καί παρέδωσαν τη γραπτή ομο­λογία στύν πατριάρχη. Συγχράνως τύνιζαν οτγ «Ό γέροντας έχει να πάει στην Παλαιστίνη πολλά χρόνια». Καί επί πλέον έδειχναν το γράμμα του επισκόπου της Φαράν, πού βεβαίωσε δτι ό γέροντας έχει κάπου εβδο­μήντα χρόνια να βγει από το δρος Σινά. Άλ­λα καί ό άγιος καί πράος Πέτρος επικαλούνταν ως μάρτυρες τους επισκόπους καί τους κληρικούς πού παραβρέθηκαν έκεϊ καί ισχυρίζονταν ότι- «Εμείς τον είδαμε τον γέροντα καί όλοι μας του δώσαμε το άγιο φι­λί της αγάπης». Ωστόσο υστέρα από έξι μή­νες, τόσο ό γέροντας όσο καί ό πατριάρχης αναπαύτηκαν σύμφωνα με την προφητεία του ηγουμένου».

(ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ ΤΟΥ Σ1ΝΑ, ΘΕΣ/ΝΙΚΗ 1986, σελ. 103 καί 105).

 

Oι προφητείες του Κοσμά τού Αιτωλού

 

1. "Αυτό μιά μέρα θά γίνη Ρωμαίικο καί καλότυχος όποιος ζήση σέ κείνο τό βασίλειο."

(Συνήθιζε νά λέγη εις διάφορα μέρη τής υποδούλου Ελλάδος, τά οποία μετά ταύτα απηλευθερώθησαν)

2. "Ω ευλογημένο βουνό, πόσες ψυχές γυναικόπαιδα θά σώσης όταν έλθουν τά χαλεπά χρόνια ! "

(Είπε τήν προφητείαν αυτήν εν Σιατίστη καί αλλαχού αντικρύζων τά βουνά, τά οποία κατά τούς χρόνους τής Ελληνικής Επαναστάσεως έγιναν κρησφύγετα τών γυναικοπαίδων).

3. "Καλότυχοι σείς, οι οποίοι ευρέθητε εδώ πάνω εις τά ψηλά βουνά, διότι αυτά θά σάς φυλάξουν από πολλά δεινά. Θά ακούτε καί δέν θά βλέπετε τόν κίνδυνο. Τρείς ώρες ή τρείς μέρες θά υποφέρετε."

(Ελέχθη είς τήν περιφέρειαν Σιατίστης)

4. "Τό ποθούμενο θά γίνη στήν τρίτη γενεά. Θά τό ιδούν τά εγγόνια σας. "

(Ελέχθη εν Χειμάρρα - Η σπουδαιοτάτη αύτη προφητεία τού Αγίου, η οποία έτρεφε τήν γλυκυτέραν ελπίδα τού υποδούλου Γένους, έλαβε καταπληκτικήν επαλήθευσιν. Διότι οι χρόνοι τής απελευθερώσεως τού Έθνους είναι πράγματι η τρίτη γενεά από τών χρόνων πού προεφήτευσεν αυτήν ό 'Aγιος, καθόσον, ώς γνωστόν, εκάστη γενεά υπολογίζεται εις 25 έτη)

5. "Θάρθη καιρός νά σάς πάρουν οι εχθροί σας καί τή στάχτη από τή φωτιά, αλλά σείς νά μήν αλλάξετε τήν πίστι σας, όπως θά κάμνουν οί άλλοι. "

(Ελέχθη εν Σιατίστη)

6. Σάς λυπάμαι γιά τήν περηφάνεια, οπού έχετε. Τό ποδάρι μου εδώ δέν θά ξαναπατήση. Καί εάν δέν αφήσετε αυτά τά πράγματα πού κάνετε, τήν αυθαιρεσία καί ληστεία, θά καταστραφήτε. Σέ κείνο τό κλαρί, πού κρεμάτε τά σπαθιά σας, θάρθή μιά μέρα πού θά κρεμάσουν οί γύφτοι τά όργανά τους. "

(Ελέχθη εις τό χωρίον 'Aγιος Δονάτος Σουλίου)

7. "Θάρθουν οι κόκκινοι σκούφοι κι ύστερα οι 'Aγγλοι επί 54 χρόνια, καί κατόπιν θά γίνη Ρωμαίικο."

(Ελέχθη εν Κεφαλληνία περί τής απελευθερώσεως τής Επτανήσου - "Κόκκινοι σκούφοι" ονομάζονται οι Γάλλοι στρατιώται ως εκ τού χρώματος τών καλυμμάτων τής κεφαλής κατά τούς ναπολεοντείους χρόνους. Η προφητεία αύτη εύρε καταπληκτικήν εκπλήρωσιν. Διότι μετά τούς Ενετούς εις τήν Επτάνησον εγκατεστάθησαν οι Γάλλοι, καί μετά τήν αναχώρησιν τούτων ήλθον οι 'Aγγλοι, τών οποίων η παραμονή διήρκεσε 54 έτη, δηλαδή όσα καί προεφήτευσεν ο 'Aγιος. Τώ 1810 κατέλαβον ουσιαστικώς οι 'Aγγλοι τήν Επτάνησον (εκτός τής Κερκύρας, η οποία παρεδόθη τώ 1815 είς τόν Κάμπελλ), καί τώ 1864 παρέδωκαν αυτήν είς τήν Ελλάδα.)

8. "Τά όρια τού Ρωμαίικου θάνε η Βωβούσα (ο ποταμός Αώος) ".

(Ελέχθη εν Παλαιά 'Aρτη)

9. "Εκείθε θάρθη τό Ρωμαίικο".

(Τήν προφητείαν ταύτην είπεν ο 'Aγιος εν Πρεβέζη δεικνύων τό μέρος τής Στερεάς, από τό οποίον θά προήρχετο ο στρατός τής ελευθερίας. Ή προφητεία επραγματοποιήθη τώ 1912).

10. "Τά βάσανα είναι ακόμη πολλά. Θυμηθήτε τά λόγια μου · προσεύχεσθε, ενεργείτε καί υπομένετε στερεά. Έως ότου νά κλείση αυτή η πληγή τού πλατάνου, τό χωριό σας θάνε σκλαβωμένο καί δυστυχισμένο".

(Ελέχθη είς Τσαραπλανά, τό σημερινόν Βασιλικόν τής Ηπείρου. Η πληγή τού πλατάνου έκλεισε τώ 1912, έτος απελευθερώσεως τής Ηπείρου)

11. "Πότε θαρθή τό ποθούμενον; " ηρώτησαν τόν 'Aγιον εις Τσαραπλανά τής Ηπείρου. "Όταν σμίξουν αυτά", απήντησεν ο 'Aγιος δεικνύων δύο δενδρύλλια.

(Τά δενδρύλλια εμεγάλωσαν, επάχυναν καί έσμιξαν τώ 1912)

12. "Τό ποθούμενον θά έρθη όταν θαρθούν δύο πασχαλιές μαζί".

(Πράγματι τώ 1912 αι εορταί Ευαγγελισμού καί Πάσχα συνέπεσαν)

13. "'Aμα κλείση τό δένδρον καί κλεισθή μέσα τό παλούκι, τότε θά έλθη τό ποθούμενον. Θά γίνη κάποιο σημάδι καί νά μή φοβηθήτε. Νά πηγαίνετε βασίλεμα ηλιού σ εκείνα τά βουνά (τής Ομάλιας καί τής Μερόπης), όπου θά γλυτώσουν πολλές ψυχές. Μαζί σας μή πάρετε τίποτε, μόνον τίς ψυχές σας νά γλυτώσετε. Καί δέν θά βαστάξη τό κακό περισσότερο από 24 ώρες".

14. "Τά χωριά τού κάμπου θά πάθουν χαλάστρα, ενώ στίς ποδιές τού Κισσάβου θά κοιμηθούν σκλάβοι καί θά ξυπνήσουν ελεύθεροι".

(Ελέχθη εν Λαρίση)

15. "'Aν τό κυπαρίσσι αυτό ξεραθή από τήν κορυφή, η Ελλάς θά ελευθερωθή· άν ξεραθή από κάτω, δέν θά ελευθερωθή".

(Ελέχθη εν Ζελενίτσα (Πρασιά) τής Ευρυτανίας)

16. "Μέ δυσκολία θάρθη"

(Εννοείται τό ποθούμενον)

17. "Όταν θά ιδήτε τό χιλιάρμενο στήν 'Aσπρη Θάλασσα, τότε θάρθη".

18. "Οταν θά ιδήτε τό χιλιάρμενο στά ελληνικά νερά, τότε θάρθη".

19. "Όταν θά ιδήτε τό χιλιάρμενο στά ελληνικά ύδατα, τότε θά λυθή τό ζήτημα τής Πόλης"

20. "Θάρθη ξαφνικά. Νά έχετε ένα σακκούλι σιτάρι κρεμασμένο στή θύρα. Αυτό θά σάς εμποδίση φεύγοντας. Μή τό αφήσετε. Νά τό πάρετε μαζί σας, γιά νά φάνε τά παιδια σας".

21. Στήν Αυλώνα θά γίνη χαλασμός. Θά έλθουν στρατεύματα νά ελευθερώσουν τόν τόπο".

22. "Στό Μπουκορμέ θά χυθή πολύ αίμα".

23. "Όταν ακούετε ότι ο πόλεμος άρχισε, τότε κοντά είναι".

24. "Όσα χωριά είναι κοντά σέ δρόμο πολλά θά τραβήξουν".

25. "Η Δρόπολις θά πάθη, διότι ο τόπος είναι γυμνός".

26. "Η Δρόπολις θά είναι γεμάτη στρατεύματα".

27. "Θά χαθή η σοδιά τής χρονιάς από τήν εύφορη Δρόπολι καί - μάνα μου ! - αίμα πολύ πού έχει νά χυθή".

28. "Λάκκοι καί βράχοι στή Δρόπολι θά είναι γεμάτοι φεύγοντας".

(Είς τό αλβανικόν χειρόγραφον, η προφητεία αύτη έχει ώς εξής: "Τά βουνά, οι χαράδρες καί οι κάμποι τής Δρόπολης θά γεμίσουν προσφυγιά").

29. "Είς τά χωριά Πέπελη σείς άδικα θά φοβάσθε· τίποτε δέν θά πάθετε. Μόνον τά παιδιά σας πού θά είναι στούς δρόμους τά κλαίτε".

30. "Οί αντίχριστοι θά φύγουν, αλλά θάρθουν πάλι· έπειτα θά τούς κυνηγήσετε έως τήν Κόκκινη Μηλιά".

31. "Θαρθή όταν έρθουν δυό καλοκαίρια καί δυό πασχαλιές μαζί".

32. "Ξένος στρατός θά έλθη, Χριστό θά πιστεύη, γλώσσα δέν θά ξέρη ... ".

33. "Θαρθή καί μιά φορά ασκέρι ξένο πού τό Χριστό θά πιστεύη. Αλλά σείς δέν θά τό ξέρετε".

34. "Μέ άλλους θά κοιμηθήτε καί μέ άλλους θά ξημερώσετε".

35. "Θά ιδήτε τρείς φαμίλιες σ΄ένα σπίτι".

36. "Εσείς θά πάτε νά κατοικήσετε αλλού καί άλλοι θάρθουν νά κατοικήσουν σέ σάς".

37. "Θά δήτε 40 άλογα νά τά δένουν σέ ένα παλούκι".

38. "Πολλοί θά χάνωνται από τήν πείνα".

39. "Οι πλούσιοι τά γίνουν πτωχοί καί οι πτωχοί θά πεθάνουν".

40. "Μιά χούφτα μάλαμα μιά χούφτα αλεύρι".

41. " Θά έρθη καιρός πού οι Ρωμιοί θά τρώγωνται αναμεταξύ τους. Εγώ συστήνω ομόνοιαν καί αγάπην".

42. "Θά ιδήτε καί τακτικό στρατό, θά ιδήτε καί ρέμπελο (αντάρτικο)· από αυτούς πολλά θά υποφέρετε".

43. "Θά σάς ζητήσουν τά ντουφέκια· νά έχετε διπλά· νά δώσετε τό ένα καί νά κρατήσετε τό άλλο. Ένα ντουφέκι 100 ψυχές θά γλυτώση".

44. "Θά έρθη καιρός πού θά διευθύνουν τόν κόσμο τά άλαλα καί τά μπάλαλα".

("Τά άλαλα καί τά μπάλαλα" - Εννοεί τά άψυχα μηχανήματα τών διαφόρων εφευρέσεων. Αυτά αντικατέστησαν καί ολονέν αντικαθιστούν τάς εργατικάς χείρας καί κυριαρχούν εις τήν ζωήν τών ανθρώπων, ώς νεώτερα είδωλα προσκυνούμενα υπό τού υλόφρονος κόσμου.)

45. "Η αιτία τού γενικού πολέμου θά είναι από τή Δαλματία".

46. "Η αιτία τού γενικού πολέμου θάρθη από τή Δαλματία. Πρώτα θά διαμελισθή η Αυστρία καί ύστερα η Τουρκία".

47. "Ο χαλασμός θά γίνη από ένα κασσιδιάρη".

(Η προφητεία εις τό αλβανικόν χειρόγραφον φέρεται ως εξής: "Ο χαλασμός θάρθη από τυφλό καί κασσιδιάρη")

48. "Θά προσπαθούν νά τό λύσουν μέ τήν πέννα, μά δέν θά μπορούν. 99 φορές μέ τόν πόλεμο καί μιά μέ τήν πέννα".

49. "΄Αν βρεθούν 3 δυνάμεις σύμφωνες, τίποτε δέν θά πάθετε".

50. "΄Αν τό ζήτημα λυθή μέ τόν πόλεμο, θά πάθετε πολλές καταστροφές· σέ τρείς χώρες μιά θά μείνη... "

51. "Θά έρθη καιρός πού δέν θά ακούτε (=μαθαίνετε) τίποτε".

52. "΄Οτι σάς ζητούν, νά δίνετε· ψυχές μόνον νά γλυτώνετε".

53. "΄Αν βρίσκουν στό δρόμο ασήμι, δέν θά σκύβουν νά τό πάρουν. Γιά ένα όμως αστάχυ θά σκοτώνωνται ποιός νά τό πρωτοπάρη... ".

54. "Τό κακό θά σάς έρθη από τούς διαβασμένους".

55. "΄Η τρείς μέρες ή τρείς μήνες ή τρία χρόνια θά βαστάξη".

56. "Θάρθη καιρός πού δέν θά υπάρχη αυτή η αρμονία πού είναι σήμερα μεταξύ λαού καί κλήρου".

57. "Οι κληρικοί θά γίνουν οι χειρότεροι καί οι ασεβέστεροι τών όλων".

58. "Στήν Πόλι θά χυθή αίμα πού τριχρονίτικο δαμάλι θά πλέξη (=πλεύση) ".

59. "Καλότυχος όποιος ζήσει μετά τό γενικό πόλεμο. Θά τρώγη μέ ασημένιο κουτάλι... ".

60. "Μετά τό γενικό πόλεμο θά ζήση ο λύκος μέ τ΄αρνί".

61. "Θάρθη πρώτα ένα ψευτορωμαίικο· νά μή τό πιστέψετε· θά φύγη πίσω".

62. "Θά μαζωχτή τό χιλιάρμενο στό Σκάλωμα ('Aγιοι Σαράντα) καί θάρθουν κοκκινογέλεκοι, νά πολεμήσουν γιά σάς".

63. "Οί Τούρκοι θά φύγουν, αλλά θά ξανάρθουν πάλι καί θά φθάσουν ώς τά Εξαμίλια. Στό τέλος θά τούς διώξουν είς τήν Κόκκινη Μηλιά. Από τούς Τούρκους τό 1/3 θά σκοτωθή, τό άλλο τρίτο θά βαπτισθή καί μονάχα τό 1/3 θά πάη στήν Κόκκινη Μηλιά".

("Κόκκινη Μηλιά". Τοποθεσία, τήν οποίαν η φαντασία τών υποδούλων Ελλήνων έθετεν εις τά βάθη τής Μ. Ασίας).

64. "Τόσα πολλά θά γίνουν, πού οι μανάδες θά γεννήσουν πρόωρα από τό φόβο τους".

65. "Ζώα δέν θά μείνουν· θά τά φάνε. Φάτε καί σείς μαζί μ΄αυτούς. Στά Τζουμέρκα θά πάρετε σπόρο".

(Εις τό αλβανικόν χειρόγραφον διαβάζομεν: "΄Αλογα δέν θά μείνουν. Θά πάτε καί σείς μαζί μ΄αυτά. Από τά Τζουμέρκα θά ξαναπιάσετε τή ράτσα τους")

66. "'Σπίτια μεγάλα μή κάμνετε. Λιάσες νά κάμνετε νά μή σάς έρχωνται μέσα".

67. "Θά σάς επιβάλουν μεγάλο καί δυσβάστακτο φόρο, αλλά δέν θά προφθάσουν".

68. "Θά βάλουν φόρο στίς κόττες καί στά παράθυρα".

69. "Θά ζητήσουν νά σάς πάρουν καί στρατιώτας. Δέν θά προφθάσουν όμως".

70. "Οι Τούρκοι θά μάθουν τό μυστικό 3 μέρες γρηγορώτερα από τούς Χριστιανούς".

(Τό αλβανικόν χειρόγραφον έχει τήν προφητείαν ως εξής: "Οι Τούρκοι θά τό καταλάβουν τρείς ημέρες γρηγορώτερα από τούς Χριστιανούς")

71. "΄Οταν ακούσετε ότι ο πόλεμος πιάστηκε από κάτω, τότε κοντά θά είναι".

72. "΄Αν ο πόλεμος πιαστή από κάτω, λίγα θά πάθετε· άν πιαστή από πάνω, θά καταστραφήτε".

73. "Οι βράχοι καί οι λάκκοι θά είναι γεμάτοι κόσμο".

74. "Θάρθη ξαφνικά· ή τό βόιδι στό χωράφι ή τό άλογο στ΄ αλώνι".

75. "Λυπηρόν είναι νά σάς τό ειπώ· σήμερον, αύριον καρτερούμεν δίψες, πείνες μεγάλες πού νά δίδωμεν χιλιάδες φλουριά καί νά μήν ευρίσκωμεν ολίγον ψωμί".

76. "Μετά τόν πόλεμο οι άνθρωποι θά τρέχουν μισή ώρα δρόμο, γιά νά βρίσκουν άνθρωπο καί νά τόν κάμουν αδελφό".

77. "Αμπέλια μή φυτεύετε, διότι θά χαλάσουν καθώς εκείνα στή Δρυϊνούπολι".

78. "Θά γίνη ένα χαρτοβασίλειο, πού θά έχει μέγα μέλλον στήν Ανατολή".

79. "Ο κόσμος τόσον θά πτωχεύση, πού θά ζώνεται μέ κληματσίδες".

80. "Η αιτία θά έλθη από τά Δελειατά".

81. "Η Γαλλία θά ελευθερώση πολλά ελληνικά μέρη καί ιδίως οι Ιταλοί".

82. "Η Γαλλία θά λευτερώση τήν Ελλάδα, τήν Ήπειρο η Ιταλία".

83. "Από τρία μπουγάζια στενά, Κρά, Κράψη καί Μουζίνα, θά περνούν πολλά στρατεύματα γιά τήν Πόλι. Καλόν είναι τά γυναικόπαιδα νά βγούν στά βουνά. Θά σάς ρωτούν άν είναι μακρυά η Πόλι· εσείς νά μή λέτε τήν αλήθεια, διότι θά σάς κακοποιήσουν. Ο στρατός αυτός δέν θά φθάση στήν Πόλι, στή μέση τού δρόμου θά μάθη ότι ο πόλεμος ετελείωσε".

84. "Θά έρθη καιρός, πού θά φέρη γύρες ο διάβολος μέ τό κολοκύθι του".

85. "Θά βλέπετε νά πηγαίνουν άλλοι επάνω καί άλλοι κάτω".

86. "Η λευτεριά θαρθή από κάτω από όπου χύνονται τά νερά".

87. "Από πάνω καί από τή σκάλα χαλασμό μή περιμένετε".

88. "΄Ενα ψωμί θά χαθή τό μισό, καί ένα ολόκληρο".

89. "Θά έρθη καιρός πού μιά γυναίκα θά διώχνη δέκα Τούρκους μέ τή ρόκα".

90. "Τόν Πάπαν νά καταράσθε, διότι αυτός θά είναι η αιτία".

91. "Ο χαλασμός στόν τόπο θά γίνη από ένα όνομα αξιωματούχου ... (δυσανάγνωστον) ".

92. "Πολλά χωριά θά καταστραφούν, οι τρείς χώρες θά γίνουν μία".

93. "Νά έχετε τρείς θύρες· άν σάς πιάσουν τή μιά, νά φύγετε από τήν άλλη".

94. "Πίσω από τή μιά θύρα νά κρυφθή κανείς, γλυτώνει· θά είναι βιαστικό".

95. "Νά παρακαλήτε νά είναι μέρα καί όχι νύκτα, καλοκαίρι καί όχι χειμώνας".

96. "Οι άνθρωποι θά μείνουν πτωχοί, γιατί δέν θάχουν αγάπη στά δένδρα".

97. "Οι άνθρωποι θά μείνουν πτωχοί, γιατί θά γίνουν τεμπέληδες".

98. "Από ψηλά, μέσα από τό λιμάνι θάρθη ο χαλασμός".

99. "Θά σάς ρίξουν παρά πολύ· θά σάς ζητήσουν νά τόν πάρουν πίσω, αλλά δέν θά μπορέσουν".

100. "Εσείς θά σώσετε άλλους καί οι άλλοι εσάς".

101. "Εσείς θά φύγετε απ΄τ΄ αριστερά βουνά· από τή δεξιά μεριά όχι· από τίς σπηλιές μή φοβάστε".

102. "Θαρθή ξαφνικά· τ΄ άλογα θ΄ απομείνουν ζεμένα στίς δουλειές τους καί σείς θά φύγετε".

103. "Θάνε όγδοος αιώνας πού θά γίνουν αυτά".

104. "Νά κρυφθήτε ή κοντά στήν πόρτα ή κοντά στήν πλάκα, άν είναι βιαστικό καί γρήγορο".

105. "Πολλά θά συμβούν. Οι πολιτείες θά καταντήσουν σάν μπαράγκες".

106. "Θαρθή καιρός πού θά βγή ο καταραμένος δαίμονας από τό καυκί του".

107. "Θαρθή μιά φορά ένας ψευτοπροφήτης· μή τόν πιστέψετε καί μή τόν χαρήτε. Πάλι θά φύγη καί δέν θά μεταγυρίση".

108. "Θάρθή καιρός πού οι χριστιανοί θά ξεσηκωθούν ο ένας κατά τού άλλου".

109. "Νάχετε τό σταυρό στό μέτωπο, γιά νά σάς γνωρίσουν ότι είσθε χριστιανοί".

110. "Δέν θά φθάση ο στρατός στήν Πόλι· στή μέση τού δρόμου θάρθη τό μαντάτο, ότι έφθασε τό ποθούμενο".

111. "Πήγαινε καί στό δρόμο θ΄ανταμειφθής".

(Ελέχθη εν Δερβιστάνη περί τινος, όστις ειρωνεύθη τόν ΄Αγιον. Ούτος μετ΄ολίγν ετραυματίσθη καθ΄οδόν υπό τινος εχθρού του)

112. "Ειπέ εις τά είδωλα εκείνα νά μήν έρθουν εδώ, αλλά νά γυρίσουν εις τά οπίσω".

(Καθώς ο ΄Αγιος εδίδασκεν εις ΄Ασσον τής Κεφαλληνίας, διέκοψε μίαν στιγμήν τό κηρυγμά του καί απέστειλεν ένα ακροατήν του εις τήν οικίαν τού άρχοντος τού τόπου ειπών τούς λόγους τούτους. Ούτος απελθών εύρε 4 κυρίας τής αριστοκρατίας ασέμνως ενδεδυμένας, αί οποίαι ήσαν έτοιμοι νά έλθουν καί παρακολουθήσουν τό κήρυγμα τού Αγίου)

113. "Φτιάνετε σπίτια τορνευτά καί δέν πρόκειται νά κατοικήσετε σ΄ αυτά".

(Είπε τούς λόγους τούτους ο 'Aγιος εις 'Aσσον τής Κεφαλληνίας, όταν μίαν ημέραν διήρχετο πρό μιάς νεοκτίστου οικίας. Μετ΄ ολίγον όλοι οι ιδιοκτήται απέθανον πλήν μιάς μοναχής).

114. "Τό παιδί αυτό θά προκόψη, θά κυβερνήση τήν Ελλάδα καί θά δοξασθή".

(Ελέχθη περί τού Ιωάννου Κωλέττη).

115. "Θά γίνης μεγάλος άνθρωπος, θά κυριεύσης όλη τήν Αρβανιτιά, θά υποτάξης τήν Πρέβεζα, τήν Γάργα, τό Σούλι, τό Δέλβινο, τό Γαρδίκι καί αυτό τό τάχτι τού Κούρτ πασά. Θά αφήσης μεγάλο όνομα στήν οικουμένη. Καί στήν Πόλι θά πάς, μά μέ κόκκινα γένεια. Αυτή είναι η θέλησι τής θείας προνοίας. Ενθυμού όμως είς όλην τήν διάρκειαν τής εξουσίας σου νά αγαπάς καί νά υπερασπίζεσαι τούς χριστιανούς, άν θέλης νά μείνη η εξουσία εις τούς διαδόχους σου".

(Ελέχθη εν Τεπελενίω περί του Αλή πασά)

116. "Θά βγούν πράγματα από τά σχολεία πού ο νούς σας δέν φαντάζεται".

117. "Θά δήτε στόν κάμπο αμάξι χωρίς άλογα νά τρέχη γρηγορώτερα από τόν λαγό".

118. "Θάρθη καιρός πού θά ζωσθή ο τόπος μέ μιά κλωστή".

(Ελέχθη εν 'Aσσω τής Κεφαλληνίας).

119. "Θαρθή καιρός πού οι άνθρωποι θά ομιλούν από ένα μακρυνό μέρος σέ άλλο, σάν νάνε σέ πλαγινά δωμάτια, π.χ. από τήν Πόλι στή Ρωσία".

120. "Θά δήτε νά πετάνε άνθρωποι στόν ουρανό σάν μαυροπούλια καί νά ρίχνουν φωτιά στόν κόσμο. Όσοι θά ζούν τότε θά τρέξουν στά μνήματα καί θά φωνάξουν: Εβγάτε σείς οι πεθαμένοι νά μπούμε μείς οι ζωντανοί".

(Αι πέντε κατά σειράν προφητείαι (116η - 120ή) τού Αγίου αναφέρονται προφανώς εις τάς μεγάλας εφευρέσεις τού αιώνός μας. Τό αμάξι χωρίς άλογα είναι οι σιδηρόδρομοι καί τ΄ αυτοκίνητα. Η κλωστή πού θά ζώση όλον τόν κόσμον είναι τά καλώδια τών τηλεγραφείων. Μέ τάς συσκευάς τής τηλεπικοινωνίας η φωνή ακούεται εξ αποστάσεως χιλιάδων χιλιομέτρων ως νά προήρχετο εκ γειτονικής οικίας. Τά μαυροπούλια, πού θά ρίψουν τό πύρ εις τήν γήν, είναι τά αεροπλάνα τής πολεμικής αεροπορίας. Αυται αί προφητείαι τού αγίου Κοσμά είναι γεγραμμέναι εις τά βιβλία χρόνους πολλούς, αιώνα περίπου πρίν γίνουν αι σχετικαί εφευρέσεις)

121. "Τό κακόν τά έλθη μέχρι τόν Σταυρόν καί δέν θά μπορέση νά πάη κάτω. Μή φοβηθήτε. Μή φύγετε από τά σπίτια σας".

(Ελέχθη εις τήν περιοχήν Πολυνερίου Γρεβενών. Πράγματι τώ 1940 οί Ιταλοί έφθασαν μέχρι τήν τοποθεσίαν Σταυρός, όπου είχε κηρύξει ο ΄Αγιος, καί εσταμάτησαν)

122. "Όταν θά πέση ο κλώνος (πού είναι στημένος ο Σταυρός), θά γίνη μεγάλο κακόν, πού θά έλθη από τό μέρος όπου θά δείξη ο κλώνος· καί όταν θά πέση τό δένδρον, θά γίνη ένα μεγαλύτερον κακόν".

(Ελέχθη εις τό χωρίον Τσιράκι (σήμερον ΄Αγιος Κοσμάς) Γρεβενών. Πράγματι τώ 1940 έπεσεν ο κλώνος καί ο Σταυρός πρός τό μέρος τής Αλβανίας, όθεν επετέθησαν οι Ιταλοί, καί τώ 1947 τό δένδρον, ότε η περιοχή κατεστράφη εντελώς από τόν συμμοριτοπόλεμον)

 

 


 

Εδώ έχω μερικές σκέψεις, επεξηγήσεις καί άλλες πληροφορίες σχετικώς μέ τίς προφητείες, πού σκέφτηκα η βρήκα μαζί μέ φίλους. Φυσίκα δέν είμαι ούτε ιστορικός, ούτε θεολόγος γιά νά μπορώ νά εκφράσω καμμία επιστημονική γνώμη - απλός γράφω τή έχω βρεί σχετικός μέ τίς ονομασίες πού υπάρχουν στίς προφητείες.
Εάν κανείς από σάς έχεις καμμία καλή ιδέα η επεξήγηση, η καμμία άλλη πληροφορία παρακαλώ νά μου στείλει ένα σχετικό E-Mail γιά νά εμπλουτίσουμε αυτήν την σελίδα.

 


 

63. "Οί Τούρκοι θά φύγουν, αλλά θά ξανάρθουν πάλι καί θά φθάσουν ώς τά Εξαμίλια. Στό τέλος θά τούς διώξουν είς τήν Κόκκινη Μηλιά. Από τούς Τούρκους τό 1/3 θά σκοτωθή, τό άλλο τρίτο θά βαπτισθή καί μονάχα τό 1/3 θά πάη στήν Κόκκινη Μηλιά".

Μία από τίς πιό ενδιαφέρουσες προφητείες.
΄Εψαξα στό Λεξικό σχετικά μέ τήν ονομασία "Εξαμίλια" καί βρήκα τά ακόλουθα:

1) "Εξαμίλιον: Τείχος τού Ισθμού τής Κορίνθου (ανεγερθέν τώ 1415 υπό τού αυτοκράτορος τού Βυζαντίου Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου)"
2) "Εξαμίλιον: Κώμη τής Θρακικής χερσονήσου, κατά τόν στενώτερον ισθμόν αυτής επί τού Μέλανος Κόλπου (Μαγαρίσι - δηλαδή κοντά στόν ΄Εβρο - Παρ αυτό παρατηρούνται τά λείψανα τού τείχους τής χερσονήσου, όπερ ωκοδόμησεν ο Μιλτιάδης πρός αναχαίτισιν τών βαρβάρων)"

Αργότερα ένας φίλος μου (ο Στάθης) μου έδοσε καί μία άλλη καλή ιδέα: Τα ναυτικά έξι μίλια, πού παραδέχονται οί Τούρκοι ώς ελληνικά εθνικά ύδατα. ΄Ετσι ό ΄Αγιος Κοσμάς μπορεί να είχε περιγράψει τά τωρινά μας σύνορα (από τον ΄Εβρο μέχρι τά νησιά μας) μέ μία μόνον λέξη.
Επιπλέον είναι ενδιαφέρον ότι η βραχονησίδα Ήμια απέχει (εάν δέν κάνω λάθος) άπο τήν Τουρκία 5.5 μίλια...

8. "Τά όρια τού Ρωμαίικου θάνε η Βυβούσα (ο ποταμός Αώος) ".

Ο Ποταμός Αώος είναι στήν βόρεια Ήπειρο.

19. "Όταν θά ιδήτε τό χιλιάρμενο στά ελληνικά ύδατα, τότε θά λυθή τό ζήτημα τής Πόλης"

Χιλιάρμενο ? Τό μόνο πού μπόρεσα νά βρώ είναι οτί μπορεί νά εννοεί "πολλά πανιά", δηλαδή μεγάλο στόλο ...

21. Στήν Αυλώνα θά γίνη χαλασμός. Θά έλθουν στρατεύματα νά ελευθερώσουν τόν τόπο".

1) Αυλών: Π. τής Αλβανίας, επί ομωνύμου κόλπου, Ν τόυ Δυρραχίου, ο μεγαλύτερος καί ασφαλέστερος τών λιμένων τής Αλβανίας.

25. "Η Δρόπολις θά πάθη, διότι ο τόπος είναι γυμνός".

26. "Η Δρόπολις θά είναι γεμάτη στρατεύματα".

27. "Θά χαθή η σοδιά τής χρονιάς από τήν εύφορη Δρόπολι καί - μάνα μου ! - αίμα πολύ πού έχει νά χυθή".

28. "Λάκκοι καί βράχοι στή Δρόπολι θά είναι γεμάτοι φεύγοντας".

Δρόπολις ? (Νομίζω πος πρόκειται γιά μιά πόλι τής βορείου Ηπείρου...)

45. "Η αιτία τού γενικού πολέμου θά είναι από τή Δαλματία".

Προσοχη: Δαλματία δέν είναι η Βοσνία (μόνον επί Ρομαίον η επαρχία "Δαλμάτια" έφτανε εώς τήν Βοσνία.)

46. "Η αιτία τού γενικού πολέμου θάρθη από τή Δαλματία. Πρώτα θά διαμελισθή η Αυστρία καί ύστερα η Τουρκία".

Όταν διαβάσαμε αυτό η πρώτη σκέψη μας ήταν πώς εννοή τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Όμως υπάρχουν μερικά στοιχεία που δέν ταιριάζουν με τήν Θεωρία αυτην:

Το Σαραγέβο (όπου σκοτώθηκε ο διάδοχος τής Αυστρίας καί άρχισε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος) δέν είναι στήν Δαλματία.
Πρώτα διαλύθηκε η Οθωμανική αυτοκρατορία καί μετά ή αυστριακή ...

59. "Καλότυχος όποιος ζήσει μετά τό γενικό πόλεμο. Θά τρώγη μέ ασημένιο κουτάλι... ".

60. "Μετά τό γενικό πόλεμο θά ζήση ο λύκος μέ τ΄αρνί".

76. "Μετά τόν πόλεμο οι άνθρωποι θά τρέχουν μισή ώρα δρόμο, γιά νά βρίσκουν άνθρωπο καί νά τόν κάμουν αδελφό".

Αυτά δέν νομίζω νά εχούν συμβή - πρέπει να πρόκειται περί ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου ...

72. "΄Αν ο πόλεμος πιαστή από κάτω, λίγα θά πάθετε· άν πιαστή από πάνω, θά καταστραφήτε".

Τό ενδιαφέρον σε αυτήν τήν προφητεία είναι, οτί τό μέλλον δέν είναι καθορισμένο ...

77. "Αμπέλια μή φυτεύετε, διότι θά χαλάσουν καθώς εκείνα στή Δρυϊνούπολι".

Δρυϊνούπολις ? (Μπορεί νά ενωοή τήν Αλεξανδρούπολη...)

80. "Η αιτία θά έλθη από τά Δελειατά".

Δελειατά ?

81. "Η Γαλλία θά ελευθερώση πολλά ελληνικά μέρη καί ιδίως οι Ιταλοί".

82. "Η Γαλλία θά λευτερώση τήν Ελλάδα, τήν Ήπειρο η Ιταλία".

Όυτε αυτά νομίζω νά έχουν συμβή ...

91. "Ο χαλασμός στόν τόπο θά γίνη από ένα όνομα αξιωματούχου ... (δυσανάγνωστον) ".

κρίμα ! ;)

103. "Θάνε όγδοος αιώνας πού θά γίνουν αυτά".

όγδοος αιώνας ?

 
ΠΕΡΙ ΑΙΡΕΣΕΩΝ

Αδελφοί,

Οι κίνδυνοι πού μας απειλούν καθημερινά είναι πολ­λοί καί ποικίλοι. Κίνδυνοι πού απειλούν άμεσα τη ζωή μας. Κίνδυνοι από τους κλέφτες, τους ληστές, τους τρομο­κράτες, τους απαγωγείς. Φθάσαμε στο σημείο να μη" νιώ­θουμε καμιά ασφάλεια όχι μόνο στο δρόμο, αλλά καί μέ­σα στο σπίτι μας.

'Αλλά, εκτός από τους κινδύνους αυτούς πού απει­λούν τη ζωή μας, υπάρχουν καί οί άλλοι οι κίνδυνοι, πού απειλούν την ψυχή μας. Πού απειλούν την πίστη μας. Κι αυτοί οί κίνδυνοι προέρχονται από τους αιρετικούς. Είναι κι αυτοί δυστυχώς πολλοί στην πατρίδα μας. Μπορείς να τους συναντήσεις ακόμη καί στα χωριά. Μερικοί μάλιστα αιρετικοί είναι τόσο θρασεϊς, ώστε μπαίνουν πεισματικά καί μέσα στα σπίτια μας, για να μας «διδάξουν» το «λόγο του θεοΰ». Οί πεισματικοί, αδιάκριτοι, Οσο καί ανεπιθύ­μητοι αυτοί αιρετικοί, οϊ όποιοι δικαιολογημένα σε εξορ­γίζουν, είναι οί πασίγνωστοι «Μάρτυρες του Ίεχωβά».

Δεν είπαμε όμως τί σημαίνει «αιρετικός». Πώς προέ­κυψαν οί άνθρωποι αυτοί; Τί ήταν πρώτα καί πώς έγιναν αιρετικοί; Πρώτα, ήταν χριστιανοί Ορθόδοξοι κι αυτοί. Ήταν το ίδιο με όλους μας. Δυστυχώς «ό πλανών την οΐκουμένην ολην» (Άποκ. ιβ' 9), ό Σατανάς, αφότου ό Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία του, άρχισε το σατανικό του έργο. ."Αρχισε να σπείρει τίς πλάνες του. Καί πέτυχε να πλανήσει μερικούς χριστιανούς σε σημείο να διδά­σκουν αιρετικές διδασκαλίες. Διδασκαλίες, πού ήσαν αν­τίθετες με εκείνες πού κήρυξε ό Χριστός. Διδασκαλίες νοθευμένες. Αυτόν τον κίνδυνο τον επισήμαναν έγκαιρα καί ό Κύριος καί οί "Απόστολοι. Καί τον υπογράμμιζαν ιδιαίτερα στους πιστούς, ώστε να προφυλάγονται. Καί εί­ναι πολύ ωφέλιμο να σημειώσουμε τίς επισημάνσεις αυτές του Κυρίου μας καί των "Αποστόλων.

Είπε ό Κύριος:

• «Προσέχετε από των ψευδοπροφητών, οϊτινες έρχον­ται προς υμάς εν ένδύμασι προβάτων, έσωθεν δε είσι λύ­κοι άρπαγες» (Ματθ. ζ' 15).

• «Καί πολλοί ψευδοπροφήται έγερθήσονται καί πλανή-σουσι πολλούς» (Ματθ. κδ' 11).

• «Έγερθήσονται ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα καί τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, καί τους εκλεκτούς» (Ματθ. κδ' 24).

• «Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση» (Ματθ. κδ' 4).

Είπαν καί οϊ Απόστολοι:

• «Εξ υμών αυτών άναοτήσονται άνδρες λαλοΰντες διε­στραμμένα του άποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» ('Απ. Παύλος - Πράξ. κ' 30).

• «ΤΟ Πνεύμα ρητώς λέγει ότι εν ύστέροις καιροΐς άπο-στήσονταί τίνες της πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλά-νοις καί διδασκαλίαις δαιμονίων» ('Απ. Παύλος - Α' Τιμ. δ' 1).

• «Καί εν ύμϊν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οϊτινες παρει-σάξουσιν αιρέσεις απώλειας» ('Απ. Πέτρος - Β' Πέτρ. β'

1).

•   «Μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα

πνεύματα ει εκ θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται έξεληλύθασιν εις τον κόσμον» (Α' Ίωάν. δ' 1).

• «Τεκνία, μηόείς πλανάτω υμάς» ('Απ. Ιωάννης - Α' Ίωάν. γ' 7).

Κι αυτό πού είπαν αρχικά ό Κύριος καΐ μετέπειτα οί Απόστολοι, δυστυχώς έγινε. Παρουσιάσθηκαν ψευδοπρο-φήτες, δηλαδή ψευδοδιδάσκαλοι, πού με την επήρεια του Σατανά, κήρυτταν νοθευμένη τη διδασκαλία του Χρίστου μας. Εμφανίσθηκαν άνθρωποι, χριστιανοί εγωπαθείς, πού δίδασκαν διδασκαλίες, οί όποιες διέστρεφαν την αλήθεια καί αποσπούσαν πιστούς άπύ την Εκκλησία του Χριστού καί τους έκαναν οπαδούς τους. Τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη ό Ύμέναιος καί ό Αλέ­ξανδρος. Ό Φύγελλος καί ό "Ερμογένης. Ό Φίλητος. Ό Λιοτρεφής. Αυτοί είναι οί πρώτοι αίρεσιάρχες, με ανάλο­γο αριθμό οπαδών ό καθένας. Αυτοί δημιούργησαν τίς πρώτες αιρέσεις, «αιρέσεις απώλειας» (Β' Πέτρ. β' 1).

Ύστερα, χρόνο με το χρόνο, παρουσιάσθηκαν άλλοι «άνδρες λαλούντες διεστραμμένα» (Πράξ. κ' 30). Στά χρόνια πού κύλισαν, παρουσιάσθηκαν καί άλλοι αίρε­σιάρχες, αλλά πολλοί, οί περισσότεροι, με τη διαφώτιση καί τη σπουδή της Εκκλησίας, διαλύθηκαν. Έσβησαν. Ωστόσο ό Διάβολος δεν άφησε την Εκκλησία άπόλεμη. Όσο υπάρχει ό Διάβολος στον κόσμο, πάντα θα πολεμά τη Μία, Αγία, Καθολική καί "Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. "Αλλοτε με τα ξίφος, άλλοτε με την πέννα καί άλλοτε με τίς αιρέσεις. Ιδιαίτερα με τίς αιρέσεις. Γιατί οί αιρέσεις είναι το πιο αποτελεσματικό μέσο. Ό αιρετικός δεν πολεμά την Εκκλησία με το ξίφος, αλλά με το λόγο καί το δόλο. Με τη διαστροφή της αλήθειας. Με το ψέμα. Γι' αυτό ακριβώς, τα τελευταία χρόνια πού ό Διάβολος μαίνεται κατά της Εκκλησίας του Χριστού, οί αιρέσεις πολλαπλασιάζονται. Ποια πρώτη καί ποια δεύτερη να α­ναφέρουμε; "Αλλά, προσοχή! Οί ίδιες οί αιρέσεις δεν πα­ρουσιάζονται σαν αιρέσεις πού είναι, αλλά παρουσιάζον­ται σαν Εκκλησίες!!! Αυτό είναι το περίεργο. Το τραγι­κό. Καί ενώ ό Χριστός ίδρυσε μια μόνο Εκκλησία, τη δική του Εκκλησία, έρχονται οί αίρεσιάρχες καί ονομά­ζουν τίς αιρέσεις τους Εκκλησίες. Σάν να ίδρυσε ό Χρι­στός χίλιες-δυό Εκκλησίες. Αυτό καί μόνο μαρτυρεί την τραγική πλάνη, στην Οποία βρίσκονται.

"Ετσι λοιπόν, εκτός από τη Μία Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία του Χρίστου, την Όρθόδοξη Εκ­κλησία, στην Ελλάδα έχουμε καί άλλες «Εκκλησίες», οί γνωστότερες από τίς οποίες είναι:

Ή Παπική ή Οΰνιτική Εκκλησία

Όπως είναι γνίοστό, ή Δυτική Εκκλησία αποσχίσθη­κε από τη Μία, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλη­σία του Χρίστου επίσημα το 1054 μ.Χ. καί, χρόνο με το χρόνο, εξελίχθηκε σε Παπική Εκκλησία με το Πρωτείο καί το αλάθητο του Πάπα. Καί, σαν να μη έφθαναν οί δύο αυτές κακοδοξίες, προστέθηκαν κι άλλες πολλές, οι όποιες την αποξένωσαν από το γνήσιο πνεύμα της Εκ­κλησίας του Χρίστου. Κι αυτές οί άλλες είναι το Φιλιόκ-βε, ό Παποκαισαρισμός, το βάπτισμα, πού το τελούν με ράντισμα κι όχι με κατάδυση στο νερό. Ή θ. Κοινωνία, με την οποία δεν μεταδίδουν στους πιστούς αίμα Χρί­στου. Το Εύχέλαιο, πού το τελούν μία μύνο φορά, πρίν πεθάνει Ο άρρωστος. Καί άλλα. Τόσα, ώστε ό Μάρκος ό Ευγενικός να διακηρύττει ότι «ου μόνον είσίν οί Λατίνοι σχισματικοί, αλλά καί αιρετικοί». Τέλος, για να υποτάξει βαθμηδόν την Όρθόδοξη Εκκλησία του Χρίστου στίς κα­κοδοξίες της, δημιούργησε το δούρειο ίππο πού λέγεται Ούνία, με την Οποία παρασύρει ανύποπτους, απλούς, χρι­στιανούς όρθοδύξους στη δική του «Εκκλησία».

«Εκκλησία» των Διαμαρτυρομένων

Ή «Εκκλησία» αυτή προήλθε άπύ την Παπική. Πώς προήλθε; Από αγανάκτηση επιφανών ιερέων καί καθηγητών Πανεπιστημίου κατά του Πάπα, πού πωλούσε συγχο>-ροχάρτια με εντεταλμένους μοναχούς. Πρώτος αντέδρασε στο εμπόριο αυτό ό Λούθηρος (1517), ιερέας καί καθηγη­τής του Πανεπιστημίου Βυττεμβέργης. Καί κάλεσε τους χριστιανούς σε μεταρρύθμιση. Ό Πάπας Λέων Ο 10ος τον αφόρισε, αλλά ό Λούθηρος παίρνοντας στα χέρια του τον αφορισμό, τΰν πέταξε στη φωτιά λέγοντας προς τΰν Πά­πα: «Γιατί κατέστρεψες την αλήθεια του θεοϋ, θα σε κα­ταστρέψει ό Κύριος σήμερα μέσα σ' αυτή τη φωτιά». Δεύτερος αντέδρασε ό Ζβίγγλιος (1484-1531), ιερέας στο Μητροπολιτικά Ναό της Ζυρίχης, καί στη συνέχεια ό Καλβίνος (1509-1564).

Δυστυχώς όμως οί «διαμαρτυρόμενοι», πού δικαιολο­γημένα διαμαρτυρήθηκαν κατά του Πάπα, αντί να επι­στρέψουν στη Μια, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία του Χριστού μας, δημιούργησαν δική τους «Εκκλησία» καί, από αντίθεση προς την Παπική, απέρρι­ψαν τα πάντα καί διατηρούν μανό την Αγία Γραφή. Τί­ποτε περισσΰτερο. Ή «Εκκλησία» τό)ν διαμαρτυρομένων απέρριψε την Ί. Παράδοση, την ΐερωσύνη, τα Μυστήρια, τίς εορτές. Όλα. Καί τύ χειρότερο. Ύστερα από το Λού­θηρο, το Ζβίγγλιο καί τον Καλβίνο, άρχισαν οί διαμαρτυ­ρόμενοι ή προτεστάντες, ό ένας ύστερα από τΰν άλλο, να δημιουργεί τη δική του «Εκκλησία», δπως τη σκεπτΰταν ό ίδιος. Έτσι έχουμε πολλές «Εκκλησίες», δηλαδή αιρέ­σεις, όπως:

«Εκκλησία» του θεοϋ της Πεντηκοστής

Αυτή την «Εκκλησία», αύτη την αίρεση, την ίδρυσε ό Άμερικανύς Αμβρόσιος Τόμπλισον τΟ 1907. Καί την ί­δρυσε, όπως λέει, υστέρα άπΰ τΰ φωτισμΰ του «Αγίου Πνεύματος», πάνω σ' ένα λόφο του Κλίβελαντ.

Καί τί παραδέχεται ή «Εκκλησία» αυτή; Σχεδόν τί­ποτε. Βαπτίζονται, λέει, οί πιστοί της στύ Άγιο Πνεύμα. Άλλα μήπως βαπτίζονται σ' άλλο πνεύμα; Έχει, λέει, τύ χάρισμα της γλωσσολαλίας. Αυτό όμως το χάρισμα έχει ανασταλεί, αφού ή χριστιανική πίστη διαδόθηκε σε όλο, σχεδόν, τον κόσμο. Πιστεύει στη χιλιετή βασιλεία του Χρίστου στη γη, όπως οί «Μάρτυρες του Ίεχωβά». Δεν έχει Ίερωσύνη. Ούτε Μυστήρια. Οΐίτε εορτές. "Απορρί­πτει την Ί. Παράδοση καί παραδέχεται μόνο την Αγία Γραφή. Καί πιστεύει το παράδοξο ότι μόνον ή δική του «Εκκλησία» είναι γνήσια καί πραγματική!!! «Παγκόσμια Κεντρικά Γραφεία Εκκλησίας του θεοΰ»

"Αλλη «Εκκλησία» αύτη. Και ποιος ίδρυσε την «Εκ­κλησία», την αίρεση, αύτη; Την ίδρυσε ό δεύτερος γιος του Αμβροσίου Τύμπλισον, ό Όμηρος Τόμπλισον. Καί ποια ή διαφορά από την «Εκκλησία» του πατέρα του; Ελάχιστη. Έτσι, για να διαφέρει. Έτσι, για να δικαιολο­γεί την ύπαρξη της σαν μια άλλη «Εκκλησία». «Εκκλη­σία» χωρίς Χριστό, αφού κι αύτη είναι μια άλλη αίρεση εμπνεόμενη από το πονηρό πνεύμα.

Αποστολική «Εκκλησία» της Πεντηκοστής

Ποιος, πάλι, ίδρυσε την «Εκκλησία» αυτή; Την ίδρυ­σε, το 1917, ό Κάρολος Σεϋμοΰρ στο Λύς "Αντζελες της Αμερικής. Στήν Ελλάδα την ίδρυσε το 1938 ό έλληνοαμε-ρικανός Χαράλαμπος Μάμαλης.

Καί οί οπαδοί της «Εκκλησίας» αυτής βαπτίζονται στο «Άγιο Πνεϋμα». Κι ύστερα δέχονται το χάρισμα της «γλωσσολαλίας». Πιστεύει κι αύτη ή «Εκκλησία» στη χι­λιετή βασιλεία του Χριστού πάνω στη γη. "Απορρίπτει την Ιερά Παράδοση, την ίερωσύνη, τίς εορτές των άγιων. Καί όπως ό 'ΑμβρΟσιος Τόμπλισον, έτσι καί ό Κάρολος Σεϋμούρ πιστεύει ότι μόνον ή δική του «Εκκλησία» είναι γνήσια καί πραγματική. Τώρα, ποιύς έχει την αλήθεια; Ό προπος ή ό δεύτερος; Κανένας. Καί οί δυο βρίσκονται στην πλάνη, αφού Εκκλησία είναι μία καί μοναδική. Κι αυτή είναι ή Μία, Αγία, Καθολική καί ^Αποστολική Εκ­κλησία, την οποία ίδρυσε ό Χριστός.

Ελευθέρα Αποστολική «Εκκλησία» της Πεντηκοστής

Να κι ένας Έλληνας, πού ίδρυσε κι αυτός μια «Εκ­κλησία». Κι αύτύς είναι ό Λεωνίδας Φέγγος, ΐατρΰς καρ­διολόγος. Αυτός, λοιπόν, είναι καί ό αρχηγός της «Εκ­κλησίας» αυτής. Καί την ί'δρυσε τώρα, τύ 1965. Σύγχρονη «Εκκλησία».

Ή διδασκαλία της; Ή Γδια, σχεδύν, με όλες τίς άλ­λες. Βάπτισμα στο «Άγιο Πνεύμα». «Γλωσσολαλία». Χι­λιετής βασιλεία του Χριστού στη γη. Απορρίπτει την Ιε­ρά Παράδοση, την Ίερωσύνη καί συνεπώς τα Μυστήρια. Δεν τιμά τους αγίους. Ούτε την Παναγία Μητέρα του Κυ­ρίου μας. Καί το άλλο. Παραδέχεται καί ό Λεωνίδας Φέγγος ότι ή «Εκκλησία» του είναι ή μόνη γνήσια «Εκ­κλησία», ενώ όλες οί άλλες απομακρύνθηκαν από το ορθό πνεύμα της Αγίας Γραφής.

«Εκκλησία» των 'Αντβεντιστών της εβδόμης ημέρας

Την «Εκκλησία» αυτή, την αίρεση αυτή, ίδρυσε ό ά-μερικανύς γεωργοκτηματίας Γουλιέλμος Μύλλερ. Ή διδα­σκαλία της είναι όμοια με εκείνη των «Μαρτύρων του Ίεχωβά», του Χιλιασμού. Έχει σαν ήμερα αργίας, αντί της Κυριακής, το Σάββατο. Προφητεύει τον ερχομό του Χριστού στη γη. Δεν παραδέχεται τη θεότητα του Χρι­στού. Ούτε του Αγίου Πνεύματος. Δεν πιστεύει στην Α­γία Τριάδα. Διδάσκει ότι ή ψυχή του ανθρώπου πεθαίνει. Δεν πιστεύει στη δίκαιη καί αιώνια κόλαση ή αμοιβή. Α­πορρίπτει την Ίερωσύνη καί τα Μυστήρια. Οί άνθρωποι πού θα σωθούν είναι μόνον 144.000. Οί άλλοι θα εκμηδε­νιστούν μαζί με το Σατανά. Καί σαν πηγή διδασκαλίας έχει μόνο την Αγία Γραφή, την οποία ερμηνεύει όπως αυτή θέλει.

Ελληνική Ευαγγελική «Εκκλησία»

"Οπως το λέει ό τίτλος, Έλληνας ίδρυσε την «Εκκλη­σία» αυτή. Είναι ό Μιχαήλ Καρπαθάκης. Την ίδρυσε το 1874.

Καί ή διδασκαλία της; Σάν προτεσταντικές όλες αυ­τές οί «Εκκλησίες» έχουν την ίδια, σχεδΰν, διδασκαλία, με λίγες διαφορές ή μία από την άλλη, εκτός Ορισμένων, όπως εκείνη των Άντβεντιστών. Δεν έχει ίερωσύνη. Συνε-πως απορρίπτει τα Μυστήρια. ΤΟ Βάπτισμα καί τη θ. Ευ­χαριστία που τα τελούν, τα τελούν όχι σαν Μυστήρια, αλ­λά σαν αναμνηστικά σύμβολα. Αύτύ συμβαίνει με ο'λες αυτές τίς «Εκκλησίες» - αιρέσεις. Δέχεται ότι ό άνθρω­πος σώζεται μόνο με την πίστη. Τα έργα δεν έχουν καμιά σημασία. Καί από την Αγία Γραφή, δέκα βιβλία της Π. Διαθήκης τα απορρίπτει, Οπως Ολες οί προτεσταντικές «Εκκλησίες».

Ελευθέρα Εΰαγγελική «Εκκλησία»

Την «Εκκλησία» αύτη ίδρυσε το 1910 ό Έλληνας Κωνσταντίνος Μεταλληνός, συνταξιούχος υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, μαζί με τέσσερις άλλους: Άθ. Κατσάρκα, Γ. Καρβούνη, θεοφ. Ζαφειρόπουλο καί Ί. Δημόπουλο.

Τί παραδέχεται; "Οτι το Άγιο Πνεύμα φωτίζει το πενταμελές Συμβούλιο - Πρεσβυτέριο, πού διοικεί την «Εκκλησία». Ό Χριστός θα έλθει πάνω σε σύννεφα, για  να παραλάβει την «Εκκλησία» του. θα ιδρύσει πάνω στη γη τη χιλιετή βασιλεία του. 'Απορρύττει την Ιερά Παράδόση, την Ίερωσύνη καί τα Μυστήρια. Το Βάπτισμα, τη. θ. Ευχαριστία καί το Γάμο τα δέχεται όχι σαν Μυστήρια,' αλλά σαν απλές τελετές, όπως και οί άλλες αυτές «Έκκλησίες».

«Εκκλησία» των Μορμόνων

Ποιος ίδρυσε, πάλι, την «Εκκλησία» αύτη; Ένας ά-Ιμερικανός νεανίας 18 χρόνων, ό Ιωσήφ Σμίθ! Στήν ήλι-χία αυτή του παρουσιάσθηκε, λέει ή ιστορία της περίερ­γης αυτής «Εκκλησίας», ό άγγελος Μορμόνι καί του ϋπέ-ί»ειξε τον τόπο, δπου ήταν θαμμένο το «αιώνιο ευαγγέ­λιο» του θεού από το 421 μ.Χ., γραμμένο στην αρχαία ϊίγυπτιακή γραφή, σε δυο χρυσές πλάκες. Του υπέδειξε :όν τρόπο της μεταφράσεως του βιβλίου καί του τόνισε ό Μορμόνι Οτι εϊναι προορισμένος για μεγάλη αποστολή σε :θνη, φυλές καί γλώσσες. Ή διδασκαλία των Μορμόνων είναι γραμμένη στο Ιβιβλίο του Μορμόνου» καί στο άλλο βιβλίο «Διδασκαλία ίαί Διαθήκαι της Εκκλησίας του Ιησού Χρίστου των ά-[ίων της εσχάτης ημέρας». Τα δυο αυτά βιβλία θεωρούν-ιι συμπλήρωμα της Αγίας Γραφής!!!  Ή «Εκκλησία» αυτή δέχεται την πολυγαμία (γάμος )λλόίν γυναικών). Ό Χριστύς, λέει, παντρεύτηκε πολλές /αϊκες καί είχε πολλά παιδιά. Ό θεάς υπόκειται στο )μο της συνεχούς προόδου. Ό Χριστός θα εμφανισθεί Αμερική καί θα ενωθεί με τη γήινη «Εκκλησία» ι  θα αναλάβει για χίλια χρόνια τη διακυβέρνηση της \ς. Ό θεός Πατήρ έχει σώμα από σάρκα καί οστά. Φυ-Ικά δεν έχουν Ίερωσΰνη. Τα Μυστήρια τους θ. Εύχαρι-ρα καί Βάπτισμα τα τελούν όχι σαν Μυστήρια, αλλά ίν σύμβολα άναμνήσεως. Το Βάπτισμα ιό τελούν καί στοΰς νεκρούς.  Ό ιδρυτής της «Εκκλησίας» αυτής διδάσκει ότι ό πότος φανερώθηκε κατά διαφόρους καιρούς καί σε ίφορα μέρη της Βορείου καί Νοτίου Αμερικής. Εκεί (ρυττε, θεράπευε, έκανε θαύματα καί επιπλέον δίδασκε •ς καί παραγωγικότερες μεθόδους της γεωπονίας... Καί ,'ε με την υπόσχεση Οτι θα ξανάρθει...

Ευαγγελική Βαπτιστική «Εκκλησία» Την «Εκκλησία» ίδρυσε ό άγγλος Ιωάννης Σμίθ το 1612. Την Ονόμασε «Βαπτιστική Εκκλησία» επειδή, λέει, οί οπαδοί της πιστεύουν στύ «ενσυνείδητο Βάπτισμα». Ή διδασκαλία της είναι παρΟμοια με Ολες τίς Ευαγ­γελικές, Προτεσταντικές, «Εκκλησίες». Δέχεται μόνο την Αγία Γραφή, από την οποία απορρίπτει δέκα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Απορρίπτει την Ιερά Παράδοση, την Ίερωσύνη, τα Μυστήρια, τίς μνήμες αγίων καί της Πανα­γίας. Την Αγία Γραφή μπορεί να την ερμηνεύει ό καθέ­νας, δπως αυτός θέλει. Στη δε λατρεία χρησιμοποιεί μου­σική.

Ή «Εκκλησία» του Χρίστου

Ποιος ψευδοπροφήτης ίδρυσε αύτη την «Εκκλησία»; Ό Έλληνας βιομήχανος Θεόδωρος Λαναράς το 1911. Καί ή διδασκαλία της «Εκκλησίας» αυτής ποια είναι; "Οτι το δόγμα περί της Αγίας Τριάδος είναι επινόηση των διε­φθαρμένων καί ανήθικων πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου! Ακούτε ύβρη; Ό Χριστός δεν είναι θεάνθρω­πος. θεός έγινε από το θεό Πατέρα, μετά την ανάσταση του. Το "Αγιο Πνεύμα δεν είναι θεός. Ή ψυχή πεθαίνει. Διάβολος δεν υπάρχει. Ή Δεύτερη Παρουσία του Χρι­στού έγινε χίυρίς να τη δουν οί άνθρωποι. Οί πρώτοι αν-θρίυποι πού δημιουργήθηκαν από το θεό δεν είναι ό Α­δάμ καί ή Εύα. Απορρίπτει το βιβλίο της 'Αποκαλύψεως, "Απορρίπτει όλα τα Μυστήρια. Δέχεται μόνο το Γάμο σαν απλή ευλογία πίστεως. Δεν έχει ιερείς ούτε εορτές.

Ή «Εκκλησία» του θεού

Προχωρούμε σε άλλη. Την «Εκκλησία» του θεοΰ. Αυτη την ίδρυσε ό αμερικανός Δανιήλ Γουώρνερ το 1880. Στήν 'Ελλάδα την ϊδρυσε ό έλληνοαμερικανός Νικ. Ζαξάνης. Καί μετά το θάνατο του, την ανέλαβε ό Παναγιώτης Δενδρινός.                        

Να σημειώσουμε καί τη διδασκαλία της: Ό θεός φταίει για τα κακά πού μας βρίσκουν. Όσους προσέρ­χονται οτή δική τους «Εκκλησία» - αίρεση, από άλλες αιρέσεις, τους ξαναβαπτίζουν, επειδή δεν θεωρούν έγκυ­ρο το βάπτισμα τους, σαν να είναι το δικό τους βάπτισμα έγκυρο. Δεν έχουν ιερείς καί το βάπτισμα είναι απλή α­νάμνηση. Το Γδιο καί ή θ. Ευχαριστία. Έχουν σαν υπο­χρεωτική ιεροτελεστία την «ποδολουσία». Τη νίψη των ποδιών, σαν απόδειξη της ταπεινοφροσύνης τους. Ή λοι- „ πή διδασκαλία είναι όμοια με τίς άλλες «Εκκλησίες

 Ή «Εκκλησία» των Ευαγγελιστών

"Αλλος τώρα ίδρυσε τούτη την «Εκκλησία» το 1937. Είναι ό Κωνσταντίνος Ξηροκώστας.. Ή «Εκκλησία» του Ξηροκώστα απορρίπτει το δόγμα της Αγίας Τριάδος. Ό Χριστός υπήρξε μόνον άνθρωπος. Ή θεία φύση προστέθηκε στον άνθρωπο Χριστό μετά την ανάσταση του! Δεν τιμά την Παναγία καί τους "Αγίους. Το "Αγιο Πνεύμα δεν είναι πρόσωπο. Ή ψυχή είναι θνη­τή. Πεθαίνει. Ό άνθρωπος δεν διαφέρει από το κτήνος. Πιστεύει στη χιλιετή βασιλεία του Χρίστου πάνω στη γη... Τί άλλο να προσθέσουμε; Δεν αρκούν αυτά;

Αποστολική «Εκκλησία» του Χρίστου

Αύτη την «Εκκλησία» δεν τη δημιούργησε άνδρας, αλλά μια γυναίκα. Το δνομά της Αΐμέ Σέμπλ Μακφέρ-σον, από το Όντάριο του Καναδά.

Ό θεός, λέει, της ανέθεσε να κηρύττει το θείο λόγο από νεαρή ηλικία. Της έδωσε μάλιστα το χάρισμα της γλωσσολαλίας καί της θεραπείας. Καί το άλλο: Να είναι αντιπρόσωπος του θεού στη γη. Έτσι, σαν αντιπρόσωπος του θεοϋ, άρχισε περιοδείες στην Αγγλία, Αυστραλία, Κίνα. Παντού κήρυττε το λόγο του θεοΰ με μουσική υπό­κρουση καί με φαντασμαγορικούς φωτισμούς.

Καί το 1927, σε ηλικία 37 χρόνων, 'ίδρυσε την «Εκ­κλησία» της, πού αρχικά ονόμασε «Εκκλησία του τετρα­πλεύρου Ευαγγελίου». Ό διάδοχος της Ράλφ Μακφέρ-σον, γιος της από τον πρώτο της γάμο, έδωσε στην «Εκ­κλησία» τη σημερινή ονομασία.

Ή ίδρύτρια της «Εκκλησίας» αυτής συνέταξε δικό της σύμβολο πίστεως με 21 παραγράφους. Έχει κοινή δι­δασκαλία με τους Πεντηκοστιανούς για τη γλωσσολαλία, τίς ιάσεις, τίς προφητείες, τη χιλιετία καί την ερμηνεία της Αγίας Γραφής.

Στην πατρίδα μας την αίρεση ίδρυσε ό έλληνοαμερι-κανύς Θεόδωρος Νταίβις το 1951, πού ήλθε για το σκοπό αυτό καί με εντολή του κέντρου. Στήν αί'ρεση αύτη εντά­χθηκαν καί τα μέλη της Πεντηκοστι,ανής «Εκκλησίας».

Οϊ «Μάρτυρες του Ίεχωβά»

Τί είναι οί «Μάρτυρες του Ίεχωβά»; Είναι «Εκκλη­σία»; Είναι αίρεση; Είναι μια Όργάνωση; Ή είναι μια μεγάλη Εταιρεία, ή «Εταιρεία Σκοπιά»; Είναι κάτι άπ'

ΰλα. Μάλλον το τελευταίο. Ωστόσο, δ,τι κι αν είναι, απο­τελεί την πιο μεγάλη απειλή όχι μόνο κατά της Εκκλη­σίας του Χρίστου, αλλά καί κατά της Πατρίδος. Έτσι, οι λεγόμενοι κοινώς Μάρτυρες του Ίεχωβά, είναι καί αντί­χριστοι, αφού αρνούνται τη θεότητα του Χριστού, καί άνθέλληνες, άφοϋ αρνούνται να υπερασπισθούν την Ελλάδα. Μισούν καί αποφεύγουν κά­θε τ£ το χριστιανικό καί εθνικό.

Η Χ.Ο.Ε.

Τί σημαίνει Χ.Ο.Ε.; Σημαίνει Χριστιανική Όργάνω­ση Ειρήνης. Είναι κι αυτή «Εκκλησία»; "Οχι άκομη επί­σημα. Οί κακοδοξίες της όμως πρέπει να καταστήσουν κάθε χριστιανό ορθόδοξο προσεκτικό απέναντι στη Χ.Ο.Ε.

Αρχηγός είναι ό υπερήλικας Στυλιανός Γιαννετάκης, στον οποίο φανερώθηκε δήθεν ό Χριστός καί του είπε: «Πήγαινε να εγκατασταθείς στην Αθήνα καί εκεί να δη­μιουργήσεις μια Όργάνωση, πού θα είναι γέφυρα του λάου προς την Εκκλησία». Καί με βοηθούς το γαμβρό του Ν. Μουτσάκη καί τον κουμπάρο του Α. Χασιώτη, άρ­χισε το έργο του, τύ 1959, όταν ί'δρυσε τη ΧΟΕ.  Καί ή διδασκαλία του; Τα στελέχη δεν πρέπει να προέρχονται από την Εκκλησία, αλλά από απλούς καί αγράμματους ανθρώπους. Οί πιστοί της "Οργανώσεως εί­ναι οί 144.000, πού αναφέρει ή "Αποκάλυψη. Όλα τα α­νώτατα στελέχη της ΧΟΕ δεν θα πεθάνουν. Το μήνυμα αυτό της αφθαρσίας το έλαβε ό ιδρυτής της ΧΟΕ από το θεό. Πιστεύει στη χιλιετία, όπως καί οί χιλιαστές. Έχει καί ή ΧΟΕ τη «γλωσσολαλία», όπως πολλές άλλες προτε­σταντικές «Εκκλησίες». Αναφέρει το όνομα του Αντί­χριστου καί αυτό είναι ό Γουλιέλμος Β'. Οί δυο προφή­τες, πού θα παρουσιασθούν στύν καιρό του Αντίχριστου, είναι ό ιδρυτής της ΧΟΕ καί δεύτερος, πιθανόν, ό γαμ­βρός του Ν. Μουτσάκης.  Για να παραπλανήσουν τους ορθοδόξους χριστιανούς καί να αποφύγουν τίς κατηγορίες, εκκλησιάζονται. "Επί­σης, για εντυπωσιασμό, κοινωνούν 80 φορές το χρόνο! Ακόμη, εξομολογούνται στο πρώτο στάδιο, για να «εξο­μολογούνται» κατόπιν με την προσευχή. Καί παίρνουν αν­τίδωρο επιδεικτικά.  Αυτές κι άλλες «Εκκλησίες» - αιρέσεις, δρουν στην πατρίδα μας ασκώντας άμεσα ή έμμεσα προσηλυτισμό στο χριστεπώνυμο πλήρωμα της Αγίας Εκκλησίας μας, την οποία ίδρυσε ό Χριστός καί ή οποία διατηρεί ανό­θευτη καί ακέραιη τη διδασκαλία του καί εγγυάται τη σωτηρία του άνθρωπου. Καί κοντά στίς παραπάνω «Εκ­κλησίες» - αιρέσεις, πρέπει να προστεθούν καί οί παρα-θρησκευτικές οργανώσεις, με αποκορύφωμα αύτη των Σατανιστών!!!

Αγαπητοί,

Προσέχετε από τους ψευδοπροφήτες των ήμερων μας, από του; οποίους ό ένας κατόπιν του άλλου, ιδρύει καί τη δική του «Εκκλησία» - αίρεση, για να μας παγι­δεύουν στην πλάνη. Άλλα καί από κάθε παραθρησκευτι-κή οργάνωση, ή οποία απειλεί όχι μόνο την ψυχή μας, αλλά καί τη ζωή μας, Οπως το ίδιο να προσέχουμε καί από τα περιοδικά τους, με τους εντυπωσιακούς τίτλους:

ι «ΣΚΟΠΙΑ». «ΞΥΠΝΑ». «ΤΑ ΚΑΛΑ ΝΕΑ». «ΧΡΙΣΤΪΑΝΙΣΜΟΣ». «ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ». «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ». «Ο ΕΠΙΟΥΣΙΟΣ ΑΡΤΟΣ». «Ο ΔΡΟ­ΜΟΣ». «ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ». «ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΛΗ­ΘΕΙΑΣ». «Η ΜΑΧΑΙΡΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ». «Η ΑΓ­ΓΕΛΙΑ ΜΑΣ». «ΛΟΓΟΙ ΖΩΗΣ». «ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ». «ΝΕΑ ΠΝΟΗ». «ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ». «ΗΜΕΡΟ­ΔΕΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ». «ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ -ΦΩΣ». «ΛΥΤΡΩΜΕΝΑ ΝΕΙΑΤΑ». «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ».

'Από το Βιβλιοπωλείο «Ο ΛΟΓΟΣ» 'Από την ΤΥ «62 ΕΛΛΑΣ». Καί από τα τηλεφωνικά μηνύματα στίς πόλεις: Αθήνα, θεσσαλονίκη, Πάτρα, Χανιά, Δράμα, Κατερίνη, Ζάκυνθο, Αμαλιάδα, "Αλεξανδρούπολη, Βέροια, Ιωάννι­να, Λάρισα, Μαλεσίνα, Νικολέικα.

Μ' Ολα αυτά επιδιώκουν να πνίξουν, σαν αράχνη, την Ορθόδοξη πίστη μας καί να μας απομακρύνουν από τη Μία, Αγία, Καθολική καί "Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, την "Ορθόδοξη "Εκκλησία μας.

'Αρχιμ. Γ. Ι. Ρ.

ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

ΚΛ. 99.12.013 Ι8ΒΝ 960-315-263-5

 

 

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ(ΣΕΡΒΟΥ) ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 

Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ώ Κύριε!

Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.  Οι εχθροί με έχουν οδη­γήσει μέσα στην αγκάλη Σου περισσότερο, από ό,τι ο! φί­λοι μου. Οι φίλοι με έχουν προσδέσει στην γη, ενώ οί εχθροί με έχουν λύσει από τη γη καί έχουν συντρίψει όλες τις φιλοδοξίες μου στον κόσμο.

ΟΙ εχθροί με αποξένω­σαν από τις εγκόσμιες πραγ­ματικότητες και με έκαναν έναν ξένο και άσχετο κά­τοικο του κόσμου. Όπως ακριβώς ένα κυνηγημένο ζώο βρίσκει ασφαλέστερο κατα­φύγιο από ένα μη κυνηγη­μένο, έτσι και εγώ, κατα­διωγμένος από τους εχθρούς, έχω εύρει το ασφαλέστερο καταφύγιο, προφυλασσόμενος υπό το σκήνωμα Σου, όπου ούτε φίλοι ούτε εχθροί μπορούν να απολέσουν την ψυχή μου.

Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ώ Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.

Αυτοί μάλλον, παρά εγώ, έχουν ομολογήσει τις αμαρτίες μου ενώπιον του κόσμου.

Αυτοί με έχουν μαστιγώσει, κάθε φορά πού εγώ είχα διστάσει να μαστιγωθώ.

Με έχουν βασανίσει, κάθε φορά πού εγώ είχα προ­σπαθήσει να αποφύγω τα βάσανα.

Αυτοί με έχουν επιπλήξει, κάθε φορά πού εγώ είχα κολακεύσει τον εαυτό μου.

Αυτοί με έχουν κτυπή­σει, κάθε φορά πού εγώ είχα παραφουσκώσει με αλαζο­νεία

Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ώ Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι.

Κάθε φορά πού είχα κά­νει τον εαυτό μου σοφό, αυτοί με αποκάλεσαν ανόητο.

Κάθε φορά πού είχα κά­νει τον εαυτό μου δυνατό, αυτοί με περιγέλασαν σαν να ήμουν νάνος.

Κάθε φορά πού θέλησα να καθοδηγήσω άλλους, αυτοί με έσπρωξαν στο περιθώ­ριο.

Κάθε φορά πού έσπευδα να πλουτίσω, αυτοί με εμπόδισαν με σιδηρά χείρα

Κάθε φορά πού είχα σκεφθεί ότι θα κοιμόμουν ειρηνικά, αυτοί με ξύπνησαν από τον ύπνο.

Κάθε φορά πού προσπά­θησα να κτίσω σπίτι για μία μακρά και ήρεμη ζωή, αυτοί το κατεδάφισαν και με έβγαλαν έξω.

Στ' αλήθεια, οι εχθροί με , έχουν αποσυνδέσει από τον κόσμο και άπλωσαν τα χέ­ρια μου στο. κράσπεδο του Ιματίου Σου.

Ευλόγησε τους εχθρούς μου, ώ Κύριε! Ακόμη και εγώ τους ευλογώ και δεν τους καταριέμαι. 

Ευλόγησε τους και πλή­θυνε τους! Πλήθυνε τους και κάνε τους ακόμη πιο σκληρούς εναντίον μου!

"Ώστε ή καταφυγή μου  σε Σένα να μην έχει επι­στροφή·  ώστε κάθε ελπίδα μου

στους ανθρώπους να διαλυθεί ως Ιστός αράχνης· ώστε απόλυτη γαλήνη να αρχίσει να βασιλεύει στην ψυχή μου ·ώστε ή καρδιά μου να γίνει ό τάφος των δύο κακών διδύμων μου αδελφών : της αλαζονείας και του θυμού.

ώστε να μπορέσω να αποθηκεύσω όλους τους θησαυρούς μου εν ουρανοίς,

ά! ώστε να μπορέσω για πάντα να ελευθερωθώ από την αυταπάτη, ή οποία με περιέπλεξε στο θανατηφό­ρο δίχτυ της απατηλής ζωής- -

ΟΙ εχθροί με εδίδαξαν να μάθω -αυτό πού δύσκολα μαθαίνει   κανείς-   ότι   ό άνθρωπος δεν έχει εχθρούς στον κόσμο, εκτός από τον εαυτό του!..

Μισεί κάποιος τους εχθρούς του μόνον όταν αποτυγχάνει να αναγνώριση ότι δεν είναι εχθροί, αλλά σκληροί και  άσπλαχνοι φί­λοι!.

Είναι πράγματι δύσκολο για μένα να πω ποιος μου έκανε περισσότερο καλό και ποιος μου έκανε περισσότερο κακό στον κόσμο: οι εχθροί ή οι φίλοι.

Γι' αυτό, ευλόγησε, ώ Κύ­ριε, και τους φίλους μου και τους εχθρούς μου.

 

***

Από το περιοδικό «Όσιος

Φιλόθεος της Πάρου», τεύχος 3, Σεπτ.-Δεκ. 2001, έκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη».

 

Το λιτό αυτό έντυπο διανεμήθηκε με την ευλογία του πατέρα Μακάριου, μοναχού της Ι.Μονής Δοβραίνης Θηβών, πρώην Λοχαγού του Στρατού Ξηράς, γνωστότερου ίσως με το κοσμικό όνομα  ‘’Ιακωβάκης’’.

 

"Η ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΥΡΙΑ ΠΡΟΘΕΣΠΙΣΑΣΑ..."

Όποιος διαβάσει το Λεξικόν Σούδα και περιδιαβεί στα κάθε λογής ονόματα, θα αντικρίοη και το όνομα της Σίβυλλα της Χαλδαίας, για την οποίαν γράφει επακρι­βώς τα εξής:

"Σίβυλλα Χαλδαία, η και προς τίνων Εβραία ονομαζόμενη, η και Περσίς, η κυρίω ονόματι καλούμενη Σαμβήθη, έκτου γένους του μακαριωτάτου Νώε' η των κατά Αλέξανδρον τον Μακεδόνα λεγομένων προειρηκυία' ης μνημονεύει Νικάνωρ ο τον Αλεξάνδρου βίον ιστορήσας' η περί του δεσπότου Χριστού μυρία προθεσπί-σασα και της αυτού παρουσίας, αλλά και αϊ λοιποί συνάδουσιν αυτή..."!!

Όπως, μετ' εκπλήξεως, διαπιστώνει ο κα­λόπιστος αναγνώστης, όχι μόνον η Σίβυλ­λα η Χαλδαία προέβλεψε την παρουσίαν του Ιησού Χριστού στηνγη, αλλά και οι λοι­πές Σίβυλλες, "συνάδουσιν αυτή", πράγ­μα που σημαίνει ότι και οι υπόλοιπες Σί­βυλλες έλεγαν τα ίδια.

Για την ιστορία να αναφέρωμε ότι Σίβυλλες υπήρξαν πολλές, αλλά οι κυριώτερες εξ αυτών ήσαν δέκα: 1) Σίβυλλα η Δελφίς η και Άρτεμις καλού­μενη, 2) Σίβυλλα η Απόλλωνος και Λαμία, η καλούμενη και Ερυθραία, 3) Σίβυλλα η Σικελίς ή Λευκανή ή Σαρδανη ή Γεργιθία ή Ροδία ή Λίβυσσα ή Σαμία 4) Σίβυλλα η Έλισσα, 5) Σίβυλλα η Κολοφώνια ή Λά-μπουσα, 6) Σίβυλλα η θετταλή και Μαντώαποκληθείσα, απόγονος του Τειρεσίου, 7) Σίβυλλα η Φρυγία ή Κασάνδρα ή Ταραξάνη 8) Σίβυλλα η Κυμαία 9) Σίβυλλα η θεσπρωτίς και 10) Σίβυλλα η Χαλδαία.

 

ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Ο ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Η προφητεία της Σιβύλλης της Ερυθραίας περί Ιησού Χριστού με την ακρο­στιχίδα ΙΗΣΟΥΣ ΧΡ(Ε)ΙΣΤΟΣ ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ ΣΩΤΗΡ ΣΤΑΥΡΟΣ, έχει ως εξής:

 

Ι  δρώτα θα εξάγη η γη όταν έλθη το σημείον τη κρίσεως

Η γεμών θα έλθη εξ ουρανού δια να κρίνη εις αιώνας.

Σ ύμπαν το γένος των ανθρώπων και τον κόσμον όλον.

Ο ι άνθρωποι, πιστοί και άπιστοι εις το τέρμα του χρόνου

Ύ ψιστον θεόν θα (δουν μαζί με αγίους, όστις θα κρίνη

Σ αρκοφόρων ανθρώπων ψυχάς εις το βή­μα του

.

Χέρσος όταν κάποτε γίνη όλος ο κόσμος και ακανθώδης,

Ρ ίψουν δε οι θνητοί τα είδωλα και όλον τον πλούτον, και

Ε κκαύση το πυρ γην, ουρανόν και θάλασ­σαν,

Ι δίως όταν σπάση τας πύλας της αιδίου ειρκτής,

Σε υπέρλαμπρον φως θα έλθη πάσα σαρξ νεκρών,

Τους αγίους και ανόμους θα ελέγξη πυρ εις αιώνας.

Ό σα κρυφίως έπραξε θα τα είπη όλα, διό­τι ο θεός

Σ τήθη απόκρυφα θ' άνοιξη με τους φω­στήρας.

 

 θ ρήνος θα εξέρχεται από όλους και βρυγμός οδόντων,

'Έ κλειψις ηλίου και αστερισμών θα γίνη,

Ο υρανόν θα περιτύλιξη και της σελήνης το φως θα χαθή,

Υψηλά θα βάλη τας φάραγγας και θα ισο­πέδωση τα βουνά.

 

Υ ψώματα φοβερά δεν θα βλέπουν πλέον οι άνθρωποι, αλλά

Iσα θα είναι τα όρη με τας πεδιάδας και αί θάλασσαι

Όλαι μη πλωταί· η γη θα είναι καμένη από κεραυνον,

Στείροι θα γίνουν οι παφλάζοντες ποτα­μοί από τας πηγάς.

 

Σάλπιξ έπείτα θ' αφήση θρηνώδη φωνήν εξ ουρανού,

Ωρυομένη δια το βδέλυγμα και τα παθή­ματα του κόσμου,

Τότε δε η γη χαίνουσα θα παρουσίαση ταρταρώδες χάος,

Η γεμόνες σύμπαντες θα έλθουν εις το βή­μα του θεού.

Ρ εύμα ποταμού πυρός και θείου θα εκκί­νηση εξ ουρανού.

 

Σ ήμα τότε επίσημον δι' όλους τους θνη­τούς θα είναι

Τ ο ξύλον των πιστών, ο Σταυρός, το πο­θούμενον  κέρας,

Α νδρών ευσεβών ζωή, πρόσκομμα του κόσμου φωτίζον με

Ύ δατα τους κλητούς εις δώδεκα πηγάς και

Ρ άβδος σιδηρά  ποιμαίνουσα θα επικρατήση.

Ο ύτος είναι ο περιγραφείς δι' ακροσπχίδος θεός ημών,

Σ ωτηρ αθάνατος, βασιλεύς παθών υπέρ ημών.

 

 

Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΟΤΙ Ο  ΦΕΡΟΜΕΝΟΣ  ΩΣ ‘ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ’ ΔΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΙΡΕΚΑΚΟ ΕΧΘΡΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΝ ΕΚΠΕΣΩΝΤΑ ΕΩΣΦΟΡΟ Η ΔΙΑΒΟΛΟ Η ΣΑΤΑΝΑ ΟΣΤΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΕ ΤΗΝ  ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΩΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ‘ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ’  Η ΜΥΘΟΥΣ ΑΛΛΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΛΑΩΝ ΚΑΙ ΦΥΛΩΝ.

(ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ  ΟΧΙ ΣΤΟ ΓΝΩΣΤΟ ΜΑΣ ΝΕΦΕΛΙΜ ΔΙΑ, ΑΛΛΑ ΣΕ "ΑΥΤΟΝ" ΠΟΥ ΠΗΡΕ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥΣ  ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΠΛΑΝΑ ΨΥΧΕΣ)

 

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΣΟΥΔΑ(10ος ή 11ος αιών).  ΕΙΔΕ  ΤΟ ΛΗΜΑ : ΄΄ΑΔΑΜ ΄΄.

 

‘’…. έως ό παλαμναίος(ο μιασμένος από αίμα, καταραμένος) και αποστάτης και πλάνος διάβολος  τούτον(τον ΑΔΑΜ) εξεκύλισεν  εκ της οικείας ιδρύσεως τε και στάσεως και κατά του πρανούς είασε(παρακίνησε) φέρεσθαι προς βαραθρώδεις τινάς και αλαμπείς χώρους και μέχρι των αμειδήτων(αγέλαστων) του άδου κευθμώνων(χάσμα, βάραθρο,καταβόθρα) έγγίζον. Και εντεύθεν ήρξατο φύσις ή των ανθρώπων παραχαράτεεσθαι και διακιβδηλεύεσθαι(μείξη σκουριάς{=δαίμονες} με μέταλλο{=άνθρωπος} που έπεσε{ειδε Ισιόδου Κοσμογονία πως παρίστανται τα γένη των ανθρώπων},  απάτη , πλαστογράφηση από τον δία ) και τυπούσθαι  τοις του τυράννου  μορφώμασί τε και σχήμασιν εντεύθεν η νόθος σοφία τάς άφορμάς έλαβε της θείας(μορφής, αυτής με την  οποία κατ’ εικόνα του ο θεός τον έπλασε) δραπετευσάσης και προς ουρανόν αναπτάσης(προσκολλιέμαι , προσαρτώμαι) , όθεν το πρότερον ην αφορμήσασα όθεν ο πλάνος το του θεού σφετερισάμενος όνομα εις πολλά κατεμέρισε(διαμοιράζω, κατακοματιάζω) Κρόνους τε και Ζήνας και Ποσειδώνας εαυτόν μετακαλών(αλλάζω το όνομα κάποιου) και το δη πάντων ανοσιώτατον εις ονόματα θήλεα τε και άσεμνα την μακαρίαν και άρρητον(μυστική, μυστηριώδη, απόρρητη, ανείπωτη) συγκαταπάσαι φύσιν ο αλιτήριος(ενοχος , ασεβής, εκδικητικός, τύραννος, καταστροφέας) κατετόλμησεν είς τε τάς Ρέας εκείνας και Αφροδίτας και Αθηνάς και εις άλλας μυρίας και αλλοκότους αλόγων ιδέας τε και μορφάς ας ό κακίας δημιουργός και την αποστασίαν νοσήσας επεχρέωσε(επικαλύπτω) τε και διεχάραξεν   εντεύθεν Αιγυπτίων τα περί Όσιριν και Τυφώνα και Ίσιν  μοχθηρά διηγήματα και Περσών μαγικά μαγγανεύματα και Βραχμάνων νυμνοσοφιστίαι και άκαιροι φαντασίαι και ή θαυμαζομένη Σκυθών ρήσις και τα Θρακών όργια καί οι Φρυγών αυλοί και Κορύβαντες. Εντεύθεν ή Χαλδαίων αστρονομία ή σφαλερά τε και πολυώδυνος. Εντεύθεν η του ψεύδους λοχεύτρια ποίησιςι ή των Ελληνικών ληρημάτων(παραλήρημα,ανοσία,φλυαρία) σεμνομυθία(μεγαλοπρεπής λόγος) εντεύθεν(εδώ, απ’ εκεί, μετά ταύτα) Ορφεύς τε και Ομηρος και ό των αθεμίτων γονών(γέννημα) ζωγράφος(εικονογράφος) Ησίοδος. εντεύθεν ή Θάλητος δόξα και ό κλεινός(ένδοξος, περίφημος) Πυθαγόρας καί ό σοφός Σωκράτης και Πλάτων το της Αθηναίων Ακαδημίας πολυθρύλητον σεμνολόγημα εντεύθεν οι Παρμενίδαι και Πρωταγόραι και Ζήνωνες εντεύθεν αι Στοαί και οί Άρειοι πάγοι και Επικούρειοι εντευθεν οι τραγωδών θρήνοι και κοπετοί(μοιρολογήματα) και τα κωμικών παίγνια και τωθάσματα εντεύθεν τα δολερά του Λοξίου και ψευδηγόρου θεσπίσματα και ή λοιπή των Ελληνικών κομψευμάτων έρεσχελία(χωρατεύω,πειράζω) και τερατεία και ίνα μη μακρόν αποτείνω τον λόγον εις σαπρούς τε και οδωδότας() μύθους ενασχολούμενοςι  πασαν εις εαυτόν την κτίσιν ό πλάνος έμφορτισάμενος(φορτωμένος) και λαβών υπό χείρα τον άνθρωπον ως άνδράποδον(δουλοπρεπής άνθρωπος, σκλάβος,αιχμάλωτος) καί διερχόμενος την υπ ουρανόν και περιπατών την γην και ως ωά(ο τοποθετών θόλον ώστε να ελέγχει το περιεχόμενό του, θόλος με χείλος, το περίζωμα γύρω από τα γεννητικά όργανα) πάντα κατέχων[ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΗΝ Ο ΣΑΤΑΝΑΣ Υπάρχουν τρείς αναφορές περί τούτου εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (1). Ιωάνν. Κ.12 ,30… απεκρίθη Ιησους και ειπεν, Ου δι εμε η φωνη αυτη γέγονεν αλλα δι υμας. νυν κρίσις εστιν τουκόσμου τούτου, νυν ο αρχων τουκόσμου τούτου εκβληθήσεται εξω.  Καγω εαν Υψωθω εκ της γης, πάντας ελκύσω προς Εμαυτόν. τουτο δεελεγεν σημαίνων ποίω θανάτω Ημελλεν αποθνήσκειν. (2). Ιωάνν. Κ.14, 30 ουκέτι πολλαλαλήσω μεθ υμων, ερχεται γαρ ο του κόσμου αρχων. και εν εμοι ουκ εχει ουδέν, αλλ ινα γνω ο κόσμος ότι αγαπω τον πατέρα, και καθως ενετείλατο μοι ο πατήρ, ουτως ποιω. Εγείρεσθε, αγωμεν εντευθεν   (3). Ιωάνν. Κ.14, 10 περιδικαιοσύνης δέ, οτι προς τον πατέραυπάγω και ουκέτι θεωρειτέ με. περιδε κρίσεως, οτι ο αρχων του κόσμου τούτου κέκριται.] ως αυτός που φήσιν αλαζονευόμενος, ώετο() δειν τον εαυτού θρόνον θήσειν επάνω των νεφελών του ουρανού και έσεσθαιόμοιος τω Υψίστω αλλ’ ο του θεού μονογενής υιός και λόγος ο προαιώνιος οικτίρας τον άνθρωπον ως υπατημένον υπό του δράκοντος(φιδι μεγα τρομερό) εκ των πατρός κόλπων εαυτόν εκένωσε() και σαρκωθείς εκ πνεύματος αγίου και εκ της αγίας παρθένου και θεοτόκου Μαρίας και δια του τιμίου σταυρού και του πάθους αυτού καταβαλών τον αντίπαλον{  ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ, η ‘προφητεία’ περί ερχομού ΝΕΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ που θα πάρει τη θέση του Δία.. } και καταβάς εις τα κατώτατα μέρη της γης εκείθεν είλκυσε τον παραπεσόντα πρωτόπλαστον αποδούς τη εικόνι το πρώτον κάλλος και τη φύσει το αρχαίον αξίωμα καντεύθεν ηφάνισται πάσα η του τυράννου δυναστεία και συμμορφία του της ευσεβείας φωτός διαυγάσαντος πάσα τη κτίσει των ηλιακών μαρμαρυγών(ΛΑΜΨΗ, ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΊΑ, ταχεία κίνηση σωμάτων) τηλαυγέστερον(φωτοφάνεια,λάμψη σε μεγάλη απόσταση) εκ τούτου του φωτός η κατά θεόν σοφία πάλιν διέλαμψε και γλώσσας αλιέων εστόμωσε και των σοφών διδασκάλους τους ασόφους ειργάσατο εντεύθεν ο της βροντής γόνος, το ‘εν αρχή ην ο λόγος’, εξ ουρανίων νεφελών απαστράψας εβρόντησε και πάσαν την οικουμένην ελάμπρυνε κακ τούτου του φωτός Παύλος εις τρίτον ουρανόν αναφέρεται ..’’

Ελευθέρα Απόδοσις

‘’…. έως ότου ο μιασμένος από αίμα και αποστάτης και πλάνος διάβολος  αυτόν (δηλαδή τον ΑΔΑΜ) παρέσυρε και εξέτρεψε από την δοθείσα υπό του θεού σε αυτόν αποστολή κατά την πλάση του παρακινώντας να πέσει στην πτωτική, σκοτεινή και βαραθρώδη περιοχή, έως εκεί που φθάνουν οι αγέλαστες του άδη καταβόθρες. Έκτοτε άρχισε η αλλαγή χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης δια της πνευματικής μείξεως των δαιμόνων στον κοσμικό φορέα(βιολογικό σώμα,σκήνωμα,δέμα κλπ) του ανθρώπου (διακιβδηλεύεσθαι = μείξη σκουριάς{παριστά τους δαίμονες} με μέταλλο{= παριστά τον άνθρωπο}. και απεικόνιση της εικόνας και εξωτερικής μορφής του τυράννου(διαβόλου) , από το σημείο αυτό η πλαστή και (υπό του διαβόλου) παραχαραγμένη γνώση έλαβε άφορμάς καθότι η θεία μορφή(αυτή με την  οποία κατ’ εικόνα του ο θεός έπλασε τον άνθρωπο) έφυγε κρυφά και στον ουρανό προσκολλήθηκε, εκεί όπου πρίν υπήρχε και είχε ξεκινήσει(το πτωτικό ταξίδι της προς τον κόσμο) από όπου ο πλάνος(διάβολος) το  όνομα του θεού καταχρώμενος σε πολλά πνεύματα(δηλαδή σε δαίμονες, τελώνια κλπ ξεπεσμένα πνεύματα που έπεσαν μαζί του μετά την ‘’μάχη των ουρανών’’ η γνωστή ως ‘αποστασία του 1ου τάγματος αγγέλλων’’) κατακομάτιασε δηλαδή σε Κρόνους και Ζήνας και Ποσειδώνας αλλάζοντας το όνομα του ίδιου του του εαυτού και το προ ολίγου πραγματικό όνομά του(ο Εωσφόρος, ο πρώην αρχάγελος του 1ου τάγματος αγγέλων), που είναι το πλέον ασεβέστατον από όλα τα όντα, την  ευτυχισμένη φύση, αυτή που δεν πρέπει να γίνει γνωστή σε όλους, ο ασεβής καταστροφέας αψηφώντας το θεικό θέλημα με ονόματα θηλυκά και απρεπή ονομάτισε, δηλαδή στις Ρέες εκείνες(που περιγράφονται στην μυθολογία) και τις Αφροδίτες και τις Αθηνές και σε δεκάδες χιλιάδες άλλα αλλόκοττα άφωνα και ασύμφωνα με τη λογική, αρχέτυπα  και σχήματα τα οποία αυτός που δημιούργησε την κακία(Ακριβώς έτσι τον αποκαλεί ο Πλάτων προφητεύοντας την έλευση του Χριστού, μαζί με άλλους ‘’7’’ Έλληνες, εις τον ναόν ‘’τω αγνώστω θεώ’’ λατρευόντων. Σχόλιον του Μ.Αθανασίου, ‘’Περί του ναού των Αθηνών’’) ο πνευματικά άρρωστος και σφόδρα επιθυμών τον χωρισμό των αγγέλλων από τον ουρανό,  επικάληψε και παραχάραξε,  από το σημείο αυτό ξεκινούν τα μοχθηρά διηγήματα των Αιγυπτίων που αναφέρονται στον Όσιρι και τον Τυφώνα και την Ίσιδα καθώς και τα μαγικά μαγγανεύματα των Περσών καθώς και οι  περί του κόσμου θεωρείες και άκαιροι φαντασίαι των Βραχμάνων και ο θαυμαστός μύθος των Σκυθών και οι μυστικές λατρείες των Θρακών καί τα πνευστάόργανα των Φρυγών και οι μανιώδεις ιερείς της Κυβέλης οι επονομαζόμενοι Κορύβαντες. Μετά απ΄αυτά αρχίζει ή αστρονομία των  Χαλδαίων αυτή που μπορεί να κάνει κάποιου την ψυχή να πέσει στον άδη και πολλές συμφορές να της φέρει. Μετά ταύτα η γέννεσης της ψευδούς ποίησις των Ελληνικών χωρίς ουσία φλυαριών, Μετά ταύτα αρχίζει και  ο μεγαλοπρεπής λόγος Μετά ταύτα ο Ορφέας, ο Ομηρος και ό γεννήτωρας των αθεμίτων εικονογραφειών(περί κόσμου και της φερόμενης ως ‘θεογονίας’, ο Ησίοδος. Μετά από ταύτα ήρθε όμως ή δόξα του Θαλή και ο ένδοξος Πυθαγόρας καί ό σοφός Σωκράτης και ο Πλάτων τα πολυακουστά σεβαστά υμνολογήματα της Ακαδημίας των Αθηναίων, μετά ενεφανίσθησαν οι Παρμενίδες και οι Πρωταγόρες και οι Ζήνωνες κατόπιν οι Στοές και οί Άρειοι πάγοι και οι Επικούρειοι φιλόσοφοι,  ακολούθησαν μετά οι θρήνοι και τα μοιρολογήματα των τραγωδών και τα διασκεδαστικά ποιήματα των κωμικών και τα περιγελαστικά άσματα μετά ακολούθησαν τα απατηλά νομοθετήματα του ψευδολόγου Λοξίου και των υπόλοιπων Ελληνικών έργων που αν και έχουν δοθεί με κομψό τρόπο πειράζουν την ψυχή του ανθρώπου ως παρά φύση έργα και για να μη μακρυγορώ ασχολούμενος με άρωστες και ψεύτικες διηγήσεις(υπό του ξεπεσμένου αγγέλου υπαγορευθείσες) που όμως υποδεικνύουν στην ψυχή να ακολουθήσει οδούς(πλαστές και ψεύτικες) αυτός που πλανά, σε όλη την κτίση στην οποία έχει εξουσία αφού φορτώθηκε και άρπαξε από το χέρι σαν σκλάβο τον αιχμάλωτο άνθρωπο καί αφού πέρασε τις πύλες του ουρανού ξεπέφτοντας στη γή, παραμένοντας εδώ κάτω τοποθετώντας στην γη ενεργειακό θόλο ώστε να ελέγχει το περιεχόμενό του, την ανθρώπινη ψυχή δηλαδή, κατέχοντας τα πάντα[ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΗΝ Ο ΣΑΤΑΝΑΣ] αυτός που στη φήση παρουσιάζει το ψέμα για αλήθεια, επιθυμούσε να δεί την δικη του βασιλική εξουσία να επιβάλλεται επάνω από τις  νεφέλες του ουρανού και να καταστεί όμοιος με τον Υψιστο θεό, αλλά όμως ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο προαιώνιος, ευσπλαχνιστής τον άνθρωπο διότι τον είχε εξαπατήσει το μέγα και τρομερό φιδι(ο διάβολος) και από τους κόλπους του Πατρός του Αγαθού Θεού, δηλαδή τον Παράδεισο τον είχε εκβάλλει και αφού ενσαρκώθηκε δια πνεύματος αγίου και εκ της Αγίας Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας και με τον τίμιο σταυρό και με το κοσμικό πάθος που έπαθε έριξε τον αντίπαλο του ανθρώπου, τον διάβολο πίσω στον άδη {  ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ, ΠΕΡΙ ΝΕΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ.. } και καταβάς εις τα κατώτατα μέρη της γης εκείθεν είλκυσε τον παραπεσόντα πρωτόπλαστον αποδούς τη εικόνι το πρώτον κάλλος και τη φύσει το αρχαίον αξίωμα καντεύθεν ηφάνισται πάσα η του τυράννου δυναστεία και συμμορφία του της ευσεβείας φωτός διαυγάσαντος πάσα τη κτίσει των ηλιακών μαρμαρυγών(ΛΑΜΨΗ, ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΊΑ, ταχεία κίνηση σωμάτων) τηλαυγέστερον(φωτοφάνεια,λάμψη σε μεγάλη απόσταση) εκ τούτου του φωτός η κατά θεόν σοφία πάλιν διέλαμψε και γλώσσας αλιέων εστόμωσε και των σοφών διδασκάλους τους ασόφους ειργάσατο εντεύθεν ο της βροντής γόνος, το ‘εν αρχή ην ο λόγος’, εξ ουρανίων νεφελών απαστράψας εβρόντησε και πάσαν την οικουμένην ελάμπρυνε κακ τούτου του φωτός Παύλος εις τρίτον ουρανόν αναφέρεται ..’’

 

 

 

 

 

 

ΠΡΟΦΗΤΕΙΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΣΕΩΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Πώς θα γνωρίσαμε τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων προφητών, Σιβυλλών και Πυθιών, εάν δεν υπήρχαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως, για παράδειγμα, ο Μέγας Αθανάσιος;

 

Την πρώτη φορά που με τη βοήθεια του θεού, επισκέφθηκα την του Αγίου Όρους Ιερά μονή των Ιβήρρων, εις το παρεκλήσιον της οποίας ευρίσκεται η θαυματουργός εικών της Παναγίας της Πορταητίσης, ενθυμούμαι που είχα μείνει άναυδος κοιτώντας δύο εικόνες! Η πρώτη ήταν η εικόνα του Αδη , με την μορφή τεράστιου δράκοντα που κατάπινε τους αμετανόητα αμαρτωλούς και η δεύτερη αυτή , ακριβώς απέναντι, των προγόνων μου, που δεν επιθυμώ να τους αναφέρω ως   ΄΄αρχαίους΄΄, κάποιων γνωστών Ελλήνων Φιλοσόφων. Δεν εγνώριζα τον λόγον που ήσαν εκεί. Από τότε ζούσα με την απορεία αυτή , μέχρι που αναγιγνώσκοντας εις τα έργα του Μ.Βασιλείου, πατέρα σπουδαίου της εκκλησίας μας το ΄"Σχόλιον περί του ναού των Αθηνών΄΄ διαπίστωσα ότι αυτοί ακριβώς οι αγιογραφηθέντες πρόγονοι, υπήρχαν εκεί διότι ήσαν φωτεινά πρόσωπα που προφήτευσαν ότι ο Ερχόμενος Λυτρωτής του κόσμου θα είναι ο Ιησούς Χριστός , προείπαν περί της φύσης του τριαδικού θεού , περί του ερχομού και του τρόπου γεννέσεως του Ιησού από την Παναγία και όλα όσα επρό­κειτο να υποστή ο θεάνθρωπος χάριν και μόνον των ανθρώπων! Σε ελεύθερη μετάφραση :

"Και αυτά μεν ας τα προβάλουμε, ως παραδείγματα που οδηγούν στη γνώση του θεού, στους πιο ανόητους από τους Έλληνες (ειδωλολάτρες). Όμως για τους σοφούς που έχουν κο­ντά τους, μερικοί σοφοί από τους Έλληνες ανέφεραν για την θεοσέβεια πολλές μαρτυρίες, προερχόμενες από αρχαίους και επιφανείς φιλοσό­φους, ενώ αμυδρά προείπαν όσα αφορούν τον Χριστό.

Πολλά χρόνια λοιπόν πριν από την  έλευση του Χριστού, κάποιος σοφός, ονομαζόμενος Απόλλων, με θεϊκή, όπως πιστεύω, παρακίνηση έκτισε στην Αθήνα ναό και έγραψε πάνω στον βωμό του "ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΕΟ". Εκεί συγκεντρώθηκαν για τον λόγο αυτό οι πρώτοι μεταξύ των Ελλήνων φιλόσοφοι, για να ρωτήσουν αυτόν για τον ναό. Τα ονόματα τους είναι τα ακόλουθα: Τιτάν, Βίας, Σόλων, Χίλων, Θουκυδίδης, Μένανδρος και Πλάτων.

Αφού συγκεντρώθηκαν οι σοφοί είπαν στον Απόλλωνα: "προφήτευσε για εμάς, αφού πεις, ω Απόλλωνα, σε ποιον μετά από σένα θα ανήκει αυτό το κτίσμα";

Απαντώντας σ' αυτούς ο Απόλλωνας είπε:  ΄΄ Όσα έχει ορίσει να κάνετε για την αρετήν και την ευκο­σμία, να τα κάνετε, εγώ όμως αναγ­γέλλω ως τρεις ένα μόνο θεό στα ύψη κατοικούντα, του οποίου ο ανεί­πωτος Λόγος σε κόρη, που δεν ξέρει, αφού συλληφθεί, όλον εν γένει τον κόσμο διαπερνώντας τον σαν πυροφόρο τόξο, θα αλιεύσει τους ανθρώ­πους από την απιστία, όπως τα ψάρια  από το βυθό. Αυτούς δε έχοντας συλλάβει  θα τους φέρει προς το θεό ως δώρο. Το όνομα δε αυτής είναι Μαρία΄΄. Κι αυτά είπε ο Απόλλωνας προφητεύοντας.

Ο Τιτάν έτσι μίλησε: θα έλθει σε μας η χωρίς άνδρα κόρη, αυτή που πρόκειται να γεννήσει το ουράνιο παι­δί του θεού και Πατέρα. Ο Βίας είπε: Το να λες αυτά σε ανόητους είναι ανέφικτο, όμως με το νου, ας ακού­σετε, ότι αυτός είναι που μεγαλόπρε­πα κατέβηκε από τον ουρανό, αφού έβαλε κάτω από την φλογάτο αθάνα­το και αεικίνητο πυρ κι αυτόν τον τρέ­μει η γη και η θάλασσα μαζί με τους βυθισμένους στα τάρταρα δαίμονες, αυτόν που είναι πατέρας του εαυτού του και τρισευτυχισμένος.

Η Σιβύλλη είπε: Αργά θα έλθει ο θεός επάνω σ' αυτή την κατακερματισμένη γη και χωρίς σφάλμα θα γίνει σάρκα, ενώ θα απαλ­λάσσουν από την φθορά των ανιάτων ασθενειών οι ακάματες φροντίδες της θεότητας. Και γι' αυτό φθόνος σε λαό θα προκληθεί και ψηλά θα κρεμασθεί σαν κατάδικος σε θάνατο και όλα με πραότητα θα υποφέρει.

Ο Σόλων είπε: Αφού κατήλθε ο ζωοδότης από ζωοδότη γεννήτορα, έδωσε ζωή και στο νερό της γης.

Ο Χειλών είπε: η φύση του θεού θα γίνει ακούραστη, από τον ίδιον δε είναι ο ίδιος, ύπαρξη και λόγος.

Ο ρήτορας Θουκυδίδης είπε: Τον θεό να σέβεσαι και να μαθαίνεις και να μην επιζητείς το ποιος είναι. Να τον σέβεσαι και να τον γνωρίζεις ως υπαρκτόν, γιατί είναι στο νου ευσε­βής αυτός που θέλει να μαθαίνει τον θεό. Αυτά μεν είπε ο Θουκυδίδης.

Ο Μένανδρος είπε: Ο παλαιός εί­ναι νέος και ο νέος αρχαίος. Ο πατέ­ρας είναι γονεύς και το τέκνον γονεύς. Το ένα είναι τρία και το άσαρκο είναι σαρκικό. Η νη έχει νεννήσει τον ουράνιο βασιλέα.

Ο Πλάτων είπε: Επειδή ο θεός εί­ναι αγαθός δεν ήταν η αιτία για τα πά­ντα, όπως νομίζουν οι πολλοί, αφού για πολλά δεν είναι αίτιος. Τίποτε άλ­λο δεν ισχυριζόμαστε παρά το ότι ο θεός είναι ο αίτιος μόνο για τα αγα­θά, όχι όμως και για τα κακά.΄΄

 

Σύμφωνα με  σχετικό αρθρο του Αγγελλου Σακέτου δημοσιευθέν εις εφημερίδαν Α1 της 6-7 Δεκ 2003, (σελ 27) και κάποιοι άλλοι πρόγονοί μας φέρεται να προφήτευσαν  για τον προάναρχο  τριαδικό θεό ,  τον συνάναρχο Υιό και  το ομοούσιο και σύνθρονο με Αυτόν Αγιο Πνεύμα, προείπαν δε εισέτι για τα τίμια πάθη απά­νω στο σταυρό του Χριστού.

 

 

Παρακάτω παρατίθεται όλο το κείμενο του Αγίου Αθανασίου όπως υπάρχει εις το ηλεκτρονικό λεξικό της Σαρχαίας Ελληνικής γλώσσης με την ονομασία ΄΄ΜΟΥΣΑΙΟΣ΄΄ γνωστό  και ως έργο ΄΄ΙΒΙΚΟΣ΄΄ που συντελείται επι σειρά ετών εις το Πανεπιστήμιο ΙΡΒΑΙΝ των ΗΠΑ εις Νότια Καρολίνα, με χρηματοδότη την γνωστή βαπτισθείσα ορθόδοξο χριστιανή κα ΜΑΚΝΤΟΝΑΛΝΤ, ιδοκτήτρια της ομόνυμης αλυσίδας εστιατορίων…

 

 

 

http://www.youtube.com/watch?v=jusqiOuwKOo&feature=player_embedded 

      ΠΕΡΙ   ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ   ΚΡΙΣΕΩΣ  …  ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΟΣ…

 

 

http://www.youtube.com/watch?v=xsJYLaMv8mc&feature=related 

Προφητείες  ΑΓΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ

 

http://www.youtube.com/watch?v=3DZRkcILFuk&feature=related  

5-5 -2015   η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΛΙΣ   ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΡΙΑ….

 

ΜΕΧΡΙ 5 - 5 - 2024 ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΕΚΠΛΗΡΩΘΕΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ…

ΘΑ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ Ο 'ΓΕΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ'  ΚΑΙ ΘΑ ΕΧΕΙ "ΕΜΦΑΝΙΣΘΕΙ" Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ...

ΑΝ ΤΟ 2024 ΕΙΝΑΙ 30 ή 33 ΕΤΩΝ (ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΜΦΑΝΙΣΘΕΙ ή ΠΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΓΝΩΣΤΗ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ)

ΤΟΤΕ ΑΠΛΑ ΓΕΝΗΘΗΚΕ ΗΔΗ ΤΟ 1994 ή 1991 ...

ΓΙΑ ΤΟ 1991 ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ  ΗΔΗ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ  'ΒΡΕΦΟΣ' ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΣΣΟΒΟ - ΕΚΤΟΤΕ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ , ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ -   ΠΟΥ Ο ΚΛΙΝΤΟΝ ΚΑΙ Ο ΚΟΦΙ ΑΝΑΝ ΣΗΚΩΣΑΝ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ, ΕΚΕΙ ΣΤΟ ΚΟΣΣΟΒΟ...

ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΔΕ ΟΛΗ Η ΓΗ  (ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ) ...

 

http://www.youtube.com/watch?v=nuDLeskDUSc&feature=related 

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΝΕΙΛΟΥ

 

 

 

 

 

 

************************************************************************

 

 

 

ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΑΣΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ Ο ΞΥΛΟΥΡΗΣ

 

ΑΝΤΕ ΘΥΜΑ, ΑΝΤΕ ΨΩΝΙΟ

ΑΝΤΕ ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΙΩΝΙΟ...

 

ΑΝ ΞΥΠΝΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟΜΙΑΣ,   

ΘΑΡΘΕΙ ΑΝΑΠΟΔΑ Ο ΝΤΟΥΝΙΑΣ...

 

 

EMΦΑΝΙΣΗ ΨΥΧΩΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ . ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΘΕΩΘΗΚΑΝ... 

 

 

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΗΛΙΑ , ΩΣ ΓΕΡΟΝΤΑ ΚΡΑΤΩΝΤΑ ΣΤΑΥΡΟΝ  ΕΞ ΑΠΛΟΥ ΞΥΛΟΥ. ΟΠΙΣΘΕΝ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑ, ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

 

 

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΛΗΨΗ.  ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ ΝΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΩ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΕΜ, ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΜΑΚΡΗ.

 ΜΙΑ ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΓΑΛΑΖΙΑ ΑΚΤΙΝΑ - ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΝΟ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗΚΕ -   ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΕΜ.

ΠΑΝΩ ΑΚΡΙΒΩΣ , ΕΝΑ 'ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ' - ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗΚΕ  ΜΟΝΟ -  ΠΥΡΙΝΟ ΧΕΡΙ  ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ...  ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ..  ΤΗ ΜΟΝΗ  ΟΔΟ...

 

 

 

Το 1920 στην Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονα (Ρωσικό), του Αγίου ΄Ορους, είχαν έρθει κάποιοι Αγ. Πατέρες από τη Ρωσία για προσκύνημα. Μετά τη Θεία Λειτουργία οι Ιερομόναχοι της Μονής περνούσαν και έπαιρναν ευλογία.

΄Ενας φωτογράφος που τους φωτογράφησε έμεινε έκπληκτος, όταν εμφάνισε τη φωτογραφία και είδε μια γυναίκα και φωτιά από κάτω της, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι απαγορεύεται η είσοδος γυναικών στο Αγ. ΄Ορος.

       Μετά κατάλαβαν ότι ήταν η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ η προστάτιδα του ΑΓ. ΟΡΟΥΣ.

                               ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ.

ΠΑΡΑΚΑΛΑΤΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΔΙΑΛΥΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ.

 

ΓΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΩΖΟΥΝ